ΑΠΟΨΕΙΣ

Στην πόλη με τον αυλητή της Ηθικής

Παραμύθι σε ενεστώτα διαρκείας, σε μια πόλη που τα προσωπεία αντικαθιστούν τα πρόσωπα

9864409043-34

Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ

Υπάρχει ένα παραμύθι που αγαπά να επαναλαμβάνεται στους αιώνες. Άλλοτε στις αυλές των βασιλιάδων ή των ξεπεσμένων πριγκίπων, άλλοτε στο πάλκο των δημόσιων υποθέσεων στην αυτοδιοίκηση. Ένας άνθρωπος εμφανίζεται από το πουθενά ως «εκλεκτός».  Μιλάει για δικαιοσύνη, διαφάνεια, αρετή. Υπόσχεται να είναι «υπηρέτης του λαού», να πατάξει τη διαφθορά. Το κοινό, διψασμένο για σωτήρες, τον πιστεύει. Με «ωσαννά» τον ανεβάζει στο θρόνο. Και τότε, ενίοτε χωρίς προσχήματα, η μάσκα της αρετής γλιστράει και αποκαλύπτεται το κάλπικο νόμισμα. Αποκαλύπτεται ο θεατρίνος που έχει αντικαταστήσει το πρόσωπο, με το προσωπείο. Αν νομίζετε ότι πρόκειται για τον Μολιέρο, γελιέστε. Πρόκειται για ένα παραμύθι σε ενεστώτα διαρκείας που τεκταίνεται δίπλα σας.

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πόλη (με ολίγους πολίτες, αλλά με πολλούς  κατοίκους και με ακόμη περισσότερες  αυταπάτες), όπως σε όλα τα ωραία παραμύθια που δεν θέλουμε να πιστέψουμε αλλά τελικά μας κυκλώνουν σαν σκιά, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος με χαμηλωμένο, σχεδόν υγρό από την ευλάβεια βλέμμα, και με φωνή που έσταζε ευσέβεια. Ήταν κάτι σαν εικόνισμα που ξέφυγε από ξεθωριασμένο βυζαντινό τέμπλο με τις αγιογραφίες της κρητικής αναγέννησης του Δαμασκηνού. «Νόμος», «ηθική», «δικαιοσύνη», «αρετή». Αυτές ήταν οι χάντρες του κομπολογιού του. Εν αρχή κρυβόταν πίσω από την αγοραφοβία του και την πενία του ανύπαρκτου λόγου του. Δεν είχε δημόσια παρουσία. Δεν είχε καν Λόγο. Κάποτε άρχισε να περπατά ανάμεσά μας, σαν τον ζωντανό φάρο της αρετής και να δημοσιολογεί για την κακοποίηση και το σφετερισμό του δημόσιου χώρου από άνομα συμφέροντα που στήριζαν οι προηγούμενοι ηθοποιοί της πόλης του. Αγαπούσε τόσο πολύ τους κανόνες που τους έβαζε σε χρυσή κορνίζα, όπως τα φωτοστέφανα των Αγίων που κυκλώνουν τα κεφάλιά τους. Έτσι που να φαίνονται πίσω του σε κάθε φωτογραφία. Ήταν ένα είδος περιφερόμενου Ταρτούφου, αλλά  με μια δόση από τον Αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου. Ο άνθρωπος αυτός μιλούσε για δικαιοσύνη, ευσέβεια και αξιοκρατία. Οι λέξεις του είχαν τέτοιο γυάλισμα που θα ζήλευε και το πιο καλοσυντηρημένο μαρμάρινο ειδώλιο του μουσείου της πόλης του. Καμάρωνε για την «καθαρότητα» των προθέσεών του, για την προσήλωσή του στους νόμους, για την αυστηρότητα των αρχών. «Δίκαιο παντού!» φώναζε, «η διαφάνεια είναι η πυξίδα μας!» Και κάπου εκεί, το χειροκρότημα του πλήθους έμοιαζε να τον κάνει ευσεβέστερο από τον Άγιο Αυγουστίνο και αυστηρότερο από τον Καντ. Ο εμφανισθείς τύπος, ήταν γέννημα ενός επαρχιακού θράσους, θρέμμα ενός ατάλαντου μεγαλείου και δημιούργημα ενός αδέξιου ξιπασμού.

Κι ύστερα ήρθε το θαύμα. Ή ίσως και η αρά για την πόλη. Όπως και να ’χει, ήρθε η στιγμή που το κουρδισμένο ρολόι της υποκρισίας χτύπησε στον τόνο της μελωδίας των εκλογών. Και ο ουρανομήκης νέος κήνσορας της Ηθικής, πείτε τον και «πρόμαχο της Αρετής» που μόλις είχε κατέβει από τον Όλυμπο του Δικαίου, φόρεσε το σιδερένιο χαμόγελο του Μεσσία και κατέβηκε στο λαό. «Θα σας σώσω» είπε, «θα φέρω διαφάνεια, θα ξηλώσω τα παραπετάσματα της διαπλοκής» από τους προηγούμενους κομπάρσους και αρλεκίνους του τόπου.  Έτσι γίνεται πάντα στα παραμύθια. Όπως στον αυλητή του Χάμελιν που ο μαγικός αυλός του, απελευθέρωσε τη μικρή μεσαιωνική ευρωπαϊκή πόλη του βορρά από τα στίφη των ποντικών και των αρουραίων. Και μετά η πόλη τον πλήρωσε πολύ ακριβά αυτόν τον θεόπεμπτο αυλητή. Συνήθως ο ήρωας εμφανίζεται για να εξοντώσει έναν κακό δράκο, χωρίς να μας λέει ότι ο δράκος είναι η ίδια η σκιά του εξολοθρευτή.

Και να τον τώρα, θρονιασμένο στην καρέκλα του πρώτου της πόλης. Που την μετέτρεψε σε σανίδα αυτοπροβολής, με ανούσιες πόζες για διαφήμιση του Εγώ. Σαν τον Αρχοντοχωριάτη που στρογγυλοκάθεται στο σαλόνι του και φωνάζει τους μίμους της Αυλής του για να τον χειροκροτήσουν. Η ρητορική του; Ένα αριστούργημα του κενού. Λόγια φουσκωμένα, σαν μπαλόνια σε πανηγύρι, που σκάζουν μόλις τα ακουμπήσεις με την καρφίτσα της λογικής. Οι πολίτες γελάνε σιγανά, μα εκείνος νομίζει ότι χειροκροτούν. Είναι η γλυκιά πλάνη της εξουσίας που σε κάνει να πιστεύεις ότι η ηχώ είναι αμέτρητο πλήθος.

Μόνο που, καθώς μας διδάσκει ο Μολιέρος, το θέατρο της υποκρισίας έχει πάντα παρασκήνια. Και στα παρασκήνια αυτά, η μάσκα είναι πιο σημαντική από το πρόσωπο. Ο Ταρτούφος, ο γλυκερός υποκριτής που ομνύεται «ευλάβεια» ενώ απλώνει χέρι στην καταπάτηση του Νόμου, ζει και βασιλεύει δίπλα μας. Και ο ήρωας του παραμυθιού μας δεν έμεινε πίσω. Μόλις σκαρφάλωσε στην καρέκλα του πρώτου, μεταμορφώθηκε. Όχι απλώς σε ηθοποιό, αλλά σε θίασο ολόκληρο. Κάθε του κίνηση σκηνοθετημένη, κάθε του δήλωση μια παράσταση. Φοράει το κουστούμι του «σωτήρα της πόλης», εξακολουθεί να μιλάει για «υπεράσπιση του δημόσιου χώρου», ενώ με απύθμενο θράσος που θα έκαναν τον ίδιο τον Αρχοντοχωριάτη να κοκκινίσει από ζήλια για το πόσο ακριβά κοστίζει το κιτς όταν βαφτίζεται τιμιότητα, παραδίδει με παράνομες αποφάσεις του, αδιαφορώντας για τη Νέμεσι, δημοτική περιουσία στην υποκρισία του ράσου που αρέσκεται συστηματικά (όπως το Βατικανό) να μεταγράφει το Άγιον Πνεύμα στο υποθηκοφυλακείο.

Κι έτσι το θέατρο συνεχίζεται σαν παραμύθι σε ενεστώτα διαρκείας, και ο πτωχαλαζών νέος, που πίστεψε ότι είναι ο νέος αυλητής της Δικαιοσύνης και σωτήρας του τόπου, κάθε πρωί που αυτομεγενθύνεται στους καθρέφτες του λέει στον εαυτό του:

«Φοράω μάσκες, και πίσω από κάθε μάσκα κρύβω μιαν άλλη. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ το πρόσωπό μου, γιατί δεν έχω πια πρόσωπο· μόνο μάσκες που κι αυτές φορούν άλλες μάσκες».

Όχι δεν πρόκειται για κρίση ειλικρίνειας η αυτεπιβεβαίωσή του. Απλά είναι ο αληθινός ορισμός της δημοτικής πολιτικής του παραμυθιού. Μάσκες που μιλούν για διαφάνεια, θεατρίνοι που ομνύονται της δικαιοσύνης. Ο πρώτος  του παραμυθιού, ο νέος «άγιος της διαύγειας»,  δεν αφαίρεσε τις μάσκες του. Αντίθετα, τις γυάλισε, τις στόλισε και τις έκανε επίσημο ένδυμα.

Ο κυνισμός και η υποκρισία είναι πάντα πίσω από τον καπνό της ηθικής και τα πυροτεχνήματα της «αναγέννησης» της πόλης. Ο Ταρτούφος μας έγινε «δημόσια προσωπικότητα», ο Αρχοντοχωριάτης μας απέκτησε δικό του «όραμα». Και η πόλη; Η πόλη γελάει και κλαίει μαζί, γιατί καταλαβαίνει ότι το παραμύθι είναι ωραίο μόνο όταν δε σε αφορά.

Ίσως, αυτούς τους Ταρτούφους και τους Αρχοντοχωριάτες, θα πρέπει να τους ευχαριστούμε. Όχι γιατί μας έσωσαν ή μας σώζουν, αλλά γιατί μας δίδαξαν ένα μάθημα θεάτρου, υποκριτικής: Πως ορισμένοι άνθρωποι δεν γίνονται ηθοποιοί για να παίξουν ρόλους, αλλά γίνονται ρόλοι για να παίξουν ηθοποιούς. Αυτούς που αλλιώς τους λέμε και ατάλαντους αρλεκίνους. 

 

Φωτογραφία επιφυλλίδας: Παραλλαγή πάνω στο έργο του René Magritte "The Legend of the Centuries", 1950.

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση