ΑΠΟΨΕΙΣ
Όταν ο Ηλίας Βενέζης είδε την αυθεντική Κρήτη
Ο Βενέζης στην Κρήτη πριν από μισόν αιώνα είδε στην άγρια εσωτερική ελευθερία των Σφακιανών τη φωτιά και το ψωμί της ψυχής της Κρήτης.
Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ
Ο Ηλίας Βενέζης ήξερε καλά τους ανθρώπους και τους τόπους. Ήξερε τη φύση που περιέγραφε, είχε την ικανότητα να διακρίνει την καίρια λεπτομέρεια, και να την κάνει ανάγλυφη. Εισχωρούσε βαθιά στα περιστατικά που διηγούνταν, πληγωμένος κι εκείνος από το μεγάλο ξεριζωμό. Πλησίαζε πολύ κοντά τους ανθρώπους που τον συγκινούσαν, το πάθος που τους έκαιγε και τους έσπρωχνε ως τα έσχατα άκρα, ως το θάνατο. Το 1966 επισκέφτηκε την Κρήτη και τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από αυτό το προσκύνημα τις ενέταξε στα διηγήματά του με τίτλο «Αρχιπέλαγος» που κυκλοφόρησαν το 1969.
Όταν πέρασε από τ’ Ασκύφου στα Σφακιά, είδε τρεις γερόντους, «πρόσωπα της Γραφής και οι τρεις» καθώς λέει, «με τα γένια και τη μαύρη κρητική μαντίλα στο κεφάλι να κάθονται απάνω στην πέτρα, να κοιτάζουν τα βουνά χωρίς να μιλούνε».
Τα έχασε ο Βενέζης όταν αφού τους συστήθηκε, ένας από τους γερόντους του είπε με νόημα:
«Ὁ ἄνθρωπος χάλασε, γυρεύει πολλά. Αὐτὸ ποὺ ξέρω εἶναι πὼς ἐμεῖς δὲν ἔχουμε πιὰ ἐλευθερία. Τὸν παλιὸ καιρό, μὲ τὸν Τοῦρκο, ἤμαστε λεύτεροι. Ἐπειδὴς εἴχαμε νὰ τὸν πολεμήσουμε. Εἴχαμε ἄρματα καὶ εἴχαμε τί νὰ τὰ κάνουμε. Τώρα δὲν ἔχουμε τίποτα. Άμα δὲν ἔχεις ἄρματα καὶ ὀχτρὸ νὰ πολεμήσης, γίνεται νά 'σαι λεύτερος;»
«Τρόμαξα» γράφει ο Βενέζης, «ἀκούγοντας τὸν βαθύ λόγο, εἰπωμένον ἔτσι ἁπλᾶ, σὰ νὰ ἦταν μὲς στὸ καθημερινὸ ὕφος τῆς κουβέντας τῶν γερόντων τοῦ ᾿Ασκύφου. Ἡ ἄγρια αἴσθηση τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας, τόσο γνώριμης στὰ κείμενα τοῦ Καζαντζάκη, πρόβελνε ἐδῶ, γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἐπιτήδευση, ἀνάγκη τοῦ Σφακιανοῦ πρώτη, σὰν τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ψωμί.».
Η «άγρια αίσθηση της εσωτερικής ελευθερίας», όπως την διαισθάνθηκε ο Βενέζης στον γέροντα από τ’ Ασκύφου και όπως την ανέπνεε ολόκληρη η γραφή του Καζαντζάκη, δεν είναι μια λογοτεχνική υπερβολή∙ είναι μια οντολογική στάση ζωής. Κι αυτή η στάση, όσο βαθιά ριζωμένη κι αν ήταν κάποτε, σήμερα μοιάζει να έχει εξοριστεί, όχι συνολικά από την Κρήτη, αλλά από τον τρόπο που μειοψηφίες στο νησί έμαθαν να ζουν.
Ο γέροντας του Βενέζη δεν μιλά πολιτικά. Δεν μιλά ιστορικά. Μιλά υπαρξιακά. Όταν λέει ότι «με τον Τούρκο ήμαστε λεύτεροι», εννοεί πως η ελευθερία δεν είναι κατάσταση εξωτερικών συνθηκών, αλλά εσωτερική φλόγα. Δεν ταυτίζεται με την άνεση, αλλά με την αντίσταση. Δεν εξαρτάται από το αν μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά από το αν μπορείς να σταθείς απέναντι σε κάτι που απειλεί να σε καταπιεί.
Για τον παλιό Σφακιανό, όπως και για τον Καζαντζάκη, η ελευθερία δεν είναι δικαίωμα, αλλά αγώνας. Και αγώνας χωρίς κίνδυνο, χωρίς υψηλό αντίπαλο, χωρίς ρίσκο ζωής, δεν είναι αγώνας. Αν δεν έχεις «άρματα και οχτρό», αν δεν έχεις σκοπό που σε ξεπερνά, η ψυχή καταντάει στάχτη. Ο Σφακιανός δε νοσταλγεί την Τουρκοκρατία∙ νοσταλγεί τον κορμό της ζωής, την ευθυτενή στάση απέναντι στο φόβο, αφού πρωταρχική του ανάγκη είναι η εσωτερική ελευθερία.
Αυτή όμως η ελευθερία ήταν και μια εσωτερική μορφή αξιοπρέπειας. Για τον Καζαντζάκη, ο άνθρωπος είναι το σκοινί που τεντώνεται ανάμεσα στο ζώο και στο Θεό, μια αδιάκοπη υπέρβαση. Ο Σφακιανός γέροντας είχε ήδη στη ζωή του δημιουργήσει το δικό του μικρό κομμάτι αυτής της υπέρβασης. Είχε μάθει να ζει όρθιος, να μη σκύβει, να μην παραδίδεται.
Η ελευθερία του δεν ήταν επιθυμία. Ήταν υπαρξιακή αξιοπρέπεια. Και αυτή η αξιοπρέπεια είχε δύο χαρακτηριστικά:
Πρώτον ήταν άγρια. Δεν ζητούσε δικαίωση, δεν περίμενε αναγνώριση, δεν χρειαζόταν λόγια.
Δεύτερο ήταν απλή. Δεν είχε επιτήδευση, δεν έπαιζε θέατρο, δεν μιλούσε για «λεβεντιές», τις ζούσε. Γι’ αυτό ο Βενέζης ένιωσε τρόμο. Γιατί είδε κάτι αληθινό και γυμνό, κάτι που σήμερα σχεδόν ντρεπόμαστε να αντικρίσουμε.
Αν όμως η ελευθερία του παλιού Σφακιανού ήταν εσωτερική, πνευματική, σχεδόν ασκητική, τότε τι είναι το σημερινό «αντριλίκι» που κηλιδώνει την Κρήτη;
Είναι η διαστροφή της ίδιας έννοιας. Η εσωτερική ελευθερία, που απαιτεί θυσία, αυτοπειθαρχία, σιωπή, αυτογνωσία, μετατράπηκε σε κάτι φτηνό και εξωτερικό. Μετατράπηκε σε αυθαιρεσία, επίδειξη ισχύος, παρανομία, οπλοφορία, βεντέτες, βία αντί για αξιοπρέπεια.
Εκεί που οι παλιοί είχαν το όπλο ως τελευταίο όριο, οι σημερινοί το έχουν ως πρώτο επιχείρημα. Εκεί που η ελευθερία ήταν εντός, τώρα η «αδιαφορία για το νόμο» θεωρείται δήθεν ελευθερία. Όμως αυτή δεν είναι ελευθερία∙ είναι δουλεία στο ένστικτο, σκλαβιά στο θυμικό, υποταγή στην αγριότητα. Είναι το ακριβώς αντίθετο της λεβεντιάς. Είναι η αλλοίωση από την εσωτερική ελευθερία στην εξωτερική βαρβαρότητα.
Ο Καζαντζάκης έλεγε το πασίγνωστο «να αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τον κόσμο». Η σημερινή πραγματικότητα λέει «εγώ μονάχος μου έχω δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω». Η διαφορά είναι τεράστια. Η πρώτη θέση απαιτεί μέγεθος ψυχής. Η δεύτερη απαιτεί μόνον εγωισμό και επιβεβαιώνει την κατάπτωση και την απώλεια του ορίου.
Ο παλιός Σφακιανός είχε όριο, όχι γιατί του το επέβαλε ο νόμος, αλλά γιατί το επέβαλε η συνείδησή του. Σήμερα, το όριο ερμηνεύεται ως προσβολή. Η πειθαρχία ως αδυναμία. Η δημόσια ευθύνη ως «παραλογισμός της Αθήνας». Η εσωτερική ελευθερία όμως, χωρίς όρια, γίνεται εσωτερική και εξωτερική βαρβαρότητα.
Η ελευθερία του Σφακιανού γέροντα είχε ένα ακόμη στοιχείο: ήταν κοινοτική. Δεν ήταν ατομικισμός. Ήταν δεσμός με την οικογένεια, το χωριό, τον τόπο του, την Κρήτη ολάκερη. Ελευθερία σήμαινε ευθύνη απέναντι στην ομαίματη κοινότητά του.
Η σημερινή Κρήτη, σε εκείνα τα σκοτεινά κομμάτια της, γέννησε μια νέα φιλοσοφία. Τη φιλοσοφία του «Εγώ». Εγώ να δείξω ποιος είμαι, εγώ να πάρω εκδίκηση, εγώ να κάνω κουμάντο, εγώ πάνω απ’ όλους…
Αυτή η εμμονή στο αρρωστημένο «εγώ» είναι που γκρεμίζει ολόκληρο το οικοδόμημα της παλιάς λεβεντιάς, αφού η βαθύτερη απώλεια, είναι ότι χαθήκαμε ως πρόσωπα. Γιατί η λεβεντιά είναι το κομμάτι ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της υπέρβασης του «εγώ».
Λεβέντης είναι εκείνος που δαμάζει το θηρίο μέσα του∙ όχι εκείνος που το αφήνει να αφρίζει έξω ανεξέλεγκτο.
Τι σημαίνει λοιπόν η «άγρια εσωτερική ελευθερία» για το σήμερα; Σημαίνει το εξής πολύ απλό, αλλά πολύ δύσκολο: Να είσαι άγριος με τον εαυτό σου και ήμερος με τους άλλους.
Να είσαι ελεύθερος από το πάθος για κυριαρχία του μεγεθυμένου «εγώ». Να μην χρειάζεσαι όπλο για να νιώσεις άντρας. Να στέκεσαι απέναντι σε ό,τι σε μικραίνει, κυρίως αν αυτό είναι το ίδιο σου το «Εγώ». Να προτιμάς να νικήσεις τον κακό εαυτό σου παρά το γείτονά σου.
Αυτή ήταν η ελευθερία του παλιού Σφακιανού που είδε ο Ηλίας Βενέζης στην Κρήτη του 1966:
Η ελευθερία όχι από κάτι, αλλά για κάτι. Για το ύψος. Για το φως. Για την αλήθεια. Για τον άνθρωπο. Και όσο αυτή η στάση ζωής θα αποξενώνεται από κομμάτια της Κρήτης, τόσο η ντροπή θα κηλιδώνει ολάκερο το νησί. Και όσο τα όπλα θα παίρνουν τη θέση της συνείδησης, τόσο το αρχέτυπο της κρητικής λεβεντιάς θα μικραίνει, θα καταντάει σκιά.
Τελικά ο Βενέζης στην Κρήτη πριν από μισόν αιώνα είδε στην άγρια εσωτερική ελευθερία των Σφακιανών τη φωτιά και το ψωμί της ψυχής της Κρήτης. Σήμερα, κάποιοι κρατούν μόνο την «άγρια» πλευρά και πέταξαν την «ελεύθερη». Πήραν τη φλόγα, αλλά όχι το φως της. Πήραν το πάθος, αλλά όχι το παλιό ήθος του αυθεντικού νησιού.
Και έτσι, από λεβεντιά, μείναμε με μια καρικατούρα περηφάνιας, επικίνδυνη, θορυβώδη, άδεια, δολοφονική. Το μεγάλο στοίχημα είναι αυτή η μειοψηφούσα Κρήτη να ξαναβρεί το χαμένο της νόημα: Όχι να είναι «αντρίκια άγρια», αλλά άγρια ελεύθερη.
Κεντρική φωτογραφία: Οι αδελφοί Μάντακα στους Λάκκους Χανίων, φωτογραφημένοι από τον Ελβετό φωτογράφο Fred Boissonnas το 1911.
