ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Ιησούς του Χαλίλ Γκιμπράν

Πέρα από τον ιστορικό Ιησού, που η Ρώμη τον εκτέλεσε αγνοώντας τον, και πέρα από τον αποθεωμένο Ιησού, όπως τον γνωρίζει ο Χριστιανικός Κόσμος που δημιούργησε ο Παύλος, εδώ έχουμε τον ποιητικό Ιησού

0957054

Του Θανάση Γιαπιτζάκη

      Ο Ιησούς μάς είναι γνωστός από τα Ευαγγέλια - και από τον Παύλο, που έδωσε φιλοσοφικό βιώσιμο περιεχόμενο στα κοινωνικά κηρύγματά του.

      Όμως, πάνω σε γνώριμα μοτίβα και ονόματα, ο Χαλίλ Γκιμπράν στο βιβλίο του «Ιησούς, ο Γιος του Ανθρώπου» δημιούργησε μια μυθολογία γύρω από τον Ιησού, που καταφέρνει με ποιητικούς τρόπους να βγάλει το προσωπείο της θρησκείας και να δείξει την απλότητα του μεγαλείου του. 

      Πέρα από τον ιστορικό Ιησού, που η Ρώμη τον εκτέλεσε αγνοώντας τον, και πέρα από τον αποθεωμένο Ιησού, όπως τον γνωρίζει ο Χριστιανικός Κόσμος που δημιούργησε ο Παύλος, εδώ έχουμε τον ποιητικό Ιησού, δοσμένο μέσα από τα λόγια εβδομήντα επτά συγχρόνων του, που είναι φίλοι του ή εχθροί του, που είναι Σύριοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Εβραίοι, Πέρσες, που είναι ιερείς και πόρνες, γείτονες, μαθητές του, και ποιητές.

      Γι’ αυτό, μας γίνεται προσιτός, χαρούμενος, πολύπλευρος, γελαστός, ζωηρός, όπως τον υποψιαζόμαστε αλλά δεν τον ξέρουμε με τα αυστηρά τέμπλα της εκκλησίας.

     Κάποτε είχα μεταφράσει το βιβλίο του αυτό, παρασυρμένος από τη γοητεία που έχουν - σε οποιαδήποτε γλώσσα - τα λόγια του Χαλίλ Γκιμπράν. Και τώρα, λόγω των Ημερών, το έχω εδώ μπροστά μου. Διαλέγω στην τύχη κάποιους από τους εβδομήντα επτά συγχρόνους του Ιησού, που τους δημιούργησε ο αξέχαστος ποιητής από τον Λίβανο. Ο Χαλίλ Γκιμπράν είναι ο πιο γνωστός σε όλο τον αραβικό κόσμο μετά τον Πέρση Ομάρ Καγιάμ. Διατηρώ τους τίτλους, που σχηματίζονται από τα ονόματά τους.

Μια από  τις Μαρίες

      Το κεφάλι Του ήταν ψηλά κι η φλόγα του Θεού στα μάτια Του.

      Συχνά ήταν θλιμμένος, αλλά η θλίψη Του ήταν τρυφερότητα που έδειχνε σε κείνους που υπέφεραν και συμπαράσταση που έδινε σε κείνους που ήταν μόνοι. 

      Όταν χαμογελούσε, το χαμόγελό Του ήταν σαν την πείνα αυτών που ποθούνε το άγνωστο. Ήταν σαν τη σκόνη των άστρων που πέφτει πάνω στα βλέφαρα των παιδιών. Κι ήταν σαν μια μπουκιά ψωμί στο στόμα.

      Ήταν θλιμμένος κι όμως ήταν μια θλίψη που ανέβαινε στα χείλη και γινόταν χαμόγελο.

      Ήταν σαν ένα χρυσό πέπλο στο δάσος όταν το φθινόπωρο είναι πάνω από τον Κόσμο. Και, μερικές φορές, μου φαινόταν σαν φεγγαρόφωτο που πέφτει στις ακτές της λίμνης.

      Χαμογελούσε σαν να τραγουδούσαν τα χείλη Του σε γιορτή γάμου.  

      Όμως, ήταν θλιμμένος με τη θλίψη του φτερωμένου που δεν θα ανυψωθεί πάνω από τον σύντροφό του.

Ρωμανός, ένας Έλληνας ποιητής 

      Ήταν ποιητής. Έβλεπε για τα μάτια μας και άκουγε για τ’ αυτιά μας και τα σιωπηλά μας λόγια ήταν πάνω στα χείλη Του. Και τα δάχτυλά Του άγγιζαν κείνο που δεν μπορούσαμε να νιώσουμε.

      Απ’ την καρδιά Του αμέτρητα πουλιά με τα τραγούδια τους πετούσανε προς το βορρά  και προς το νότο και τα μικρά λουλούδια στις πλαγιές του λόφου σταματούσανε τον δρόμο Του προς τον Ουρανό.

      Συχνά, Τον είδα που έσκυβε να αγγίξει τα φύλλα της χλόης. Και στην καρδιά μου Τον άκουγα να λέει: «Μικρά πρασινάκια, θα ’στε μαζί μου στο βασίλειό μου, όπως οι δρύες της Μπεσάν κι όπως τα κέδρα του Λιβάνου».

      Αγαπούσε όλα τα όμορφα πράγματα, τα ντροπαλά πρόσωπα των παιδιών, το μύρο και το λιβάνι από το νότο.

      Αγαπούσε ένα ρόδι ή ένα κύπελλο κρασί που Του δίναμε μ’ ευγένεια. Δεν είχε σημασία αν προσφερόταν από κάποιον ξένο στο πανδοχείο ή από έναν πλούσιο οικοδεσπότη.

      Κι αγαπούσε τ’ άνθη της μυγδαλιάς. Τον είδα να τα μαζεύει στα χέρια Του και να σκεπάζει το πρόσωπό Του με τα πέταλα, σαν ν’ αγκάλιαζε με την αγάπη Του όλα τα δέντρα του Κόσμου.

      Γνώριζε τη θάλασσα και τον ουρανό. Για μαργαριτάρια μίλαγε, που έχουν φως όχι σαν αυτό το φως που ξέρουμε, και γι’ άστρα που είναι πέρα από τη νύχτα μας. 

      Γνώριζε τα βουνά όπως τα ξέρουν οι αετοί και τις κοιλάδες όπως είναι γνωστές σε ρυάκια και σε ποτάμια. Και υπήρχε μια έρημος στη σιωπή Του κι ένας κήπος στα λόγια Του.

      Ναί, ήταν ένας ποιητής, που η καρδιά Του ζούσε σε μια κληματαριά πέρα από τα σύννεφα και που τα τραγούδια Του, αν και τραγουδισμένα στ’ αυτιά μας, τραγουδιόντανε και γι’ άλλα αυτιά και γι’ ανθρώπους σε μιαν άλλη γη, όπου εκεί η ζωή είναι για πάντα νέα κι ο χρόνος είναι πάντα αυγή. 

      Κάποτε θεωρούσα κι εγώ τον εαυτό μου ποιητή, μα όταν βρέθηκα μπροστά Του, στη Βηθανία, κατάλαβα τί ’ναι να κρατάς όργανο με μια μόνο χορδή μπροστά σ’ έναν που προστάζει όλα τα όργανα. Γιατί μες στη φωνή Του υπήρχε το γέλιο του κεραυνού κι ο λυγμός της βροχής κι ο χαρούμενος χορός των δέντρων μες στον άνεμο.

      Από τότε που έμαθα πως η λύρα μου έχει μόνο μια χορδή και πως η φωνή μου δεν υφαίνει τις θύμησες του χτες ούτε τις ελπίδες του αύριο, άφησα πλάι τη λύρα μου κι έχω σιωπήσει. Μα πάντα στ’ απόβραδο, θ’ αφουγκράζομαι και θ’ ακούω τον Ποιητή που μας νίκησε όλους μας.

Image
0958605409545094

 Γκεόργκους της Βηρυττού

      Αυτός και οι φίλοι Του ήταν στο άλσος των πεύκων πέρα από τον φράχτη μου και τους μιλούσε.

      Εγώ στάθηκα κοντά στον φράχτη κι άκουγα. Ήξερα Ποιός ήταν, γιατί η φήμη του είχε φτάσει σ’ αυτές τις ακτές πριν τις επισκεφτεί ο ίδιος.

      Όταν σταμάτησε να μιλάει, Τον πλησίασα και είπα: «Κύριε, έλα μ’ αυτούς τους ανθρώπους και τίμησε εμένα και τη στέγη μου».

      Μου χαμογέλασε και είπε: «Όχι σήμερα, φίλε μου. Όχι σήμερα».

      Υπήρχε μια ευλογία στα λόγια Του και η φωνή Του με τύλιξε σαν ρούχο σε μια κρύα νύχτα.

      Μετά, στράφηκε στους φίλους Του και είπε: «Κοιτάξτε έναν άνθρωπο που δεν μας θεωρεί ξένους και, αν και δεν μας έχει δει πριν απ’ αυτή τη μέρα, μας καλεί στο κατώφλι του. αληθινά, στο βασίλειό μου δεν υπάρχουν ξένοι. Η ζωή μας δεν είναι παρά η ζωή όλων των άλλων ανθρώπων, δεδομένου ότι μπορούμε να ξέρουμε όλους τους ανθρώπους και σ’ αυτή τη γνώση να τους αγαπούμε.

      »Οι πράξεις όλων των ανθρώπων δεν είναι παρά οι πράξεις όλων μας και οι κρυφές και οι φανερές μας.

      »Σας ζητώ να μην είστε μόνο ένας εαυτός, αλλά πολλοί εαυτοί, ο στεγασμένος κι ο άστεγος, ο ζευγολάτης και το σπουργίτι που παίρνει τον σπόρο του σταριού πριν αυτός κοιμηθεί στο χώμα, αυτός που δίνει με μεγαλείο κι αυτός που παίρνει με περηφάνια κι αναγνώριση. 

      »Η ομορφιά της μέρας δεν είναι μόνο στο τί βλέπετε, μα και στο τί βλέπουν οι άλλοι.

      »Γι’ αυτό σας διάλεξα ανάμεσα στους πολλούς που μ’ έχουνε διαλέξει».

      Μετά, ξαναστράφηκε σε μένα, χαμογέλασε και είπε: «Τα λέω αυτά επίσης και για σένα και συ να τα θυμάσαι».

      Τότε, Τον παρακάλεσα και είπα: «Δάσκαλε, δε θα έρθεις στο σπίτι μου;»

      Κι απάντησε: «Ξέρω την καρδιά σου και έχω έρθει στο μεγαλύτερο σπίτι σου».

      Κι ενώ απομακρυνόταν με τους μαθητές Του, είπε: «Καληνύχτα και είθε το σπίτι σου να είναι αρκετά μεγάλο, για να στεγάζει όλους τους περιπλανώμενους της χώρας».     

Μαρία Μαγδαληνή

      Το στόμα του ήταν σαν την καρδιά ενός ροδιού και οι σκιές στα μάτια του βαθιές.

      Ήταν ήρεμος σαν έναν άνθρωπο που είναι προσεκτικός στη δύναμή του.

      Στα όνειρά μου έβλεπα τους βασιλιάδες της Γης να στέκονται με σεβασμό μπροστά Του. Θα μιλούσα για το πρόσωπό Του, αλλά πώς να μιλήσω; Ήταν σαν νύχτα χωρίς σκοτάδι και σαν μέρα χωρίς τον θόρυβο της μέρας. Ήταν ένα λυπημένο πρόσωπο και ήταν ένα χαρούμενο πρόσωπο.

      Θυμάμαι καλά ότι κάποτε σήκωσε το χέρι Του στον ουρανό και τα χωρισμένα δάχτυλά Του ήτανε σαν κλώνοι μιας φτελιάς.

      Και τον θυμάμαι να περπατάει το βράδυ. Δεν βάδιζε. Αυτός ο ίδιος ήταν ένας δρόμος πάνω στον δρόμο. Σαν ένα σύννεφο πάνω απ’ τη γη που κατεβαίνει να δροσίσει τη γη.

      Μα όταν στάθηκα μπροστά Του και Του μίλησα, ήταν ένας άνθρωπος και το πρόσωπό Του δυνατό για να το δεις.

      Μου είπε: «Τί θα ’θελες, Μύριαμ;» Δεν Του απάντησα, μα τα φτερά μου τύλιξαν το μυστικό μου κι έγινα ζεστή.

      Κι επειδή δεν μπορούσα ν’ αντέξω πιά το φως Του, γύρισα κι απομακρύνθηκα, μα όχι με ντροπή. Ήμουνα μόνο ντροπαλή και θα ’μουνα μόνη με τα δάχτυλά Του πάνω στις χορδές της καρδιάς μου. 
 

Image
09658059490434093

Ο Ιωθάμ της Ναζαρέτ σε ένα Ρωμαίο

      Φίλε μου, κι εσύ όπως και όλοι οι άλλοι Ρωμαίοι, πιο πολύ φαντάζεσαι τη ζωή παρά τη ζεις. Πιο πολύ κυβερνάς χώρες παρά κυβερνιέσαι από το πνεύμα.

      Πιο πολύ κατακτάς φυλές που σε καταριούνται παρά μένεις στη Ρώμη, ευλογημένος κι ευτυχισμένος.

      Δεν σκέφτεσαι παρά στρατιές που προχωρούν και πλοία που μπαίνουνε στη θάλασσα.

      Πώς, λοιπόν, να καταλάβεις τον Ιησού της Ναζαρέτ, έναν άνθρωπο απλό και μόνο, που ήρθε χωρίς στρατιές ή πλοία, για να εγκαθιδρύσει ένα βασίλειο στην καρδιά και μια αυτοκρατορία στα ελεύθερα απέραντα μέρη της ψυχής;

      Πώς να καταλάβεις αυτόν τον άνθρωπο που δεν ήταν ένας πολεμιστής, μα που ήρθε με τη δύναμη του πανίσχυρου αέρα; 

      Δεν ήταν θεός, ήταν ένας άνθρωπος σαν εμάς. Μα σ’ αυτόν, το μύρο της γης ανέβαινε ν’ ανταμώσει την ευωδιά τ’ ουρανού. Στα λόγια Του, το ψέλισμά μου αγκάλιαζε το ψιθύρισμα του άγνωστου. Και στη φωνή Του ακούγαμε ένα ακατανόητο τραγούδι. 

      Αλλά σεις οι Ρωμαίοι δεν απορείτε παρά μόνο με τους θεούς και κανείς δεν σας ξαφνιάζει. Οπότε δεν θα καταλάβεις τον Ναζαρηνό.

      Αυτός ανήκε στη νιότη του νου και σύ ανήκεις στα γηρατειά του. Εσύ μας κυβερνάς σήμερα. Μα ας περιμένουμε μιαν άλλη μέρα. Και ποιός την ξέρει εκτός απ’ αυτόν τον άνθρωπο που χωρίς στρατιές και δίχως πλοία θα εξουσιάζει το αύριο;

      Εμείς π’ ακολουθούμε το πνεύμα, θα χύνουμε αίμα ενώ θα ταξιδεύουμε πίσω Του. αλλά η Ρώμη θ’ αφήσει έναν άσπρο σκελετό στον ήλιο. Θα υποφέρουμε πολύ, μα θ’ αντέξουμε και θα ζήσουμε. Αλλά η Ρώμη είναι γραφτό να πέσει σε σκόνη.

      Όμως, αν η Ρώμη, όταν θα γίνει ταπεινή και ασήμαντη, προφέρει τ’ όνομά Του, Αυτός θα προσέξει τη φωνή της. Θα στείλει νέα ζωή στα κόκκαλά της για να μπορεί να ξανασηκωθεί, μια πόλη ανάμεσα στις πόλεις της Γης.

      Μα θα το κάνει χωρίς λεγεώνες ούτε με σκλάβους να τραβούν κουπί στις γαλέρες Του. Αυτός θα είναι μόνος.       

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση