ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πανεπιστήμιο Πατρών και το κατά φιλελληνισμόν Ευαγγέλιο

Ο φιλελληνισμός ήταν από τις σπάνιες εκείνες λέξεις που δεν δήλωνε απλά μια στάση, αλλά ηχούσε ως ένα είδος ψυχικής συγγένειας, ως αναγνώριση ενός άδηλου χρέους.

Το πανεπιστήμιο Πατρών και το κατά φιλελληνισμόν Ευαγγέλιο

Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ

Τι σημαίνει να φέρει κανείς άραγε τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα στα πεδία όπως η φιλολογία, η ιστορία και η αρχαιολογία, που συνδέονται με τη βαθύτερη πνευματική ταυτότητα της Ελλάδας; Το ερώτημα ασφαλώς δεν περιορίζεται μόνο στη ρητορική του εκδοχή. 

Ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα που απονέμεται από πανεπιστήμια διεθνώς ως ύψιστη τιμητική διάκριση σε πρόσωπα που, χωρίς να είναι μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, έχουν προσφέρει σημαντικά στο πεδίο της γνώσης, του πολιτισμού, των τεχνών ή της κοινωνίας, φέρει μια ιδιαίτερη βαρύτητα όταν πρόκειται για τα γνωστικά πεδία του παραπάνω τρίπτυχου.

Η απονομή ενός τέτοιου τίτλου σε έναν φιλέλληνα έχει ισχυρό συμβολικό βάρος, αφού ο φιλελληνισμός υπήρξε διαχρονική δύναμη σωτηρίας για την Ελλάδα. Άνθρωποι όπως ο Λόρδος Βύρων, ο Σανταρόζα ή ο Μέγιερ προσέφεραν το πνεύμα, την πένα ή το σώμα τους στους ελληνικούς αγώνες για την ελευθερία.

Σήμερα, η τιμή προς ένα φιλέλληνα θα έπρεπε να σημαίνει ότι αυτός συνέβαλε στην παγκόσμια κατανόηση της ελληνικής ιστορίας ή λογοτεχνίας, ενίσχυσε το διάλογο των πολιτισμών με το πνευματικό του έργο, και προστάτεψε την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά με έρευνα και πράξεις· λόγω και έργω. 

Αν όμως η απονομή γίνεται για «τουριστικούς» λόγους επειδή κάποιος έγραψε μια δημοφιλή αμφιλεγόμενη νουβέλα για ανθρώπους βαθειά κτυπημένους από τη μοίρα που γνώρισαν τον κοινωνικό στιγματισμό ή επειδή προβάλλει «το ελληνικό φως» μέσα από τηλεοπτικά πλάνα, τότε ο ισχυρός συμβολισμός εκπίπτει. Ο φιλελληνισμός μετατρέπεται σε επικοινωνιακό προϊόν, όχι σε πνευματική στάση.

Ένα πανεπιστήμιο δεν τιμά πρόσωπα όπως το κράτος ή οι δήμοι που απονέμουν κλειδιά πόλεων. Η απονομή τιμής του επίτιμου διδάκτορα θα πρέπει να διέπεται από βαθύτερα ακαδημαϊκά και ηθικά κριτήρια και να έχει επιστημολογική και παιδευτική διάσταση. Ο αποδέκτης θα πρέπει να αποτελεί αρχέτυπο γνώσης, στοχασμού και ήθους. Αν δεν πληρούνται αυτά τα κριτήρια, η απονομή υπονομεύει την αξιοπιστία του ίδιου του ιδρύματος, ακυρώνει τους κόπους των πραγματικών ερευνητών, και δημιουργεί μια ψευδαίσθηση αξίας βασισμένη όχι στο έργο, αλλά στην προβολή.

Έτσι, όταν ο τίτλος δίδεται σε κάποιον που δεν έχει επιστημονική ή φιλολογική παιδεία, αλλά μόνο δημοφιλία ή πωλήσεις, τότε πρόκειται για μια κραυγαλέα αντίφαση. Η πανεπιστημιακή τιμή απομακρύνεται από το άξιον και αγγίζει το επίκαιρον. Το φαινόμενο αυτό εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτιστική μετατόπιση των καιρών μας.

Στην εποχή της εικόνας, η προβολή υποκαθιστά την ουσία. Η πολιτισμική εξαγωγή της Ελλάδας δεν γίνεται πλέον μέσω των φιλολόγων ή των αρχαιολόγων, αλλά μέσω των storytellers των ευπώλητων εκδόσεων και των social media.

Το πανεπιστήμιο, αντί να αντιστέκεται σε αυτή την επιφανειακή κουλτούρα, συχνά υποκύπτει αναζητώντας δημοσιότητα, δημόσιες σχέσεις ή διεθνή λάμψη. Έτσι, η απονομή ενός τίτλου σε «φιλέλληνα» που δεν γνωρίζει καν τη γλώσσα του Σολωμού, που δεν έκλαψε στην Επίδαυρο με τη Μήδεια, δεν διάβασε Θουκυδίδη και Αριστοτέλη και δεν αντέχει τις σελίδες του Παπαδιαμάντη και του Παπαρηγόπουλου,  δεν τιμά την πανεπιστημιακή κοινότητα της χώρας. Την εκθέτει. Η τιμή του επίτιμου διδάκτορα οφείλει να παραμένει πράξη σεβασμού προς το πνεύμα όχι προς το μάρκετινγκ και τους επικοινωνιακούς κανόνες.

Ένας αληθινός φιλέλληνας αξίζει τιμή όταν, με τη σκέψη και τη στάση του, ανανεώνει τη σχέση του κόσμου με τον ελληνικό πολιτισμό. Αλλιώς, η απονομή δεν είναι έκφραση αναγνώρισης, αλλά ένδειξη πνευματικής ανασφάλειας της ίδιας της χώρας και της ακαδημαϊκής της κοινότητας.

Το πανεπιστήμιο Πατρών πριν από λίγα εικοσιτετράωρα απένειμε τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα στα θεματικά πεδία της φιλολογίας, της ιστορίας και της αρχαιολογίας σε γνωστή και πολυβραβευμένη στην Ελλάδα την τελευταία δεκαπενταετία βρετανίδα συγγραφέα, η οποία καθώς θα ‘λεγε και ο Αλεξανδρινός «δέχεται ευχαρίστως τες τιμές, αλλά δεν τες επιζητεί». Η εκδήλωση μάλιστα έλαβε χώρα στην αίθουσα τελετών «Οδυσσέας Ελύτης» και ο πρύτανης αναφέρθηκε για την προσφορά της τιμώμενης στον «πολιτιστικό διάλογο ανάμεσα στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο».

Δεν γνωρίζω αν ο λόρδος Βύρων, ο Χέλντερλιν, ο Γκαίτε, ή ο Νίτσε άκουσαν κάτι για την τελετή από εκεί που βρίσκονται, γιατί θα μπερδεύονταν οι άνθρωποι. Εκείνοι είχαν δει την Ελλάδα όχι ως ένα χαμένο παράδεισο, αλλά σαν ένα καθρέφτη της αρμονίας του ανθρώπου με τον εαυτό του.  Ήταν η άλλη οπτική του φιλελληνισμού ως ζωντανής πνευματικής συγγένειας.

Οι Έλληνες για τον Βύρωνα δεν ήταν οι «εξωτικοί απόγονοι» αρχαίων ηρώων, αλλά οι σύγχρονοι αγωνιστές της ελευθερίας.

Είδε στη μάχη του Μεσολογγίου το αιώνιο δικαίωμα του ανθρώπου να ορίζει τη μοίρα του. Ο φιλελληνισμός έτσι, έγινε γι’ αυτόν η αναγνώριση της οφειλής.  Όχι με την έννοια της επιστροφής μιας χάριτος, αλλά ως πράξη Δικαιοσύνης απέναντι στο φως που φώτισε τη Δύση.

Ο φιλελληνισμός ήταν από τις σπάνιες εκείνες λέξεις που δεν δήλωνε απλά μια στάση, αλλά ηχούσε ως ένα είδος ψυχικής συγγένειας, ως αναγνώριση ενός άδηλου χρέους.

Δεν γεννιόταν από τη ρητορική των διπλωματών ούτε από τον επικοινωνιακό θόρυβο των δημοσίων σχέσεων. Γεννιόταν μέσα στον άνθρωπο που αναγνώριζε, στο φως της Ελλάδας, τη μνήμη του ανθρώπου ως ελεύθερου όντος. Διότι η Ελλάδα, προτού γίνει τόπος, ήταν ιδέα: το Μέτρο, το Κάλλος, η Ελευθερία, η Αμφισβήτηση, η Θυσία για το Δίκαιο.

Αυτό υπηρέτησαν όσοι κέρδισαν το βαρύ φορτίο της λέξης. Γι’ αυτό άλλωστε ο φιλελληνισμός δεν είναι ιστορική περίοδος, αλλά διαρκής ηθική και στάση ζωής.

Ο φιλέλληνας δεν αγαπά την Ελλάδα γιατί είναι όμορφη, αλλά γιατί ενώνει το κάλλος με την αλήθεια, το σώμα με το πνεύμα, το μέτρο και την αρμονία με την υπέρβαση.

Μια αγάπη επιφανειακή, συχνά εργαλειακή, που τιμά την Ελλάδα μόνο όταν εξυπηρετεί την εικόνα δεν είναι φιλελληνισμός. 

Δεν είναι φιλελληνισμός εκεί όπου η αρχαία Ελλάδα γίνεται brand name, ο Παρθενώνας και η Σπιναλόγκα λογότυπα, και ο Όμηρος τουριστικό αφήγημα. Σε αυτόν τον κόσμο της εκπτωτικής εξιδανίκευσης, η Ελλάδα αγαπιέται όχι για ό,τι είναι, αλλά για ό,τι αυτή θυμίζει: Έναν ωραίο μύθο χρήσιμο για τη σημερινή Δύση. Μα ένας μύθος χωρίς ψυχή είναι διαφημιστικό σποτ· και ο φιλελληνισμός χωρίς πράξη είναι ένα ψυχρό χειροκρότημα μπροστά σε μια άδεια αρχαία σκηνή.
 

Κεντρικός πίνακας επιφυλλίδας: Θεόδωρος Βρυζάκης, «Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι, 1861». Λάδι σε μουσαμά, 155x213 εκ. του. Δωρεά του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στην Εθνική Πινακοθήκη.

 

 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση