ΚΡΗΤΗ

Σπ. Αναστασιάδης: «Η αξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων πρέπει να γίνεται από ανεξάρτητες Επιτροπές»

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεργαζόμενο μέλος ΔΕΠ του ΙΤΕ μιλά στο Cretalive για την εκλογή του στη θέση του αντιπροέδρου του Ανώτατου Συμβουλίου (ΑΣΥ) της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ).

Spiros Anastasiadis
Photo Credits: @ΙΤΕ

Για το «καυτό» θέμα της αξιολόγησης των Πανεπιστημίων αλλά και των ερευνητικών προτάσεων, που απασχόλησε ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα την επιστημονική κοινότητα, μιλά στο Cretalive ο καθηγητής Επιστήμης και Τεχνολογίας Πολυμερών του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης και τέως Διευθυντής του Ινστιτούτου Ηλεκτρονικής Δομής και Laser του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, Σπύρος Aναστασιάδης, ο οποίος πρόσφατα εκλέχθηκε αντιπρόεδρος του Ανώτατου Συμβουλίου (ΑΣΥ) της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ).

«Το πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουμε είναι όχι να μην μετακινούνται οι Έλληνες επιστήμονες στο εξωτερικό  αλλά το πώς θα δημιουργεί η χώρα τις ευκαιρίες για τα παιδιά που έχουν την επιθυμία να επιστρέψουν να μπορέσουν να μην διακόψουν αλλά μάλιστα να συνεχίσουν ακόμη καλύτερα την όποια επιτυχημένη καριέρα τους», τονίζει.
Το κείμενο της συνέντευξης έχει ως εξής:

Στόχος της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) είναι- με απλά λόγια- η διατήρηση της υψηλής ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών των ΑΕΙ. Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο στόχος σύμφωνα με εσάς;
«Η ΕΘΑΑΕ αποτελεί την μετεξέλιξη της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) και ξεκίνησε την λειτουργία της υπό την νέα μορφή το 2020 (σύμφωνα με τον Ν. 4653/2020).  Αποστολή της είναι η διασφάλιση της ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αφ’ ενός συμβάλλοντας στην διαμόρφωση και υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής για την Ανώτατη Εκπαίδευση και στην κατανομή της επιχορήγησης των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ) μέσω του Ανωτάτου Συμβουλίου της και, αφ’ ετέρου, αξιολογώντας και πιστοποιώντας την ποιότητα της λειτουργίας των ΑΕΙ μέσω του Συμβουλίου Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (ΣΑΠ). 
Το Ανώτατο Συμβούλιο της ΕΘΑΑΕ αποτελείται από τον Πρόεδρο της Αρχής και τέσσερα μέλη, καθηγητές πρώτης βαθμίδας σε ελληνικά ΑΕΙ ή ΑΕΙ του εξωτερικού. Το ΑΣΥ εισηγείται στον/στην εκάστοτε Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων το πρόγραμμα Εθνικής Στρατηγικής, τις προγραμματικές συμφωνίες του Υπουργείου με το κάθε ΑΕΙ, την ίδρυση–συγχώνευση–κατάτμηση–κατάργηση–μετονομασία των ΑΕΙ και των επιμέρους ακαδημαϊκών μονάδων τους, προτάσεις για τη συνεχή διασφάλιση της ποιότητας στην Aνώτατη Eκπαίδευση όπως και προτάσεις και μέτρα για την ενίσχυση της διεθνοποίησης των ΑΕΙ.  Επιπλέον, το ΑΣΥ εισηγείται στον/στην Υπουργό την κατανομή του ετήσιου συνολικού προϋπολογισμού επιχορηγήσεων στα ΑΕΙ, μέρος του οποίου (30%) κατανέμεται με βάση τους δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων κάθε Ιδρύματος, διασφαλίζει τη διαφάνεια των επίκαιρων κριτηρίων και δεικτών επιχορήγησης των ΑΕΙ, εισηγείται την κατανομή θέσεων προσωπικού στα ΑΕΙ ενώ ασκεί εποπτικό έλεγχο στη λειτουργία των πάσης φύσεως υπηρεσιών, επιτροπών, ομάδων εργασίας και λοιπών οργάνων της ΕΘΑΑΕ. Υπηρετώ ως Μέλος του ΑΣΥ από το 2023 και, όπως γνωρίζετε από την προηγούμενη εβδομάδα έχω εκλεγεί ως Αντιπρόεδρος του ΑΣΥ.


Το Συμβούλιο Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (ΣΑΠ) αποτελείται από τον Πρόεδρο της Αρχής, από οκτώ μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού των ΑΕΙ με εξειδίκευση στους διάφορους επιστημονικούς κλάδους, έναν εκπρόσωπο των φοιτητών και έναν εκπρόσωπο των Επιμελητηρίων.  Υπηρέτησα ως Μέλος του ΣΑΠ την περίοδο 2020-2023 έχοντας την ευθύνη για τον επιστημονικό κλάδο των Φυσικών Επιστημών και Μαθηματικών.  Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του ΣΑΠ είναι η αξιολόγηση των ΑΕΙ και των επί μέρους Ακαδημαϊκών και Ερευνητικών τους μονάδων, η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών των τριών κύκλων ανώτατης εκπαίδευσης και των προγραμμάτων διά βίου και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η πιστοποίηση πιθανών νέων προγραμμάτων σπουδών πριν την έναρξη λειτουργίας τους αλλά και η διενέργεια θεματικών αξιολογήσεων των ΑΕΙ όπως, π.χ., για τη στρατηγική διεθνοποίησης, την απορρόφηση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας, τη διασφάλιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, κ.α.
Η ΕΘΑΑΕ στα πέντε περίπου έτη λειτουργίας της έχει πραγματοποιήσει ένα τεράστιο έργο σύμφωνα με την αποστολή της.  Κατ’ αρχάς να πω πως συντάσσει ετησίως και δημοσιοποιεί Έκθεση για την κατάσταση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην χώρα μας, η οποία περιέχει τόσος ποσοτικά δεδομένα όσο και ανάλυση και αξιολόγηση των δεδομένων αυτών διότι, όπως καταλαβαίνετε, το πρώτο που χρειάζεται κάποιος για να κάνει πολιτική είναι να έχει τα data. Να αναφέρω, επίσης, πως η ΕΘΑΑΕ ανέπτυξε και δημοσιοποίησε τις Αρχές Ποιότητας για την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών (προπτυχιακών και μεταπτυχιακών) και προχώρησε στην διαδικασία πιστοποίησης όλων των προγραμμάτων προπτυχιακών και ενός πολύ μεγάλου ποσοστού μεταπτυχιακών συστήνοντας για καθένα ξεχωριστά Επιτροπές Πιστοποίησης που αποτελούνται από Έλληνες επιστήμονες της αλλοδαπής, χωρίς συγκρούσεις συμφερόντων με τα προς αξιολόγηση Ιδρύματα και Τμήματα.  Θέσπισε, επίσης, και δημοσιοποίησε κριτήρια αξιολόγησης πρότασης για την ίδρυση νέου Τμήματος ή την μετονομασία ή αλλαγή έδρας υπάρχοντος, την συγχώνευση Ακαδημαϊκών Μονάδων ή την κατάτμηση Ακαδημαϊκής Μονάδας, ή την κατάργηση Τμήματος.  Ανέπτυξε, επίσης, και δημοσιοποίησε τον Πίνακα Κριτηρίων Ποιότητας των ΑΕΙ με τα οποία αξιολογούνται τα ΑΕΙ και με βάση την επίδοσή τους κατανέμεται το 30% της ετήσιας χρηματοδότησης των ΑΕΙ από το Υπουργείο.  Θεωρώ τέλος πάρα πολύ σημαντικό πως μέσω και της ΕΘΑΑΕ αλλά και με τις άοκνες προσπάθειες των Ιδρυμάτων έγινε πλέον αποδεκτή από όλη την Ελληνική Ακαδημαϊκή Κοινότητα η κουλτούρα της αξιολόγησης – θυμηθείτε τι γινόταν πριν 15-20 χρόνια και θα συναισθανθείτε την διαφορά.  Αυτή η συμβολή στην ποιότητα της Ανώτατης Εκπαίδευσης φαίνεται και από τις σχεδόν συνεχείς βελτιώσεις της κατάταξης των Ελληνικών Ιδρυμάτων στις διεθνείς κατατάξεις.»

Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε αντιδράσεις επιστημόνων για τον τρόπο που χορηγούνται οι επιδοτήσεις σε ανταγωνιστικά προγράμματα. Πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια στη χρηματοδότηση της έρευνας; Δεδομένου ότι η κρατική χρηματοδότηση δεν καλύπτει όλες τις ανάγκες των ερευνητικών ομάδων.
«Αυτό που θίγετε είναι ένα άλλο πολύ μεγάλο πρόβλημα που σχετίζεται πάλι με την Αξιολόγηση.  Η αξιολόγηση των Ερευνητικών Προτάσεων πρέπει να γίνεται από ανεξάρτητες Επιτροπές που θα αναθέτουν τις προτάσεις σε Εμπειρογνώμονες, ήτοι Επιστήμονες υψηλής ποιότητας, οι οποίοι θα είναι Επαΐοντες, δηλ. Ειδικοί στην ευρύτερη ερευνητική περιοχή της πρότασης.  Επί πλέον, οι Εμπειρογνώμονες αυτοί δεν θα έχουν καμία «σύγκρουση συμφερόντων» (conflict of interest) με τους υποβάλλοντες την πρόταση που αναλαμβάνουν είτε να αξιολογήσουν στην αρχή είτε να κρίνουν, σε επόμενο στάδιο, κάποια ένσταση.  Δυστυχώς στην χώρα μας το θέμα «σύγκρουση συμφερόντων» είναι κάτι που δεν του δίνουμε την πρέπουσα σημασία. Αυτό ισχύει σε όλους τους τομείς δραστηριότητας και όχι μόνο στις ερευνητικές προτάσεις. Έτσι, επιστρέφοντας, στις ερευνητικές προτάσεις, δεν μπορεί η αξιολόγηση των προτάσεων της προκήρυξης «Trust Your Stars» να ανατίθεται βεβιασμένα σε ένα πολύ μικρό αριθμό επιστημόνων που, επί πλέον, είχαν δυστυχώς πολύ περιορισμένο ερευνητικό έργο.  Η ιδέα για την στόχευση της συγκεκριμένης προκήρυξης ξεκίνησε το 2014 από τον Νομπελίστα Roger D. Kornberg από το Πανεπιστήμιο Stanford (Νόμπελ Χημείας 2006), ο οποίος, σε ομιλία του στο Ζάππειο επ’ ευκαιρία της λήξης της Ελληνικής Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, είχε τονίσει την εμπιστοσύνη που πρέπει να δείχνει η χώρα τους καλύτερους επιστήμονες όπως και την ιδιαίτερη αξία οι χρηματοδοτήσεις να «κατανέμονται με βάση την ποιότητα, στα πιο αξιόλογα άτομα και σε κέντρα αριστείας» («allocated on the basis of exceptional merit, to the most worthy individuals and to centers of excellence»).  Είχα αναφέρει το 2020 την ομιλία αυτή στον τότε Υφυπουργό Παιδείας, κ. Βασίλη Διγαλάκη, οποίος την υιοθέτησε στο όνομα της εν λόγω προκήρυξης.  Η προκήρυξη αυτή θα ήταν πραγματικά μία ευκαιρία να αξιοποιηθούν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης μέσω της χρηματοδότησης των καλύτερων επιστημόνων και των καλύτερων προτάσεων.  Υπήρχαν οι δυνατότητες και οι ευκαιρίες να γινόταν αυτό πραγματικότητα αξιοποιώντας αξιολογητές ποιότητας, οι οποίοι θα μπορούσαν να προέρχονται από τα Ερευνητικά Κέντρα μιας και στην προκήρυξη τα Ερευνητικά Κέντρα δεν ήταν δυνητικοί δικαιούχοι. Αυτό δεν έγινε και μάλιστα φαίνεται πως στην διαδικασία αξιολόγησης ενεπλάκη και η τεχνητή νοημοσύνη που έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα.  Έχει υποβληθεί ένας πολύ μεγάλος αριθμός ενστάσεων επί των αποτελεσμάτων και αναμένει όλη η Ακαδημαϊκή Κοινότητα (συμπεριλαμβανομένου και εμού) την κρίση της Επιτροπής Ενστάσεων.»  

Ένα θέμα που ταλανίζει τα ΑΕΙ είναι η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό. Υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης αυτού του φαινομένου;
«Η μετακίνηση Ελλήνων Επιστημόνων στο εξωτερικό είναι μία πραγματικότητα που ισχύει εδώ και πάρα πολλά χρόνια.  Να σας δώσω ένα παράδειγμα: οι Χημικοί Μηχανικοί που αποφοιτούσαν πρώτα μόνο από το ΕΜΠ και αργότερα και από το ΑΠΘ (μετά το 1977-78) και το Πανεπιστήμιο Πατρών (μετά το 1983) παραδοσιακά έκαναν αιτήσεις σε Πανεπιστήμια κυρίως των ΗΠΑ για να πραγματοποιήσουν μεταπτυχιακές και κυρίως διδακτορικές σπουδές.  Για το ΕΜΠ αυτό ίσχυε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970.  Σχεδόν από εκείνα τα χρόνια, η επιστήμη αυτή στις ΗΠΑ κυριαρχείται από πολύ διακεκριμένους Έλληνες Καθηγητές σε όλα τα καλά και λιγότερο καλά Πανεπιστήμια των ΗΠΑ.  Στο αντίστοιχο Συνέδριο Χημικών Μηχανικών, δεν είναι «ασφαλές» να μιλάς Ελληνικά, εάν θέλεις να πεις κάποιο μυστικό διότι είναι πολύ πιθανόν και ο διπλανός σου να είναι Έλληνας/Ελληνίδα που δεν τον/την γνωρίζεις.  Μία διαφορά, όμως, με το τι έγινε τα χρόνια της κρίσης είναι πως για πολλά χρόνια και, ιδιαίτερα την δεκαπενταετία 1990-2005, η Ελλάδα δημιουργούσε ευκαιρίες, κυρίως θέσεις σε Πανεπιστήμια ή Ερευνητικά Κέντρα, για να επιστρέψουν κάποιοι (αν όχι πολλοί, τουλάχιστον αρκετοί) και να προσφέρουν στην χώρα μας.  Αυτό, μάλιστα, έδωσε μεγάλη ώθηση σε νέα Πανεπιστήμια, όπως το Πανεπιστήμιο Κρήτης, και νέα Ερευνητικά Ιδρύματα, όπως το ΙΤΕ, να εμπιστευθούν τέτοιους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν την επιθυμία να επιστρέψουν στην Ελλάδα, να τους προσλάβουν σε θέσεις Καθηγητών ή Ερευνητών και να συνεισφέρουν και αυτή στην ραγδαία πρόοδο των Ιδρυμάτων.  Όσα Ιδρύματα δεν το έπραξαν, δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την πρόοδο αυτή με όσο γοργά βήματα απαιτούνται.  Άρα το πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουμε είναι όχι να μην μετακινούνται οι Έλληνες Επιστήμονες στο εξωτερικό  αλλά το πώς θα δημιουργεί η χώρα τις ευκαιρίες για τα παιδιά που έχουν την επιθυμία να επιστρέψουν να μπορέσουν να μην διακόψουν αλλά μάλιστα να συνεχίσουν ακόμη καλύτερα την όποια επιτυχημένη καριέρα τους.»

Πολλές φορές, το Υπουργείο Παιδείας επιχειρεί να συνδέσει τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ με δείκτες αξιολόγησης. Είναι εφικτό και αποτελεσματικό αυτό ή οδηγεί στην υποβάθμιση κάποιων Πανεπιστημίων;
«Σας ανέφερα και προηγουμένως πως μία από τις αρμοδιότητες του Ανωτάτου Συμβουλίου της ΕΘΑΑΕ, με την οποία μάλιστα ασχολούμαστε αυτή την περίοδο, είναι η συλλογή και επεξεργασία μιας σειράς δεδομένων ποιότητας που υποβάλλουν τα ΑΕΙ, την μοριοδότησή τους με βάση δημοσιοποιημένα Κριτήρια Ποιότητας και την εξ αυτού εισήγηση προς τον/την Υπουργό Παιδείας για την κατανομή του 30% της ετήσιας επιχορήγησης των ΑΕΙ. Τα κριτήρια αυτά έχουν ήδη εφαρμοσθεί από τον προϋπολογισμό του 2022 (τότε αφορούσαν το 20% της χρηματοδότησης) και ήδη τα ΑΕΙ έχουν επιδοθεί σε μία έντονη και συνεχή προσπάθεια να βελτιώσουν του δείκτες που τους αφορούν για να αναρριχηθούν υψηλότερα στην τελική λίστα της μοριοδότησης.  Τα εν λόγω κριτήρια αφορούν δείκτες για την συνεχή βελτίωση των βασικών ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων του ΑΕΙ (Ενότητα Α), για την αριστεία στην έρευνα και τις επιδόσεις του επιστημονικού προσωπικού (Ενότητα Β), για την διασύνδεση με την κοινωνία, την αγορά εργασίας, και αξιοποίηση της παραγόμενης γνώσης (Ενότητα Γ), για την διεθνοποίηση (Ενότητα Δ) και για την ποιότητα του πανεπιστημιακού περιβάλλοντος (Ενότητα Ε).  Να σημειώσουμε πως το υπόλοιπο 80% της επιχορήγησης κατανέμεται με βάση άλλη σειρά αντικειμενικών κριτηρίων, όπως αριθμός Τμημάτων, αριθμός φοιτητών, απαιτήσεις εργαστηριακών υποδομών, γεωγραφική διασπορά, κλπ.  Πιστεύω πως η διασύνδεση αυτή της χρηματοδότησης με δείκτες ποιότητας όχι μόνο δεν οδηγεί σε υποβάθμιση αλλά ενισχύει την ευγενή άμιλλα μεταξύ των ΑΕΙ και ακόμη περισσότερο τα ποιοτικά Ιδρύματα.  Το Πανεπιστήμιο Κρήτης όλα τα χρόνια βρίσκεται, παρά το μικρό του μέγεθος, μεταξύ της 4ης και της 6ης θέσης αμέσως μετά τα μεγάλα Πανεπιστήμια (ΕΜΠ, ΕΚΠΑ, ΑΠΘ) και με την θέση του να εναλλάσσεται με το ΟΠΑ και το Χαροκόπειο.  Τα φετινά αποτελέσματα που αφορούν δεδομένα για το 2024 θα ανακοινωθούν σύντομα.»

Ποια είναι η θέση των ελληνικών ΑΕΙ στον διεθνή ακαδημαϊκό χώρο όσο αφορά στην ποιότητά τους;
«Τα Ελληνικά ΑΕΙ εμφανίζονται εν γένει σε αξιοπρεπείς θέσεις στις διάφορες διεθνείς κατατάξεις με την θέση τους, όμως, να έχει αρκετά σκαμπανεβάσματα.  Πρέπει εδώ να πούμε πως για αρκετές από αυτές τις κατατάξεις χρειάζεται τα ίδια τα Ιδρύματα να υποβάλλουν διάφορα δεδομένα.  Για πολλά χρόνια τα Ελληνικά Ιδρύματα αμελούσαν να υποβάλλουν τέτοια στοιχεία με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται σε κάποιες κατατάξεις. Αν αναφερθούμε σε κάποιες αντιπροσωπευτικές κατατάξεις και μιλήσουμε για το 2025, θα μπορούσαμε να πούμε πως στην λίστα Times Higher Education (THE), για παράδειγμα, το ΕΚΠΑ βρίσκεται στις θέσεις 501-600 ενώ το Παν. Κρήτης και το Χαροκόπειο ακολουθούν στις θέσεις 601-800 με το ΑΠΘ και το ΕΜΠ στις θέσεις 801-1000. Η κατάταξη THE αξιολογεί διδασκαλία, ερευνητικό περιβάλλον, ποιότητα έρευνας, σχέσεις με βιομηχανία και διεθνείς προοπτικές.  Σημειώστε, επίσης, πως το Πανεπιστήμιο του York και το Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας, των οποίων έχουν εγκριθεί οι προτάσεις για άνοιγμα Παραρτημάτων τους στην Ελλάδα βρίσκεται στην θέση 146 και 501-600, αντίστοιχα. Στην πλέον πρόσφατη λίστα Quacquarelli Symonds (QS), το ΕΜΠ βρίσκεται στην θέση 355 παγκοσμίως, το ΕΚΠΑ στην θέση 390, το ΑΠΘ στη θέση 485 ενώ το Πανεπιστήμιο Κρήτης βρίσκεται στην θέση 628. Στην λίστα της Σαγκάης (Academic Ranking of World Universities, ARWU), τα ΕΚΠΑ και ΑΠΘ εμφανίζονται στις θέσεις 501-600, το Πανεπιστήμιο Κρήτης στις θέσεις 801-900 και το Πανεπιστήμιο Πατρών στις θέσεις 901-1000.»

Ποια είναι η θέση των ΑΕΙ που έχουν έδρα τους την Κρήτη στην ελληνική πραγματικότητα;
«Η Κρήτη διαθέτει τρία ΑΕΙ με διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικά μεγέθη και διαφορετική παράδοση.  Το Πανεπιστήμιο Κρήτης θεραπεύει τόσο θετικές σπουδές και ιατρική στο Ηράκλειο όσο και ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές στο Ρέθυμνο ενώ θεραπεύει μόνο εμμέσως τις επιστήμες μηχανικού.  Αν και τα κριτήρια που εφαρμόζονται στις αξιολογήσεις μεταξύ των επιστημονικών πεδίων είναι αρκετά διαφορετικά, το Πανεπιστήμιο Κρήτης διακρίνεται σε όλα τα πεδία και βρίσκεται σε πολύ υψηλή θέση μεταξύ των Ελληνικών ΑΕΙ και όχι μόνο. Σημειώστε πως δεν το λέω αυτό επειδή είμαι μέλος του. Αναφέρθηκα ήδη στις μοριοδοτήσεις των κριτηρίων ποιότητας μεταξύ των Ελληνικών ΑΕΙ, όπου το Πανεπιστήμιο Κρήτης είναι μεταξύ 4ης και 6ης θέσης μετά τα ΕΜΠ, ΕΚΠΑ, ΑΠΘ και ανταγωνιζόμενο με ΟΠΑ και Χαροκόπειο. Στις διεθνείς κατατάξεις εμφανίζεται σε ακόμη καλύτερη θέση όπου στην λίστα THE βρίσκεται στην 2η θέση μεταξύ των Ελληνικών ΑΕΙ (ισόβαθμο με το Χαροκόπειο στην συνολική βαθμολογία αλλά με ξεκάθαρο προβάδισμα στην 2η θέση με το κριτήριο «διεθνείς προοπτικές»).  Στην λίστα QS, το Πανεπιστήμιο Κρήτης βρίσκεται ξεκάθαρα στην 4η θέση μετά τα τρία μεγάλα ενώ στην λίστα της Σαγκάης, το 2025 εμφανίζεται στην 3η θέση ενώ το 2024 ισοβαθμούσε στις θέσεις 3-5 με το ΕΜΠ και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.  Το Πολυτεχνείο Κρήτης είναι ένα Ίδρυμα πολύ μικρού μεγέθους που θεραπεύει αποκλειστικά Επιστήμες Μηχανικών.  Στις μο5ριοδοτήσεις της ΕΘΑΑΕ βρίσκεται σταθερά στην 7η θέση που είναι πολύ σημαντικό για το μικρό του μέγεθος.  Στις διεθνείς κατατάξεις, η λίστα THE το εμφανίζει στην 10η θέση μεταξύ των Ελληνικών ΑΕΙ (και στις θέσεις 1201-1500 διεθνώς) ενώ δεν εμφανίζεται στις λίστες QS ή της Σαγκάης για το 2025 ή το 2024 – εμφανίζεται στις λίστες Scimago, Webometric, URAP και CWUR.  Το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο είναι ένα μεγάλο Ίδρυμα τεχνολογικής κυρίως κατεύθυνσης, το οποίο δεν έχει ακόμη καταφέρει να ξεπεράσει τον προηγούμενο χαρακτήρα του (ως Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα) με ό,τι αυτό συνεπάγονταν για την ποιότητα του προσωπικού και των φοιτητών.  Στην μοριοδότηση της ΕΘΑΑΕ βρίσκεται στο κάτω μέρος της λίστας σε θέσεις μεταξύ 14-19 μεταξύ των 23 ΑΕΙ που μοριοδοτούνται ενώ δεν εμφανίζεται μέχρι τώρα στις λίστες που ανέφερα ανωτέρω παρά μόνο στις λίστες Scimago και Webometrics.  Πιστεύω πως εάν συνεχιστούν οι πολύ καλές προσπάθειες του προσωπικού και της διοίκησής του, οι δείκτες αυτοί μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά και σε σύντομο χρονικό διάστημα.  Συνολικά θα έλεγα πως τόσο με ποιοτικά όσο και με αντικειμενικά κριτήρια, τα Ιδρύματα της Κρήτης είναι ιδιαιτέρως ανταγωνιστικά εντός Ελλάδος, θα έλεγα πως σε κάποια αντικείμενα και πεδία πραγματικά πρωτοπορούν και ανταγωνίζονται με μεγάλη επιτυχία τα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.  Την ίδια στιγμή, η Κρήτη διαθέτει και τα Ερευνητικά της Κέντρα με πρωτοπόρο, φυσικά, το ΙΤΕ αλλά και με το ΕΛΚΕΘΕ που δημιουργούν ένα πρωτοποριακό οικοσύστημα Εκπαίδευσης και Έρευνας καθιστώντας την Περιφέρεια Κρήτης έναν σημαντικό κόμβο Αριστείας.»

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση