ΚΡΗΤΗ
Το καφενείο της Κρήτης που το ξέρουν μέχρι το …διάστημα
Από το καφενείο του «Καφατίλα» έχουν περάσει πολιτικοί, καλλιτέχνες, σκηνοθέτες μέχρι και αστροναύτες
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Στο καφενείο του Καφατίλα, κατά κόσμον Αντώνη Θεοφανάκη, στην Επισκοπή Χερσονήσου, ο χρόνος έχει «παγώσει» στις δεκαετίες ’70-’80. Όταν πατάς το πόδι σου στο καφενείο του κ. Αντώνη χαζεύεις τον διάκοσμο και μπροστά στα μάτια σου ζωντανεύουν εικόνες άλλων εποχών. Οι τοίχοι είναι καλυμμένοι με φωτογραφίες, γκραβούρες, εικόνες Αγίων, καλλιγραφικούς καταλόγους του παρελθόντος και αλησμόνητα διαφημιστικά πόστερ. Μία κοκκινομάλλα καλλονή με φινετσάτο ολόσωμο μαγιό απλώνει τα καλλίγραμμα πόδια της στην άμμο όσο απολαμβάνει εκστασιασμένη ένα ποτήρι μπίρα. «Γιατί έτσι μας αρέσει», φυσικά. Στα ράφια ξεχειλίζουν τα λογής-λογής μπιχλιμπίδια, μινιατούρες, χριστουγεννιάτικα στολίδια, σημαιάκια του ΟΦΗ, ξύλινα καραβάκια, παλιά μπουκάλια με ουίσκι και κονιάκ και πόσα ακόμα μικρά πραγματάκια που δίνουν χαρακτήρα στον χώρο. Στην παλιά γυάλινη βιτρίνα επικρατεί το αδιαχώρητο. «Ελ Γκρέκο, ο Ζωγράφος του Θεού», ένα από τα δεκάδες στοιβαγμένα βιβλία που διακρίνουμε πίσω από το τζάμι. «Συνυπάρχουν» μάλλον αδιαμαρτύρητα με παλιές και νεότερες φωτογραφίες αγαπημένων, μπισκότα και σοκολάτες. Ρίχνω κλεφτές ματιές στα διάφανα βάζα με τις καραμέλες και τα ζαχαρωτά και νιώθω σαν μικρό παιδί που θέλει να κάνει σκανδαλιά.
«Αυτό ήταν καφενείο Βενιζελικό» λέει στο Cretalive.gr ο Αντώνης Θεοφανάκης, αν και περιττή η διευκρίνιση με τόσα κάδρα του Εθνάρχη στους τοίχους. «Τις εποχές της πόλωσης, νεοδημοκράτης δεν πατούσε το πόδι του εδώ μέσα. Τώρα πια είναι όλοι τουρλού-τουρλού».
Ήταν 20 ετών όταν τον Ιανουάριο του 1978 ήρθε κακήν κακώς στην Κρήτη από την Αθήνα όπου σπούδαζε για να κηδέψει τον πατέρα του. Ο Δημήτρης Θεοφανάκης, καφετζής και κοινοτάρχης, είχε σκοτωθεί σε φοβερό τροχαίο που είχε συγκλονίσει τότε την τοπική κοινωνία. Ο Αντώνης τα παράτησε όλα στην πρωτεύουσα και ανέλαβε το καφενείο που έκανε ο πατέρας του από το 1972. «Τότε ήταν ο Χρυσός Αιώνας του Περικλή. Καλές εποχές. Εκατό καρέκλες να είχες, ήταν όλες γεμάτες. Και για να κάτσει κάποιος τους χειμερινούς μήνες, έπρεπε να σηκωθεί άλλος. Ντουμάνι βέβαια. Κάπνιζαν φουλ. Δεν έβλεπες από τον καπνό. Έπαιζαν όλη μέρα χαρτιά. Και επειδή τότε είχε πολλές διακοπές ρεύματος, είχαμε λουξάκια που δούλευαν με το γκάζι… για να μην χάσουν κάποια παρτίδα».
Το καφενείο έχει μείνει αναλλοίωτο στο χρόνο. Μπορεί εκείνος να ήταν νιος και να μεγάλωσε-πέρασαν σχεδόν 48 χρόνια από τότε-όμως ο χώρος έμεινε «απείραχτος». «Είναι ίσως το μοναδικό καφενείο που λειτουργεί ακόμα με αστυνομική διάταξη του 1979 και όχι με άδεια του δήμου» λέει ο κ. Αντώνης που σιγά-σιγά ετοιμάζεται για σύνταξη.
-Πόσα βήματα έχετε κάνει τόσα χρόνια εδώ μέσα;
-«Ουυυ, έχω πάει δύο-τρεις φορές στο φεγγάρι και έχω γυρίσει»
Όσο για τους καφέδες, χιλιάδες είναι καμωμένοι από τα χέρια του. «Μέρα-νύχτα, επί 48 χρόνια εδώ μέσα, κάμετε λογαριασμό». Θυμάται ότι τις καλές εποχές ήθελε δύο 50κιλα τσουβάλια ζάχαρη το μήνα. «Οι άνθρωποι δούλευαν σκληρά στα χωράφια και ήθελαν ενέργεια.. Θυμάμαι 50 νοματαίους να κοιμούνται με το απίρι τα μεσημέρια απέναντι στον Άγιο Μηνά. Ήταν και οι σταφίδες. Είχε ο κόσμος λεφτά τότε».
Την εποχή εκείνη ήταν πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα που σέρβιραν στους πελάτες. «Είχαμε βιοτεχνία εδώ και έβγαζε γκαζόζα, λεμονάδα, πορτοκαλάδα, ζελίντα και βυσσινάδα.. Σερβίραμε σουμάδες, κανελάδες. Τότε δεν είχαμε κανονικά ψυγεία. Ένας ψαράς έφερνε τον πάγο και τον βάζαμε σε κασόνια των ψαριών. Πάνω τοποθετούσαμε ένα τσουβάλι και από πάνω άχυρα και έτσι διατηρούνταν οι πάγοι και τους βάζαμε σε ξύλινα ψυγεία. Είχαμε και μία στέρνα έξω. Είχαμε ένα κουβά, βάζαμε τις γκαζόζες μέσα και τις κατεβάζαμε στην στέρνα μέσα για να είναι παγωμένες».
Τα λουκουμάκια και το υποβρύχιο βανίλια φυσικά είχαν την τιμητική τους. Μεγάλη πέραση είχαν και τα γλυκά του κουταλιού. Μεζέδες, όπως τους εννοούμε σήμερα, δεν υπήρχαν. «Τότε ήταν το αστραγάλι, τα μεζάκια και χύμα μιραντάκια για τον καφέ. Το χειμώνα πάλι είχαμε τις πατάτες στην ξυλόσομπα. Τότε έπιναν πολύ κονιάκ, ούζο, ρακή και κρασί».
Την κουβέντα μας διακόπτει ένα ανυπόμονο πιτσιρίκι. Θέλει παγωτό βανίλια μέσα σε βυσσινάδα. Παρακολουθεί με πελώρια λαχτάρα το τελετουργικό. Αρπάζει το κυπελάκι με το παγωτό και εξαφανίζεται.
«Και σήμερα ακόμα οι μεζέδες είναι στάνταρ. Προσφέρουμε τα απλά. Τυράκι, σαλαμάκι, ντομάτα, αγγουράκι, ελιά, φρίσσα, σαρδέλα».
Όλες αυτές τις δεκαετίες από το καφενείο του Καφατίλα έχουν περάσει γνωστοί πολιτικοί, καλλιτέχνες, τηλε-σταρ, σκηνοθέτες. Μέχρι και αστροναύτες έχουν καθίσει για ρακή στο καφενείο και φωτογραφία τους μάλιστα κοσμεί το μαγαζί.
Πολύ καλά θυμάται την περίπτωση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού που επισκέφθηκε προ 7ετίας στο καφενείο. Κάθισαν να πιούνε μία πορτοκαλάδα και είδαν τις φωτογραφίες του Ελευθερίου Βενιζέλου. Οι γονείς του άνδρα είχαν δουλέψει για τον Βενιζέλο στο Παρίσι. Ο πατέρας του ως οικονόμος και η μητέρα του ως μαγείρισσα. Λίγο καιρό μετά ο Peter-αυτό ήταν το όνομα του-έστειλε στον κρητικό καφετζή μία φωτογραφία του Βενιζέλου μαζί με τους γονείς του, στο Παρίσι.
-«Αντώννηηηη, βάλε ένα παγωτό βανίλια βυσσινάδα…» δίνει παραγγελία απ’ έξω ένα μεγάλο …παιδί, ετών 80, επίσης ανυπόμονο. «Θέλεις και σύ ένα;» με ρωτάει. «Είναι πολύ ωραίο», προσπαθεί να με δελεάσει.
Όση ώρα κουβεντιάζουμε, το μάτι μου πέφτει σε μία παλιά κινηματογραφική μηχανή προβολής. Μου αποκαλύπτει ότι είναι συλλέκτης παλαιών κινηματογραφικών μηχανών προβολής 8 mm και 16 mm. «Τις μαζεύω από 15 ετών. Έχω πάνω από 200 μηχανές, οι οποίες είναι ημί- επαγγελματικές. Έχω και οικιακές. Οι περισσότερες βουβές, έχω και λίγες ομιλούσες. Έχω μηχανές του 1912. Έχω μηχανή που παίρνει χωριστά την ταινία που παίζει βουβή και έχει πλατό επάνω και παίρνει δίσκο βινυλίου» εξηγεί όσο εμείς παίρνουμε μία μικρή γεύση από προβολή.
-«Αλήθεια, τι σας έχει διδάξει το επάγγελμα;»
-ανασηκώνει τα γυαλιά οράσεως και με κοιτάει ευθεία στα μάτια: «σε μαθαίνει να ξεχωρίζεις τον άνθρωπο.. τον μπαταξή, τον κλέφτη, τον ψεύτη, τον μπεσαλή. Τόσα χρόνια μαθαίνεις να τον «ζυγίζεις» τον άλλον».
Στις 2 Μαίου ο κ. Αντώνης έγινε 68. Μια ζωή εκεί μέσα. Χιλιάδες αναμνήσεις, χιλιάδες θύμησες, συναισθήματα, σκέψεις, εικόνες, βιώματα… Ξενύχτια, γλέντια στην πλατεία του Αγίου Μηνά, χορούς, καλαμπούρια, κομματικούς καυγάδες.. Ο κόσμος τότε ήταν «ζωντανός», εκτιμούσε και το πιο απλό. Από το τίποτα, με μία σταφίδα και ένα στραγάλι, στήνονταν αλησμόνητες παρέες. Είχαν άλλη χάρη εκείνες οι εποχές. Τώρα πια, όπως παραδέχεται, δύσκολα συντηρείς ένα καφενείο. «Ε, ήντα να σου πω, τη μοίρα και το ριζικό μου;». Και είναι τόσο κρίμα διότι τα καφενεία στα χωριά της Κρήτης είναι σαν «πυγολαμπίδες» που φωτίζουν τα καλοκαιρινά μας βράδια, συντροφιά με τους ήχους των τριζονιών και τη μυρωδιά από αγιόκλημα.
Διαβάστε περισσότερες ειδήσεις από την Κρήτη και το Ηράκλειο
