ΑΠΟΨΕΙΣ
Ευρωπαϊκή αμυντική προετοιμασία: Το νέο προπέτασμα λιτότητας
Η γεωπολιτική εργαλειοποίηση της ανασφάλειας
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Τους τελευταίους μήνες, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εκπέμπουν έναν όλο και πιο σταθερό τόνο κατεπείγοντος. Στους διαδρόμους των Βρυξελλών, στα συμβούλια υπουργών και στους τίτλους των μεγάλων εφημερίδων, η «απειλή πολέμου» παρουσιάζεται σαν ένας πραγματιστικός κανόνας, σχεδόν σαν ένας φυσικός νόμος που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Αρκεί μια σύντομη αναδρομή στους πολιτικούς λόγους των τελευταίων ετών για να διαπιστώσει κανείς τη μεταστροφή: από τις υποσχέσεις ενός μετα-πανδημικού κοινωνικού συμβολαίου, από την ρητορική της «στρατηγικής αυτονομίας» που θα εξισορροπούσε τις χρόνιες οικονομικές ανισορροπίες, περάσαμε στη νέα ευρωπαϊκή «προετοιμασία για πόλεμο».
Σ’ αυτή τη ρητορική συσπείρωσης, όμως, πολλοί παρατηρητές βλέπουν κάτι περισσότερο από μια απλή απάντηση στους γεωπολιτικούς κινδύνους. Διακρίνουν το περίγραμμα μιας πολιτικής που αποσκοπεί όχι τόσο στη στρατιωτική ενίσχυση, όσο στην αναβίωση της παλιάς, γνώριμης δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αποσκοπεί στην επαναφορά της λιτότητας — αυτή τη φορά όχι στο όνομα των αγορών και του ευρώ, αλλά στο όνομα της άμυνας και της ασφάλειας.
Από τον νεοφιλελεύθερο μύθο της ανάπτυξης στο νέο αφήγημα της απειλής
Για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντλούσε την πολιτική της νομιμοποίηση από την υπόσχεση της οικονομικής σύγκλισης και της διαρκούς ανάπτυξης. Ήταν το μεγάλο αφήγημα που υποκαθιστούσε κάθε δημοκρατικό έλλειμμα. Εάν οι πολίτες δυσφορούσαν, η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, περισσότερη δημοσιονομική πειθαρχία, περισσότερη ανταγωνιστικότητα — και κάποια στιγμή, η ευημερία θα έφτανε και σε αυτούς.
Αυτό το αφήγημα κατάρρευσε θεαματικά μέσα στη δεκαετία του 2010. Η κρίση χρέους, η αποβιομηχάνιση, οι ακραίες κοινωνικές ανισότητες και οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις στην αγορά εργασίας αποκάλυψαν τις δομικές αδυναμίες ενός μοντέλου που στηρίχθηκε στην απορρύθμιση, στη συμπίεση των μισθών και στην κρατική αποχή από στρατηγικές επενδύσεις. Ενώ οι ελίτ συνέχιζαν να επαναλαμβάνουν τις ίδιες συνταγές, οι κοινωνίες βυθίζονταν στην ανασφάλεια και στη φτωχοποίηση.
Η πανδημία έδειξε στιγμιαία ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν: ο κοινός δανεισμός, το Ταμείο Ανάκαμψης, ακόμη και το χαλάρωμα των δημοσιονομικών κανόνων έδωσαν την εντύπωση πως η Ευρώπη ήταν έτοιμη να επανεφεύρει την κοινωνική της διάσταση. Όμως αυτή η «νεοκεϋνσιανή παρένθεση» αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη.
Με τον πληθωρισμό να πιέζει, με τις κεντρικές τράπεζες να αυξάνουν επιτόκια, και με τις αγορές να υπενθυμίζουν στην πολιτική εξουσία τα όρια της πειθαρχίας της, η ΕΕ επέστρεψε γρήγορα στις παλιές συνήθειες. Η μεγάλη διαφορά, όμως, είναι πως αυτή η επιστροφή δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί σε καμία πειστική οικονομική αφήγηση. Έτσι, η ανάγκη για ένα νέο προπέτασμα έγινε επιτακτική.
Η άμυνα ως νέο εργαλείο νομιμοποίησης
Η νέα αφήγηση βρέθηκε στο γεωπολιτικό πεδίο. Οι εντάσεις με τη Ρωσία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αβεβαιότητα των αμερικανικών εκλογών και η αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ρόλο της παγκόσμιας «ασπίδας», δημιούργησαν ένα περιβάλλον κατάλληλο για τη μετάβαση. Η ΕΕ δηλώνει πως πρέπει να προετοιμαστεί για «πόλεμο μεγάλης κλίμακας» και πως η μόνη ορθή απάντηση είναι η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.
Αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς επικοινωνιακή· έχει τεράστιες δημοσιονομικές συνέπειες. Οι Βρυξέλλες πιέζουν τα κράτη-μέλη να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 2% ή και στο 3% του ΑΕΠ και ο Τραμπ στο 5%, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες οικονομικές συνθήκες κάθε χώρας. Με άλλα λόγια, η άμυνα λειτουργεί ως «νέος χρυσός κανόνας» που επιβάλλει εκ των προτέρων μια ιεράρχηση των προτεραιοτήτων υπέρ των στρατιωτικών εξοπλισμών και εις βάρος της κοινωνικής πολιτικής.
Όμως πίσω από αυτή τη φαινομενικά τεχνοκρατική κατεύθυνση κρύβεται μια βαθύτερη πολιτική επιλογή: η επαναφορά της λιτότητας με διαφορετικά επιχειρήματα. Στον δημόσιο λόγο, το κράτος καλείται πάλι να κάνει «δύσκολες αλλά αναγκαίες επιλογές». Τα περίφημα «δημοσιονομικά περιθώρια» που υποτίθεται πως υπήρχαν για την υγεία, την παιδεία, την πράσινη μετάβαση και τις υποδομές, ξαφνικά εξαφανίζονται. Η εξίσωση είναι απλή: εάν τα κράτη πρέπει να δαπανήσουν δεκάδες δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς, κάποιος άλλος τομέας θα υποστεί περικοπές.
Το γεγονός ότι αυτό το νέο αφήγημα γίνεται αποδεκτό τόσο γρήγορα και τόσο άκριτα, δείχνει πόσο βαθιά έχει εμπεδωθεί η νεοφιλελεύθερη λογική στην ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα. Η άμυνα, αντί να λειτουργήσει ως αφορμή επανεξέτασης του αναπτυξιακού μοντέλου, χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει ξανά τον ίδιο οικονομικό δογματισμό.
Η γεωπολιτική εργαλειοποίηση της ανασφάλειας
Οι ευρωπαϊκοί λαοί, συνηθισμένοι σε μια σχετική μεταπολεμική ειρήνη, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στον φόβο. Η προπαγάνδα της «επερχόμενης σύγκρουσης» δημιουργεί μια συναισθηματική συνθήκη που ευνοεί την αποδοχή δραστικών μέτρων. Όταν οι κυβερνήσεις διακηρύσσουν ότι «κινδυνεύουμε» και ότι «πρέπει να προετοιμαστούμε», οι κοινωνίες συχνά αναστέλλουν τις απαιτήσεις τους σε δημοκρατικό έλεγχο και διαφάνεια.
Η πολιτική χρήση του φόβου δεν είναι νέα. Χρησιμοποιήθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου για να νομιμοποιηθούν παγκόσμιες επεμβάσεις. Χρησιμοποιήθηκε στην κρίση χρέους για να δικαιολογηθούν τα μνημόνια. Σήμερα χρησιμοποιείται για να επανέλθουν οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και η περικοπή κοινωνικών δαπανών μέσα από έναν νέο δίαυλο: την άμυνα.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη. Από τη μία, πολλοί πολίτες αντιλαμβάνονται την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας μετά από δεκαετίες εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Από την άλλη, αναρωτιούνται εύλογα γιατί αυτή η ενίσχυση πρέπει να συνοδεύεται από περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες, από καθήλωση μισθών και από την επιστροφή των δημοσιονομικών κανόνων που αποδείχθηκαν καταστροφικοί την προηγούμενη δεκαετία.
Το αδιέξοδο των ευρωπαϊκών βιομηχανικών πολιτικών
Ένα από τα πιο παράδοξα στοιχεία αυτής της νέας αμυντικής στρατηγικής είναι ότι αντί να λειτουργήσει ως ευκαιρία αναβίωσης μιας ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής, αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα που χαρακτηρίζουν συνολικά το οικονομικό μοντέλο της Ευρώπης.
Αντί η ΕΕ να επιδιώξει πραγματική διακρατική συνεργασία για την παραγωγή σύγχρονων οπλικών συστημάτων, τα κράτη-μέλη παραμένουν εγκλωβισμένα στις δικές τους εθνικές βιομηχανίες, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό, την έλλειψη κοινών προτύπων, και το υψηλό κόστος. Η κατάσταση θυμίζει την παλιά ιστορία της Airbus: χρειάστηκαν δεκαετίες για να δημιουργηθεί ένας πραγματικά ενιαίος ευρωπαϊκός κολοσσός. Στον τομέα της άμυνας, όμως, η πολιτική βούληση για παρόμοια ενοποίηση είναι ελάχιστη.
Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη καλείται να ξοδέψει πολύ περισσότερα χρήματα για να πετύχει πολύ λιγότερα αποτελέσματα. Οι ΗΠΑ, με ένα ενιαίο σύστημα προμηθειών, ξοδεύουν το ίδιο ποσοστό ΑΕΠ αλλά έχουν πολλαπλάσια αμυντική ισχύ. Αντίθετα, η ΕΕ λειτουργεί σαν 27 μικροί αγοραστές που ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Αυτή η αναποτελεσματικότητα όμως επιτρέπει σε πολιτικούς να δηλώνουν πως «χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερες δαπάνες» — άρα ακόμη περισσότερες περικοπές σε άλλους τομείς.
Η δημοκρατική ασφυξία και η επιστροφή της τεχνοκρατίας
Η συζήτηση για την άμυνα δεν διεξάγεται ως κοινωνικός διάλογος αλλά ως τεχνοκρατική αναγκαιότητα. Σπάνια τίθενται υπό αμφισβήτηση οι παραδοχές που τη στηρίζουν: πόσα πραγματικά χρειάζεται η Ευρώπη για να προστατευτεί; Ποια μορφή άμυνας επιδιώκει; Πόσο αποτελεσματικές είναι οι υπάρχουσες δομές; Ποια είναι η σχέση μεταξύ ασφάλειας και κοινωνικής συνοχής;
Αντί για τέτοια ερωτήματα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προτιμούν να παρουσιάζουν ένα πακέτο προειλημμένων αποφάσεων. Οι χώρες οφείλουν να αυξήσουν τους εξοπλισμούς, και για να το κάνουν αυτό, οφείλουν να περιορίσουν τις «μη παραγωγικές» δαπάνες. Η προσέγγιση αυτή συνδέει με έναν περίεργο τρόπο την άμυνα με τον παλιό νεοφιλελεύθερο ορισμό της «δημοσιονομικής υπευθυνότητας», καταστρώνοντας μια πολιτική εξίσωση όπου τα κοινωνικά προγράμματα εμφανίζονται σαν πολυτέλειες εν καιρώ απειλής.
Επιπλέον, η επιστροφή των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων, με ελάχιστες τροποποιήσεις, αποκαλύπτει την δυσκολία των ευρωπαϊκών θεσμών να απογαλακτιστούν από ένα μοντέλο διακυβέρνησης που δίνει προτεραιότητα στην πειθαρχία έναντι της δημοκρατίας. Η πολεμική ρητορική λειτουργεί έτσι ως εργαλείο φίμωσης των κοινωνικών απαιτήσεων: όποιος ζητά αύξηση μισθών, περισσότερη δημόσια υγεία ή επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ανεύθυνος, ως κάποιος που δεν «αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης».
Το αδιέξοδο της ευρωπαϊκής στρατηγικής και η δυνατότητα ενός άλλου δρόμου
Η τρέχουσα πορεία της ΕΕ δείχνει βαθιά αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η ήπειρος αντιμετωπίζει πράγματι σημαντικές γεωπολιτικές προκλήσεις. Από την άλλη, η επιλογή να απαντήσει σε αυτές με περικοπές, με τη συνέχιση ενός μοντέλου λιτότητας που έχει αποτύχει παταγωδώς, υπονομεύει την ίδια της τη βιωσιμότητα.
Η ασφάλεια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινωνική συνοχή. Ένας πληθυσμός που βιώνει επισφάλεια, στέγαση εκτός προσιτότητας, υποχρηματοδοτούμενη υγεία και εκπαίδευση δεν πείθεται εύκολα ότι ο μόνος δρόμος προς την προστασία είναι οι εξοπλισμοί. Η δημοκρατική νομιμοποίηση των πολιτικών αποφάσεων δεν μπορεί να βασίζεται στην καλλιέργεια του φόβου.
Αντί λοιπόν η ΕΕ να αναζητεί διαρκώς νέες προφάσεις για να επαναφέρει το ίδιο οικονομικό δόγμα, θα μπορούσε να αξιοποιήσει την τρέχουσα συγκυρία για να αναθεωρήσει ριζικά το μοντέλο της: μια ενιαία ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία με πραγματική συνεργασία, συνδυασμένη με επενδύσεις στην κοινωνική και ενεργειακή αυτάρκεια· ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα αναγνωρίζει πως η ασφάλεια δεν είναι μόνο στρατιωτική αλλά και κοινωνική· μια δημοσιονομική πολιτική που θα επιτρέπει στις κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν τα κοινά αγαθά χωρίς τον μόνιμο φόβο της «αγοράς».
Ο κίνδυνος της αυτοεκπληρούμενης προφητείας
Η Ευρώπη κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όσο περισσότερο επενδύει στη ρητορική του φόβου και στη δημοσιονομική πειθαρχία, τόσο περισσότερο υπονομεύει την ίδια της τη δημοκρατική βάση, δημιουργώντας τις κοινωνικές εντάσεις που επιμένει να φοβάται.
Εάν η ευρωπαϊκή αμυντική προετοιμασία συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως προπέτασμα για την επαναφορά της λιτότητας, το αποτέλεσμα δεν θα είναι η ενίσχυση της ασφάλειας, αλλά η αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής. Και χωρίς κοινωνική συνοχή, καμία άμυνα — όσο ακριβή και αν είναι — δεν μπορεί πραγματικά να λειτουργήσει.
Η πραγματική πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι να εξοπλιστεί περισσότερο, αλλά να εξοπλιστεί με ένα νέο όραμα: ένα όραμα που θέτει στο κέντρο τον άνθρωπο και όχι τους αριθμούς· την κοινωνική σταθερότητα και όχι την τεχνοκρατική πειθαρχία· την δημοκρατία και όχι τα επιχειρήματα του φόβου.
