ΑΠΟΨΕΙΣ
Τα θεσμικά εχέγγυα ενδυνάμωσης των Δικηγόρων ως εχέγγυα του Κράτους Δικαίου
Σκέψεις με αφορμή τον σημερινό εορτασμό της Ευρωπαϊκή Ημέρας Δικηγόρων
Του Νίκου Λογοθέτη*
Στο πλαίσιο της συζήτησης με αφορμή τον σημερινό εορτασμό της Ευρωπαϊκής Ημέρας Δικηγόρων (αλλά και Ευρωπαϊκής Ημέρας Δικαιοσύνης), δύσκολα θα βρει κάποιος σπουδαιότερο έργο, άξιο αναφοράς, από την υπογραφή της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία του Επαγγέλματος του Δικηγόρου. Η Σύμβαση, η υπογραφή της οποίας αποτελεί κορυφαία θεσμική κατάκτηση για το νομικό κόσμο στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, αποτελεί την πρώτη διεθνή συνθήκη με στόχο την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας, της ασφάλειας και της ελεύθερης και απαρεμπόδιστης άσκησης του –άρρηκτα συνδεδεμένου με το κράτος δικαίου- δικηγορικού επαγγέλματος στα συμβαλλόμενα κράτη – μέλη.
Η αναγκαιότητα του συγκεκριμένου ρυθμιστικού κειμένου, του οποίου βρίσκεται σε εκκρεμότητα η κύρωση ώστε να τεθεί σε ισχύ στην Ελλάδα, έγκειται σε δύο βασικές συνθήκες: αφενός στο γεγονός ότι, κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, ολοένα και περισσότεροι δικηγόροι δέχονται επιθετική, εκφοβιστική και παρενοχλητική συμπεριφορά, καθώς και εμπόδια ή έξωθεν παρεμβάσεις στο έργο τους, και αφετέρου στην διαπίστωση ότι ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και αντιμετωπίζεται η δικηγορία στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και των λοιπών υπογραφόντων κρατών, απαιτεί την επίτευξη ενός ελάχιστου consensus και την δέσμευση επί βασικών κοινών αρχών που θα καταστήσουν εφικτή τη ρυθμιστική παρέμβαση, η οποία είναι απαραίτητη για την ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης.
Τα στατιστικά που πλαισιώνουν χρονικά τη Σύμβαση είναι αποθαρρυντικά και συνηγορούν στη δόμηση μιας παντελώς αντιφατικής πραγματικότητας για τους δικηγόρους σήμερα, με την παράλληλη συνύπαρξη στο πρόσωπό τους, από τη μία πλευρά της ιδιότητας του συλλειτουργού της δικαιοσύνης, από την άλλη εκείνης του θύματος επιθέσεων που -διεξαγόμενες άλλοτε σκοπίμως και άλλοτε παρεμπιπτόντως- απομειώνουν το κύρος αυτής, την δυνατότητα ορθής απονομής της και το κράτος δικαίου. Σύμφωνα με την πρόσφατη σχετική έκθεση του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE) για το έτος 2024, το κλίμα που χαρακτηρίζει την επαγγελματική πραγματικότητα των δικηγόρων στην Ευρώπη είναι κάθε άλλο παρά ευνοϊκό, καθώς το 57,6% αυτών δηλώνει ότι έχει υπάρξει θύμα λεκτικής ή σωματικής βίας, απειλητικής ή ευρύτερα παρενοχλητικής συμπεριφοράς, τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ή τριών ετών.
Πέραν του ότι η Σύμβαση έρχεται να καλύψει τις σοβαρότατες προαναφερόμενες κοινωνικές και τυπικές συνθήκες, η αξία της έγκειται και σε πλήθος άλλων παραμέτρων που αφορούν τον οργανισμό στο πλαίσιο του οποίου προέκυψε, τον εν γένει χαρακτήρα της, το πεδίο εφαρμογής και το ουσιαστικό της περιεχόμενο, καθώς και τον ευεργετικό θεσμικό της αντίκτυπο στα δικαιώματα – όχι μόνο της επαγγελματικής ομάδας στην οποία αναφέρεται- αλλά του συνόλου των πολιτών. Κατά πρώτον, το Συμβούλιο της Ευρώπης αποτελεί τον επιφανέστερο και παλαιότερο οργανισμό ο οποίος έχει ως σκοπό την ευρωπαϊκή ενοποίηση και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω διεθνών συμβάσεων, επιβλέποντας την πρόοδο των κρατών μελών σε αυτούς τους τομείς και προβαίνοντας σε συστάσεις μέσω ανεξάρτητων εποπτικών φορέων. Το κύρος, η μακρόχρονη παράδοσή του και η καθοριστική συμβολή του στην ανά τις δεκαετίες διαμόρφωση της νομικής προσέγγισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών συνιστούν εχέγγυο ενδελεχούς ρύθμισης.
Επιπλέον, δεν πρόκειται για μια Σύμβαση απλώς και μόνον διακηρυκτικού χαρακτήρα, καθώς στο πλαίσιο αυτής συστήνεται εποπτικός μηχανισμός παρακολούθησης για την εφαρμογή της, με κομβικό ρόλο εκείνον της Ομάδας Ειδικών για την Προστασία του Επαγγέλματος του Δικηγόρου (GRAVO). Το πεδίο εφαρμογής της παρουσιάζει ευρύτητα για να καλύπτει, όχι μόνον τους δικηγόρους ως προς τους υφιστάμενους και μελλοντικούς πελάτες τους και τους δικηγορικούς συλλόγους, αλλά και έναν κύκλο επαγγελματιών που συνεργάζεται μαζί τους κατά την παροχή νομικών υπηρεσιών (γραμματείς, λογιστές, υπευθύνους πληροφορικής κ.α.).
Η ευρύτητα, στην κάλυψη περιπτώσεων που χρήζουν προστασίας, χαρακτηρίζει και το περιεχόμενο της Σύμβασης αυτό καθαυτό, καθώς καταλαμβάνει -μεταξύ άλλων- ζητήματα που αφορούν την ουσιαστική αυτονομία του δικηγόρου κατά την άσκηση του επαγγέλματός του (αποδοχή ή μη εκπροσώπησης και παροχής συμβουλευτικής και την δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης αυτής, ελευθερία της έκφρασης κ.α.), τη δίκαιη και αντικειμενική πειθαρχική τους αντιμετώπιση, προστατευτικά μέτρα σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας τους κ.α. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι και οι προεκτάσεις της Σύμβασης στο δικαίωμα του πολίτη σε αποτελεσματική υπεράσπιση και δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται στο πλαίσιο της Σύμβασης και λειτουργεί υπέρ αυτού (διασφάλιση επαγγελματικού απορρήτου, πρόσβασης σε νομικές υπηρεσίες κ.α.), καθιστώντας τη Σύμβαση ένα θεσμικό κείμενο που δρα προστατευτικά για το κοινωνικό σύνολο, απομακρυνόμενο από λογικές επαγγελματικής «κάστας».
Ρυθμιστική κάλυψη επίκαιρων ζητημάτων και ο κομβικός ρόλος των Δικηγορικών Συλλόγων
Ως προς τα επίκαιρα, και διόλου ξένα για την ελληνική επαγγελματική καθημερινότητα του δικηγορικού κλάδου, ζητήματα που θέτει η Σύμβαση, αξίζει να σημειωθεί ότι στο εγγύς παρελθόν το ζήτημα της προστασίας του δικηγορικού επαγγέλματος τέθηκε εμφατικά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απεφάνθη, στην απόφασή του επί της υποθέσεως Λεωτσάκος κατά Ελλάδος, ότι οι διώξεις κατά μελών νομικών επαγγελμάτων θίγουν ακριβώς την ουσία του συστήματος της ΕΣΔΑ, ότι η έρευνα στους επαγγελματικούς χώρους ενός δικηγόρου αποτελεί ανάμειξη στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και στην αλληλογραφία του και η άνευ ειδικών δικονομικών εγγυήσεων διεξαγωγή της συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Η αποτελεσματική εφαρμογή, όμως, της Σύμβασης για την Προστασία του Επαγγέλματος του Δικηγόρου δεν θα μπορούσε να νοηθεί, ούτε φυσικά να είναι εφικτή, χωρίς την παρουσία και ενεργό δράση των Δικηγορικών Συλλόγων, ως οργάνων θεσμικής εκπροσώπησης των επαγγελματιών του κλάδου. Για τον λόγο αυτό, η Σύμβαση θέτει επιτακτικά μία σειρά ζητημάτων όπως αυτά της ανεξαρτησίας των Συλλόγων, της παρακολούθησης της εφαρμογής του κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας, της έμφασης στη συνεχιζόμενη κατάρτιση των μελών τους, καθώς και της αναγκαιότητας της προσφυγής της Πολιτείας στους Δικηγορικούς Συλλόγους στο πλαίσιο του νομοπαρασκευαστικού έργου - τόσο για λόγους αρχής, όσο και για λόγους πρακτικής χρησιμότητας προς αξιοποίηση της εξειδικευμένης γνώσης και εμπειρίας τους.
Τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι τα κράτη-μέλη, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και τα μέλη τους στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, έχουν ήδη στα χέρια τους ένα πολύτιμο εργαλείο που μπορεί να δώσει απάντηση σε διαχρονικά ανακύπτοντα προβλήματα του νομικού κόσμου. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την πλήρη αξιοποίησή του, μεγάλη ευθύνη και καθήκον όλων των εμπλεκομένων.
*Ο κ. Νίκος Λογοθέτης είναι Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου
