Του Αλέξανδρου Μαυρικάκη
«Κάθε ζωή διαμορφώνεται
από μια μοναδική στιγμή,
τη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί,
μια για πάντα ποιος είναι»
Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Με περίμενε μια έκπληξη.
Ένας φάκελος από τα ΕΛΤΑ (όσο ακόμα υπάρχουν) που περιείχε ένα καλαίσθητο βιβλίο της φίλης, από τα μαθητικά χρόνια, Νάντιας Βαλαβάνη και μια πρόσκληση για την παρουσίαση του, στο Ηράκλειο στη δημοτική αίθουσα Ανδρόγεω την Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου.
Ο τίτλος είναι «Θ.Ν.» και όπως σημειώνει ο υπότιτλος είναι «ένα χρονικό για τα παιδιά του Φλεβάρη μισόν αιώνα αργότερα- α΄ τόμος»[1].
Ας πάμε μισό αιώνα πίσω.
Μια εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, διοικητής του ΕΑΤ-ΕΣΑ, ηγήθηκε πραξικοπήματος ανατρέποντας τον δικτάτορα Παπαδόπουλο βάζοντας τέλος στο πείραμα ψευδο-φιλελευθεροποίησης με τον Μαρκεζίνη και συνεχίζοντας ένα καθεστώς φόβου με διώξεις και βασανιστήρια. Στο φοιτητικό χώρο οι επισκέψεις στα σπίτια και οι συλλήψεις από την ασφάλεια των σεσημασμένων φοιτητών ήταν τακτικές και στοχευόμενες.
Το κτύπημα του Φλεβάρη του 1974 ήταν το πιο συντριπτικό από όσα δέχτηκαν ΚΚΕ, ΚΝΕ και Αντι-ΕΦΕΕ, με πολλές συλλήψεις, ανακρίσεις και βασανιστήρια. Το βιβλίο καταγράφει μέρος της ιστορίας και συγχρόνως αποτελεί παρακίνηση, όπως γράφει η Ν.Β. «ώστε όσο περισσότεροι και περισσότερες γίνεται να γράψουν γι’ αυτήν την περίοδο της ζωής τους, που συμπίπτει με το τελευταίο και πλέον μοιραίο πεντάμηνο της χούντας του Ιωαννίδη».
Περιγράφει την «υποδοχή» της στην υποδιεύθυνση της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, την απομόνωσή της στο κελί Νο4, τις πρώτες ημέρες της απομόνωσης και τις ανακρίσεις από τον Μάλλιο (βασανιστή και επικεφαλής του τμήματος δίωξης κομουνιστών) και τον Μπάμπαλη (βασανιστή γνωστό). Και οι δυο δολοφονήθηκαν, ο μεν Μάλλιος από την «17η Νοέμβρη» το 1976, ο δε Μπάμπαλης από τον «επαναστατικό λαϊκό αγώνα» το 1979.
Γράφει επίσης για τον Γκάνο που ήταν ο «προσωπικός» της ανακριτής και για τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Κραββαρίτη και Σμαϊλη.
Η γνωριμία με τον Σμαϊλη έγινε κάποιο απόγευμα.
«Δεν πρόλαβα καλά-καλά να πως ότι με λένε Νάντια Βαλαβάνη […] κι άρχισε επιτόπου να με χτυπά. Ήταν τόσο σβέλτος που βρέθηκα να τις τρώω πριν προλάβω καλά-καλά να κλείσω το στόμα μου. Άγριο ξύλο, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έτρωγα σερί μπουνιές στο πρόσωπο, ενώ ταυτόχρονα με είχε βουτήξει από τα μαλλιά και μου βάραγε το κεφάλι στο τοίχο».
Λίγο αργότερα, τις επόμενες ημέρες, έγινε και η φάλαγγα από τον Γκάνο και τον Μήτσο τον επιλοχία.
«Πριν με δέσουν στις καρέκλες σαν τουλούμι, με το σκοινί να τυλίγεται από το λαιμό μέχρι τις γάμπες μου, ο Μήτσος έδωσε στον Γκάνο το σκοινί το τυλιγμένο σε κουλούρα και με την ελεύθερη άκρη του, χωρίς να το ξετυλίξει, με χτύπησε μ’ αυτό ο Γκάνος, όπως στεκόμουν όρθια, στη πλάτη και στο στήθος […]. Ενώσανε, λοιπόν, στη συνέχεια τις τρείς καρέκλες μαζί και με δέσανε με το σκοινί γαρδούμπα από το λαιμό μέχρι τα πόδια, έτσι ώστε από το κενό στη πλάτη της τελευταίας καρέκλας να εξέχουν στον αέρα τα πέλματά μου και μου έκανε φάλαγγα ο Μήτσος με το καδρόνι».
Μέσα σε αυτό το κολαστήριο που κυριαρχούσαν οι ανθρωποφύλακες, η Ν.Β. αναφέρεται και σε τρία πρόσωπα.
Την Βαγγελιώ, μια πόρνη με την οποία έζησαν για λίγες ημέρες στο ίδιο κελί και η οποία» υποστήριζε ότι το τελευταίο πρωί, της Παρασκευής, ήταν έξω από το Πολυτεχνείο».
Το Θεόδωρο Βερνάρδο, γνωστό και ως ληστή με τις γλαδιόλες, ο οποίος τραγουδούσε τον ύμνο της Αντι- ΕΦΕΕ.
Και σε ένα ληστή τραπεζών με τον οποίο γνωρίστηκαν στην κλούβα των φυλακών Κορυδαλλού σε κάποια μεταγωγή και που πάλι τον συνάντησε το 1998 στο πλαίσιο μιας διάλεξης στις φυλακές Αλικαρνασσού, ο οποίος την σύστησε στους άλλους κρατούμενους ως «πρώην συγκρατούμενη του».
Η Ν.Β. δεν δικάζει κανένα και καμία από τα τρία αυτά πρόσωπα, δεν είναι δικαστής. Καταγράφει την συνύπαρξη της με αυτά για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο ίδιο κολαστήριο και περιγράφει με χιούμορ και συγκίνηση τις ανθρώπινες στιγμές που έζησε μαζί τους.
Η παραμονή των χουντοϊωαννιδικών στην εξουσία διήρκησε επτά μήνες και κατέληξε στην τραγωδία της Κύπρου. Η αποφυλάκιση της Ν.Β. και των άλλων κρατουμένων έγινε από τον Κορυδαλλό με την γενική πολιτική αμνηστία.
Η εξιστόρηση των γεγονότων στο βιβλίο αυτό αναδεικνύει την ηρωική αντίσταση μιας ψυχωμένης γενιάς στη σωματική και ψυχολογική βία που χρησιμοποιούσε το φασιστικό καθεστώς. «Δεν είδαμε ποτέ τους εαυτούς μας» γράφει η Ν.Β. «σαν θύματα αντιθέτως, πάντα σαν ενεργά υποκείμενα που, συνεχίζοντας την αντίσταση μέσω της ανάκρισης, εξακολουθούσαμε να είμαστε εμείς, κι όχι οι βασανιστές μας, αυτοί που καθόριζαν τις τύχες μας».
Αποτελεί συγχρόνως μια βιωματική ιστορία που λειτουργεί ως ανάχωμα στην προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας και γράφτηκε μισό αιώνα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου με τον παράξενο τίτλο «Θ.Ν.».
Είναι ένα κωδικός.
«Ο κωδικός» γράφει η Ν.Β. «ήταν ο απλούστερος δυνατός: ακολουθούσε απλώς το ελληνικό αλφάβητο, ένα κτύπημα για το α, δυο για το β κλπ […] πιο ειδική περίπτωση ήταν ο στάνταρ αποχαιρετισμός μετά την έκφραση της αγάπης μας. Εδώ χτυπούσαμε συνήθως μόνο δυο αρχικά που δεν τα διακόπταμε ποτέ, παρ’ όλο που τ’ αναγνωρίζαμε αμέσως που έλεγαν πολλά, που σε συνθήκες κράτησης τα έλεγαν όλα: «Θ.Ν.» - «Θα νικήσουμε»!
Το βιβλίο βασίζεται αφενός σε συνέντευξη της Ν.Β. προς την Αγγελική Σωτήρη και αφετέρου στο φάκελο Κοινωνικών Φρονημάτων της συγγραφέως που δεν κάηκε στην «Χαλυβουργική» το 1989. Η Αγγελική Σωτήρη, ιατρός πνευμονολόγος, είναι μέλος του ΚΚΕ και τότε είχε την ευθύνη της λειτουργίας του παράνομου τυπογραφείου της Πανσπουδαστικής, της εφημερίδας της Αντι-ΕΦΕΕ. Συνελήφθη το Φεβρουάριο του 1974 και αποφυλακίστηκε το ίδιο έτος με την γενική πολιτική αμνηστία.
