Του Απόστολου Λουλουδάκη
Η κρίση στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) δεν αφορά μόνο το μέλλον της Κεντροδεξιάς στην Ελλάδα. Είναι, σε τελική ανάλυση, μια κρίση αντιπροσώπευσης, μια κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, και εν τέλει μια κρίση της ίδιας της δημοκρατίας. Αν δεν βρεθεί λύση, ο κίνδυνος να μετατραπεί σε ευρύτερη πολιτική αστάθεια με θεσμικές συνέπειες είναι υπαρκτός.
Η ΝΔ, από την ίδρυσή της το 1974, υπήρξε ο βασικός πυλώνας του συντηρητικού, φιλελεύθερου χώρου στην Ελλάδα. Κατά περιόδους, κατόρθωσε να εκφράσει ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες – από τη μεσαία τάξη και την επαρχία μέχρι φιλελεύθερους τεχνοκράτες και παραδοσιακά συντηρητικά στρώματα. Ωστόσο, μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις του 2023–2024, η συνοχή αυτής της κοινωνικής συμμαχίας δείχνει να καταρρέει.
Η κρίση της ΝΔ αποτυπώνεται πρώτα και κύρια στο εκλογικό πεδίο. Από τη μία πλευρά, η άνοδος κομμάτων όπως η Ελληνική Λύση ή άλλες μορφές «λαϊκής δεξιάς» απορροφά ψηφοφόρους που θεωρούν ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από τις εθνικές, θρησκευτικές και κοινωνικά συντηρητικές της καταβολές. Θέματα όπως το μεταναστευτικό, η δημόσια ασφάλεια, η σχέση με την Εκκλησία και η κοινωνική συνοχή αντιμετωπίζονται από την κυβέρνηση είτε με τεχνοκρατική ουδετερότητα είτε με θεσμική αδράνεια – και αυτό δυσαρεστεί τη δεξιά της βάση.
Από την άλλη, υπάρχει μαζική απογοήτευση στο κέντρο. Πολλοί ψηφοφόροι που στήριξαν τη ΝΔ το 2019 με προσδοκία σταθερότητας και μεταρρυθμίσεων, επιλέγουν πλέον την αποχή. Δεν μετακινούνται απαραίτητα προς άλλους πολιτικούς φορείς· απλώς αποστασιοποιούνται, αποσύροντας τη συναίνεσή τους από το πολιτικό σύστημα. Η αποχή αυτή δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας, αλλά μορφή «σιωπηρής διαμαρτυρίας» απέναντι σε ένα κόμμα που φαίνεται να έχει χάσει τον προσανατολισμό του.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εκλογικό, αλλά βαθιά ιδεολογικό. Η ΝΔ επιχειρεί να συγκεράσει τρία ετερογενή στοιχεία: τον νεοφιλελεύθερο τεχνοκρατισμό, τον παραδοσιακό συντηρητισμό και την εθνική ρητορική. Το αποτέλεσμα είναι ένας εσωτερικά αντιφατικός λόγος, που δεν πείθει καμία από τις πλευρές που υποτίθεται ότι εκφράζει. Οι μεν βλέπουν έναν κρατιστή κρατικό μηχανισμό, οι δε έναν απονευρωμένο φιλελευθερισμό, και οι τρίτοι μια απουσία στιβαρής εθνικής ταυτότητας.
Παράλληλα, η μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία έχει οδηγήσει σε φαινόμενα αλαζονείας, πελατειακών σχέσεων και ανεπαρκούς διαχείρισης κρίσεων – από φυσικές καταστροφές και τραγωδίες, έως σκάνδαλα παρακολουθήσεων. Η πολιτική κόπωση συνδυάζεται με θεσμική φθορά.
Ο παραδοσιακός κοινωνικός συνασπισμός της ελληνικής Δεξιάς –μεσαία τάξη, επαγγελματίες, επαρχία, εκκλησιαστικά δίκτυα– δεν υπάρχει πλέον ενιαίος. Οι κοινωνίες έχουν διαφοροποιηθεί, τα αιτήματα έχουν μετασχηματιστεί, και το παλιό δίπολο «Δεξιά – Αριστερά» δεν αρκεί για να ερμηνεύσει τις σημερινές πολιτικές συμπεριφορές. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ηγετικό. Είναι πρόβλημα νοήματος: δεν υπάρχει ένα συνεκτικό αφήγημα που να εμπνέει και να ενώνει.
Ο συντηρητικός χώρος στην Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε τέσσερα πιθανά σενάρια:
- Επανασυσπείρωση μέσω ηγετικής αλλαγής
Η ανάδειξη νέας ηγεσίας με καθαρό ιδεολογικό στίγμα θα μπορούσε να ανασυνθέσει τον χώρο, εφόσον υπάρξει και αντίστοιχη πολιτική τόλμη και ιδεολογική συνοχή. - Διάσπαση και δημιουργία νέων κομμάτων
Η συνεχής φθορά ενδέχεται να οδηγήσει σε κατακερματισμό: εμφάνιση νέων κομμάτων δεξιότερα ή πιο κεντρώα, και κατάρρευση της ενότητας του χώρου. - Απορρόφηση από άλλες πολιτικές δυνάμεις
Ένα σημαντικό τμήμα των μετριοπαθών ή μεταρρυθμιστών ψηφοφόρων της ΝΔ μπορεί να προσεγγίσει το ΠΑΣΟΚ ή άλλους σχηματισμούς, αν αυτοί κατορθώσουν να εκφράσουν ένα πειστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. - Μακρόχρονη κρίση αντιπροσώπευσης
Το πιο ανησυχητικό σενάριο είναι η παγίωση μιας κρίσης εκπροσώπησης: μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να αποσυνδεθούν από τη θεσμική πολιτική, επιλέγοντας την αποχή, τον λαϊκισμό ή τη ριζοσπαστικοποίηση. Το φαινόμενο αυτό ήδη διαφαίνεται και μπορεί να ενταθεί αν δεν υπάρξει ουσιαστική ανανέωση.
Η κρίση της ΝΔ δεν είναι πρωτοφανής. Αντίστοιχες δυσκολίες υπήρξαν και στο παρελθόν: το 1993 με τη διάσπαση από τον Αντώνη Σαμαρά, το 2009 με την κατάρρευση του Καραμανλισμού. Εκείνες όμως ήταν κρίσεις που εκδηλώθηκαν σε συγκεκριμένα πολιτικά και ιστορικά συμφραζόμενα, και συνοδεύονταν από την ύπαρξη εναλλακτικών φυσιογνωμιών και ιδεολογικής σαφήνειας.
Σήμερα, το πρόβλημα είναι ευρύτερο και πιο δομικό. Δεν πρόκειται μόνο για φθορά υλικής ισχύος, αλλά για κρίση πολιτικής γλώσσας, έμπνευσης και σύνδεσης με την κοινωνία.
Η ΝΔ πιθανότατα θα επιβιώσει ως κομματικός σχηματισμός. Όμως αυτό που τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι η ικανότητά της να λειτουργήσει ως κεντρικός φορέας πολιτικής σταθερότητας. Κι εδώ ακριβώς το πρόβλημα ξεπερνά τα όρια της Δεξιάς: η αδυναμία του κυβερνώντος κόμματος να εμπνεύσει, να συγκροτήσει πλειοψηφίες και να προτείνει ένα συνεκτικό όραμα για τη χώρα, δημιουργεί κενά. Κενά τα οποία, αν δεν καλυφθούν θεσμικά και δημοκρατικά, κινδυνεύουν να τα καλύψουν φωνές εξτρεμισμού ή μηδενισμού.
Η Ελλάδα δεν αντέχει νέα φάση ακυβερνησίας ή πολιτικής αποσταθεροποίησης. Η δημοκρατία μας έχει υποστεί ήδη σοβαρά πλήγματα – θεσμικά, κοινωνικά και ηθικά. Η κρίση στη ΝΔ είναι ένα ακόμη σύμπτωμα αυτού του εκφυλισμού, και ταυτόχρονα ένας κρίσιμος κόμβος. Είτε θα λειτουργήσει ως εφαλτήριο επαναπροσδιορισμού του συντηρητικού λόγου και ανανέωσης της πολιτικής ζωής, είτε θα συμβάλει στη γενίκευση μιας κρίσης που ενδέχεται να απειλήσει τη θεσμική σταθερότητα της χώρας.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι μόνο το ποιος θα ηγηθεί της ΝΔ την επόμενη μέρα. Το ερώτημα είναι αν ο συντηρητικός χώρος –και συνολικά το πολιτικό σύστημα– μπορούν να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπιστία. Γιατί, χωρίς αυτό, η ελληνική κοινωνία κινδυνεύει να μείνει χωρίς θεσμική εκπροσώπηση και η δημοκρατία χωρίς θεμέλια.
