ΑΠΟΨΕΙΣ

Κριτική, Κυνισμός και Πολιτική: Από τον Καντ στον Αλέξη Τσίπρα

Η φιλοσοφία, και ιδίως η καντιανή κριτική, μας υπενθυμίζει ότι χωρίς αυστηρότητα και αυτοπεριορισμό, κάθε γνώση γίνεται αυθαίρετη και κάθε δράση ανεξέλεγκτη.

Αλέξης Τσίπρας
Photo Credits: @intime (αρχείου)

Του Απόστολου Λουλουδάκη

 Η φιλοσοφία ανέκαθεν συνδέθηκε με την κριτική ικανότητα του ανθρώπινου λόγου, την αναζήτηση της αλήθειας και την κατανόηση των ορίων της ανθρώπινης γνώσης και δράσης. Ο Ιμάνουελ Καντ, με την Κριτική του Καθαρού Λόγου, εγκαινίασε ένα νέο παράδειγμα σκέψης που δεν περιορίζεται στο περιεχόμενο των γνώσεων μας, αλλά εξετάζει τις ίδιες τις προϋποθέσεις τους. Η «κριτική» στον Καντ δεν είναι απλή άρνηση ή αμφισβήτηση, αλλά μια μεθοδική διερεύνηση των ορίων και των δυνατοτήτων του λόγου, που θέτει το πλαίσιο εντός του οποίου η γνώση και η δράση καθίστανται έγκυρες και υπεύθυνες.

Αντίθετα, στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, η λέξη «κριτική» συχνά χρησιμοποιείται με διαφορετικό τρόπο: όχι ως αυστηρός αυτοπεριορισμός και αναστοχασμός, αλλά ως ρητορικό εργαλείο που δημιουργεί την εντύπωση βάθους και σοβαρότητας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα. Η πολιτική του ρητορική εμφανίζεται ως κριτική απέναντι στο κατεστημένο, όμως η σύγκρισή της με την καντιανή κριτική αναδεικνύει ότι πρόκειται περισσότερο για επιφανειακή θεατρικότητα παρά για πραγματικό αναστοχασμό. Παράλληλα, η στάση του Τσίπρα συνδέεται με μια άλλη μεγάλη φιλοσοφική παράδοση: τον κυνισμό, από τον Αντισθένη και τον Διογένη μέχρι τον Πίτερ Σλότερνταϊκ, που αποτυπώνει την αμφισημία της πολιτικής πράξης ανάμεσα στην ειλικρίνεια και τη στρατηγική.

Μέσα από την προσέγγιση που ακολουθεί αναδεικνύεται πώς η φιλοσοφία μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο ερμηνείας του πολιτικού φαινομένου και ως μέσο κατανόησης των μηχανισμών της σύγχρονης εξουσίας.

Ο Καντ επιχείρησε με την Κριτική του Καθαρού Λόγου (1781) να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: «Τι μπορώ να γνωρίζω;». Το έργο του δεν στοχεύει στην παροχή απαντήσεων για τα μεγάλα μεταφυσικά ζητήματα (ύπαρξη Θεού, αθανασία ψυχής, ελευθερία), αλλά στη διερεύνηση του πλαισίου εντός του οποίου τέτοιες ερωτήσεις έχουν ή δεν έχουν νόημα. Ο Καντ αναδεικνύει ότι ο ανθρώπινος λόγος είναι ισχυρός αλλά όχι παντοδύναμος· έχει όρια τα οποία πρέπει να αναγνωρίσουμε. Η κριτική δεν είναι κατασταλτική, αλλά απελευθερωτική: μόνο όταν γνωρίζουμε τα όρια μπορούμε να κινηθούμε με ασφάλεια και συνέπεια εντός τους.

Η ουσία της καντιανής μεθόδου έγκειται στον αυτοπεριορισμό. Ο λόγος δεν μπορεί να ισχυρίζεται ό,τι θέλει· κάθε πρόταση πρέπει να ελέγχεται ως προς τη δυνατότητά μας να τη γνωρίζουμε. Αυτή η διαδικασία είναι βαθιά ηθική, καθώς αποτρέπει την αυθαιρεσία και επιβάλλει υπευθυνότητα στη γνώση και στη δράση. Ο Καντ δείχνει ότι η πραγματική δύναμη του λόγου βρίσκεται όχι στην απεριόριστη διεκδίκηση, αλλά στην κριτική συνείδηση των ορίων του.

Αν εφαρμόσουμε το καντιανό σχήμα στη σύγχρονη πολιτική σκηνή της Ελλάδας, και ειδικότερα στον λόγο του Αλέξη Τσίπρα, παρατηρούμε μια ενδιαφέρουσα ασυμμετρία. Ο λόγος του Τσίπρα εμφανίζεται ως κριτικός, αναστοχαστικός, αντισυστημικός. Προβάλλει ως αυτοκριτική στάση απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο, με αναφορές σε αξίες, αρχές και κοινωνική δικαιοσύνη. Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά με τον Καντ είναι ότι αυτή η κριτική δεν συνοδεύεται από την αυστηρή μεθοδολογία του αυτοπεριορισμού και του ελέγχου των ορίων.

Η πολιτική ρητορική του Τσίπρα δημιουργεί την εντύπωση βάθους, χωρίς όμως να εξετάζει με συνέπεια τις συνέπειες και τις δυσκολίες των προτεινόμενων επιλογών. Η επιφάνεια της κριτικής λειτουργεί ως εργαλείο πειθούς: ο πολίτης ακούει έναν λόγο που φαίνεται φιλοσοφημένος και ηθικός, αλλά στην πράξη συχνά υποκαθιστά την ουσιαστική αναστοχαστική διάσταση με εντυπωσιακή μορφή. Έτσι, η κριτική γίνεται περισσότερο θεατρική παρά πραγματική.

Αυτή η στρατηγική εντάσσεται σε μια ευρύτερη τεχνική της πολιτικής επικοινωνίας: η μορφή μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία. Σε αντίθεση με τον Καντ, όπου η μορφή (δηλαδή η μεθοδολογία της κριτικής) είναι αναγκαία για την ουσία (την εγκυρότητα της γνώσης), στην πολιτική η μορφή μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα, δημιουργώντας ψευδαίσθηση βάθους χωρίς αντίστοιχη πραγματικότητα. Ο Τσίπρας εμφανίζεται ως «νέος Ταλεϋράνδος» της ελληνικής πολιτικής: ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στις απαιτήσεις του λαού και τις δυνατότητες του κράτους, που χρησιμοποιεί τη ρητορική της κριτικής για να διατηρήσει την εικόνα ηθικής και υπευθυνότητας.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο, χρειάζεται να στραφούμε στην έννοια του κυνισμού. Ο κυνισμός, ως φιλοσοφικό ρεύμα, γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα με τον Αντισθένη, μαθητή του Σωκράτη, και τον Διογένη τον Σινωπέα. Ο Αντισθένης πίστευε ότι η αληθινή ευτυχία έγκειται στην αρετή και στην αυτάρκεια, ενώ ο Διογένης έφτασε στα άκρα, ζώντας ασκητικά, περιφρονώντας τις κοινωνικές συμβάσεις και εκθέτοντας τη ματαιότητα των κοινωνικών αξιών. Ο αρχαίος κυνισμός δεν ήταν ειρωνεία, αλλά επαναστατική πράξη: οι κυνικοί ζούσαν σύμφωνα με την αλήθεια, ακόμη κι αν συγκρούονταν με την κοινωνία.

Στη νεωτερικότητα, ο Γερμανός φιλόσοφος Πίτερ Σλότερνταϊκ επανέφερε τον όρο, μιλώντας για τον «σύγχρονο κυνισμό». 
Στο έργο του Critique of Cynical Reason, ο Σλότερνταικ διακρίνει τον κυνισμό της αρχαιότητας —τον φιλοσοφικό και ηθικό κυνισμό του Διογένη— από τον σύγχρονο, κοινωνικά και πολιτικά εμπεδωμένο κυνισμό, που χαρακτηρίζεται από γνώση της αλήθειας χωρίς πίστη σε αυτήν, και από μια στάση ειρωνικής αποστασιοποίησης. Στην πολιτική, αυτή η μορφή κυνισμού μπορεί να παρατηρηθεί σε ηγέτες και κινήσεις που, αν και γνωρίζουν τις ιδεατές αξίες και υποσχέσεις, προσαρμόζονται σε μια πραγματικότητα όπου οι θεσμοί, οι νόρμες και οι προσδοκίες των πολιτών συχνά συγκρούονται.
Ο σημερινός άνθρωπος γνωρίζει την υποκρισία του συστήματος, κατανοεί τις αντιφάσεις, αλλά συνεχίζει να ζει μέσα σε αυτές, υιοθετώντας την ειρωνεία ή τον συμβιβασμό ως στρατηγική επιβίωσης. Σε αντίθεση με τον αρχαίο κυνικό που ζούσε με αρετή, ο σύγχρονος κυνικός ζει με στρατηγική: γνωρίζει τα όρια της ελευθερίας του, αλλά συμπεριφέρεται σαν να είναι ελεύθερος. Αυτή η «πλασματική ελευθερία» αποτυπώνει τη σύγχρονη εμπειρία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Η ελληνική κοινωνία των τελευταίων δεκαετιών έχει βιώσει βαθιές ανατροπές: οικονομική κρίση, μνημόνια, κοινωνική φθορά και πολιτική αστάθεια. Οι πολίτες κουράστηκαν από υποσχέσεις που δεν υλοποιούνταν, γεγονός που ενίσχυσε μια κουλτούρα κυνισμού. Ήδη από το 2010, οι κυβερνήσεις υπόσχονταν «έξοδο από την κρίση» αλλά υπέγραφαν νέα μνημόνια· οι πολίτες γνώριζαν το μοτίβο αλλά, παρ’ όλα αυτά, προσαρμόζονταν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας αναδείχθηκαν το 2015 ως «αντισυστημική ελπίδα». Η υπόσχεση «σκίζουμε τα μνημόνια» δημιούργησε την εικόνα μιας ριζοσπαστικής ανατροπής. Όμως, λίγους μήνες μετά, η κυβέρνηση υπέγραψε νέο μνημόνιο, γεγονός που αποτέλεσε κορυφαία στιγμή πολιτικού κυνισμού: η αλήθεια ήταν γνωστή, αλλά η πραγματικότητα επέβαλε προσαρμογή. Ο Τσίπρας, από ριζοσπάστης, μετατράπηκε σε στρατηγικό διαχειριστή.

Προσαρμογή και συμβιβασμός: από τον αντιμνημονιακό ριζοσπαστισμό στον συμβιβασμό με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Ειρωνεία στον λόγο: κριτική με υπαινικτικό χιούμορ, σαν να αποκαλύπτει ότι «όλοι γνωρίζουμε πώς παίζεται το παιχνίδι».
Διαχείριση προσδοκιών: η εικόνα του «ρεαλιστή που δεν είχε άλλη επιλογή» αποτελεί τυπική εκδοχή της πλασματικής ελευθερίας.

Οι συνέπειες αυτού του πολιτικού κυνισμού είναι ευρείες: απομάκρυνση πολιτών από την πολιτική συμμετοχή, κανονικοποίηση της υποκρισίας, διάχυτη ειρωνεία και δυσπιστία απέναντι σε νέες πολιτικές προσπάθειες, μείωση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Ο κυνισμός, έτσι, παγιώνεται ως βασικό εργαλείο εξουσίας.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην καντιανή κριτική και τον πολιτικό λόγο του Τσίπρα, σε συνδυασμό με την ανάλυση του κυνισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αναδεικνύει έναν κρίσιμο μηχανισμό της σύγχρονης πολιτικής: η μορφή μπορεί να υποκαταστήσει την ουσία, και η επίφαση της κριτικής ή της ειλικρίνειας μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Ο Καντ μας διδάσκει ότι η αληθινή κριτική είναι περιοριστική, μεθοδική και αυτοσυνειδητή· ο Τσίπρας δείχνει ότι η πολιτική κριτική μπορεί να είναι περισσότερο θεατρική και κυνική, χρησιμοποιώντας τη μορφή για να δημιουργήσει εντύπωση σοβαρότητας.

Η υπέρβαση αυτού του φαύλου κύκλου δεν μπορεί να έρθει μέσα από αποστασιοποίηση ή ειρωνεία, γιατί αυτές ενισχύουν τον κυνισμό. Απαιτείται ενεργή συμμετοχή, απαίτηση για λογοδοσία, πολιτική παιδεία και θεσμική αξιοπιστία. Μόνο έτσι η δημοκρατία μπορεί να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, στηριζόμενη όχι στην ψευδαίσθηση αλλά στην ουσιαστική υπευθυνότητα.

Η φιλοσοφία, και ιδίως η καντιανή κριτική, μας υπενθυμίζει ότι χωρίς αυστηρότητα και αυτοπεριορισμό, κάθε γνώση γίνεται αυθαίρετη και κάθε δράση ανεξέλεγκτη. Η πολιτική, αν θέλει να έχει πραγματική νομιμοποίηση, πρέπει να υιοθετήσει όχι μόνο τη γλώσσα της κριτικής ή της ηθικής, αλλά και την ουσία της: την αυτοκριτική, την ειλικρίνεια και τη συνέπεια. Διαφορετικά, ο κυνισμός θα παραμένει η κυρίαρχη στρατηγική, εγκλωβίζοντας την κοινωνία σε έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας.

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση