Μια ανθρώπινη ιστορία απώλειας, πίστης και εσωτερικής αναζήτησης έρχεται στο φως μέσα από ένα προσωπικό κείμενο που μας ταξιδεύει πίσω στον χρόνο στο Μιραμπέλο.
Όπως αφηγείται ο κ. Γιώργος Λουκάκης, όταν ήταν 45 ετών, σε ένα καφενείο μικρού χωριού της περιοχής, γνώρισε έναν νεαρό άνδρα που του εκμυστηρεύτηκε την επιθυμία του να γίνει ιερέας. Η εξομολόγηση αυτή προκάλεσε έκπληξη, καθώς επρόκειτο για έναν νέο άνθρωπο, όμως η απάντηση που ακολούθησε έδωσε βαθύτερο νόημα στην απόφασή του.
Ο νεαρός είχε χάσει τον πατέρα του και, λίγο καιρό αργότερα, τη μητέρα του από ανίατη ασθένεια. Οι μεγαλύτεροι του χωριού, προσπαθώντας να τον παρηγορήσουν, του έλεγαν πως οι γονείς του βρίσκονται κοντά στον Θεό. Εκείνος πίστεψε πως, αν φορούσε ράσα, θα πλησίαζε περισσότερο τον Θεό και, κατ’ επέκταση, τους γονείς του. Έτσι, θα μπορούσε να προσεύχεται γι’ αυτούς και να τους «κρατά κοντά του» με τον δικό του τρόπο.
Η ιστορία αυτή, όπως σημειώνει ο κ. Λουκάκης, τον συνόδευε για δέκα ολόκληρα χρόνια. Επανερχόταν στη σκέψη του ξανά και ξανά, μέχρι που αποφάσισε να της δώσει μορφή μέσα από την τέχνη. Έγραψε στίχους και τους έντυσε μουσικά, "βασισμένος σε βυζαντινούς δρόμους", ως φόρο τιμής σε εκείνο το παιδί που σήμερα υπηρετεί ως ιερέας σε μια μεγάλη πόλη της Ελλάδας.
