ΕΛΛAΔΑ
Η τελευταία συνέντευξη του Σαββόπουλου - Όσα είπε πριν σιωπήσει για πάντα
Μια κατάθεση ζωής, γεμάτη εξομολογήσεις, μνήμες φυλακής και την αγάπη για την Άσπα
Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Νιόνιος, ο Σαββό του ελληνικού τραγουδιού και των μποέμ στίχων ταξίδεψε γι’αλλού. Ο καλλιτέχνης άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025 σε ηλικία 81 ετών. Νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Υγεία τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Κι ενώ η υγεία του έδειχνε αρχικά να ανακάμπτει, τελικά η εξέλιξη ήταν αρνητική και ραγδαία.
Ο τραγουδοποιός του Κύτταρου, του Τιπούκειτου και ο εμψυχωτής πολλών νέων καλλιτεχνών από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ξυπνούσε πάντα αντιφατικά συναισθήματα. Ανήσυχος και δημιουργικός ήταν αυτός που εγκαινίασε τις συναυλίες στο ολοκαίνουργιο ΟΑΚΑ γιορτάζοντας τα 20 χρόνια στη δισκογραφία. Σε μια συναυλία υπερπαραγωγή όπου όλοι ήταν εκεί. Κι ας μην πέταξε ποτέ το αερόστατό του.
Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που εξομολογήθηκε μια ζωή «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» στην αυτοβιογραφία του. Την οποία πρόλαβε να ολοκληρώσει και να εκδόσει πριν από έναν χρόνο.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος μίλησε για όσα έγραψε και όχι μόνο
Και ήταν τον Ιανουάριο του 2025 που αφηγήθηκε αυτά τα χρόνια στο Στούντιο 4 της ΕΡΤ1. Εξήγησε γιατί υπήρχε αυτή τη κόντρα με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Αλλά και όσα δεν είπε ποτέ στους γονείς του. «Είμαι και λίγο τυχοδιώκτης, φαίνεται. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με σνόμπαρε, έλεγε «αυτός ο τυχοδιωκτικός τύπος». Ήταν όλο κακίες. Αλλά ήταν χαριτωμένος στο πως τα έλεγε.
Όταν έφυγα από την Θεσσαλονίκη, μου είπε με εκείνη τη φωνή του: Πρόσεξε, η Αθήνα είναι γάτα και θα σε κατουρήσει.
Κάνανε λάθος ορισμένες φορές γιατί δεν είναι ανάγκη να συμφωνείς με ό,τι λέω, εννοείται. Αλλά θέλω να παραδέχονται οι άλλοι ότι είμαι ειλικρινής. Νομίζω ότι το έχω αποδείξει αυτό. Όταν περνούν όμως τα χρόνια, αυτά φαντάζουν αλλιώς.
Δηλαδή συνειδητοποιώ για τα προβλήματα με τον μπαμπά και τον μαμά μου. Όπως και τα προβλήματα μεταξύ τους, ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν άψογοι. Δηλαδή και τα σύννεφα, που είχαν, ήταν μέρος της λιακάδας τους. Μια μεγάλη λιακάδα ήταν αυτοί οι άνθρωποι.
Υπήρξαν σημεία που με προβλημάτισαν, να λες τα οικογενειακά σου, ή ότι έδινες μπάτσες στα παιδιά σου, γιατί αυτό έκανα. Εμείς μεγαλώσαμε έτσι. Μας βαράγανε οι δάσκαλοι, οι γονείς. Ναι, έχω χτυπήσει μερικές φορές τα παιδιά μου και το έχω μετανιώσει πάρα πολύ αυτό», είχε παραδεχτεί ο Διονύσης Σαββόπουλος.
«Είναι σα να ζητάω μια δημόσια συγγνώμη»
Αλλά δεν άφησε τις πράξεις χωρίς συγνώμη: «Ευαίσθητος άνθρωπος, καλλιτέχνης, τι είναι αυτά… Ζητάω συγγνώμη από τα παιδιά μου, ο ένας είναι 52 και ο άλλος 54», είχε πει συγκινημένος.
Αυτή ήταν και μια δημόσια παραδοχή: «Είναι σα να ζητάω μια δημόσια συγγνώμη. Όταν λες μια ιστορία ή θα την πεις ολόκληρη ή δεν θα την πεις. Ένα πράγμα που δεν είναι καλό στις αυτοβιογραφίες είναι ότι εξιδανικεύουμε, τα λέμε κάπως… Δεν το θέλω αυτό. Ποτέ μου δεν λειτούργησα έτσι.
Και στα τραγούδια που έγραφα με τα οποία είχα προβλήματα για πολιτικούς κυρίως λόγους. Κάθε φορά που εισέπραττα την παγωνιά και το κράξιμο – έχω περάσει και από τέτοια διαστήματα – έλεγα στον εαυτό μου την άλλη φορά να είσαι πιο προσεκτικός. Αλλά όταν γράφεις το ξεχνάς», είχε προσθέσει.
Η γυναίκα της ζωής του
Δεν παρέλειπε ποτέ να μιλά για τον άνθρωπό του. «Η Άσπα είναι η γυναίκα της ζωής μου, αποφάσισα ότι θα την παντρευτώ μέσα στη φυλακή. 57 χρόνια με ανέχεται το κορίτσι. Είμαι ερωτευμένος με την Άσπα. Με ζηλεύει πάρα πολύ. «Ποια είναι αυτή; Γιατί κοιτάς προς τα εκεί;» με ρωτάει.
Είναι εξαιρετική η Άσπα, αφοσιώθηκε σε αυτόν τον γάμο χωρίς να χάσει την προσωπικότητά της. Είχα μεγάλη υποστήριξη, περάσαμε δύσκολα -ήταν αρκετά τα δύσκολα- και τα παιδιά μου. Η οικογένεια στάθηκε δίπλα μου.
Πήρα την απόφαση να την παντρευτώ όταν ήμουν στην απομόνωση, στη φυλάκα! Όπως παίρνουμε αποφάσεις έτσι και εγώ πήρα δύο αποφάσεις σημαντικές. Το ένα να ασχοληθώ με τα τραγούδια και τη μουσική και το άλλο να παντρευτώ την Άσπα επειδή την αγαπώ. Ήμασταν πολύ νέοι».
«Παντρευτήκαμε τον Οκτώβριο του 1967 28η Οκτωβρίου. Την ημέρα του όχι, εμείς είπαμε ναι. Εγώ ήμουν 23 και η Άσπα 18»
Η Άσπα ερχόταν στη φυλακή να με δει. Ακόμα και οι φίλοι μου εξαφανίστηκαν δικαιολογημένα. Γιατί σου λέει «Πιάνουν τώρα και τους τραγουδοποιούς». Έφυγαν στο Λονδίνο αυτοί, στη Ρώμη. Η Άσπα ήταν μικρή, στην τρίτη λυκείου.
Έφερε τον κόσμο άνω κάτω, έμαθε πού είμαι και ήρθε στην ουρά. Ήταν στην ουρά οι συγγενείς των πολιτικών κρατουμένων και έφερναν φαγητό στους κρατούμενους. Οι συγγενείς των πολιτικών κρατουμένων ήταν σαν χήρες και ορφανά από τον εμφύλιο.
Η δικιά μου έλαμπε, είχε χειλάκια μεταξωτά, ματάκια μοβ βαμμένα, φορούσε μίνι φούστα. Πήγαινε και αγόραζε τα καλύτερα φαγητά από το Select, δεν φοβόταν. Σε κάνει ατρόμητο η αγάπη. Τις έδιναν κάτι μπάτσες από την ασφάλεια. «Είσαι μικρό κορίτσι, τι δουλειά έχεις με αυτούς» της έλεγαν.
Οι γονείς μου πρόλαβαν τη φυλακή. Το ξέρανε, το μάθανε, τρομάξανε, φοβηθήκανε γιατί φωνάξανε τον αδερφό μου στην ασφάλεια αμέσως. Φοβήθηκαν ότι θα χάσει τη δουλειά του και ότι θα τον απολύσουν. Έκαναν πως δεν κατάλαβαν οι καημένοι, πραγματικά με πείραξε πολύ αυτό. Δεν έστειλαν ένα σήμα κάτι», είχε πει ακόμα ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Όσα είπε στη συνέντευξή του στο Στούντιο 4
Η ανακοίνωση της οικογένειας
