ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπορεί η Θέμιδα να σκώπτει τη Δημοκρατία;

Η Δημοκρατία δεν πεθαίνει από πραξικοπήματα. Πεθαίνει από ανοιχτούς δρόμους που κλείνουν, από θεσμούς που επιλέγουν να μην δουν, να μην μιλήσουν, να μην αναλάβουν.

αγρότες-αστυνομία-τουρίστες

Του Κωστή Μαυρικάκη*

 

Μόλις πριν από δύο εικοσιτετράωρα αποκρουστικές και γνώριμες εικόνες από το μακρινό ελληνικό παρελθόν, -που μόνο σε χώρα της υποσαχάριας Αφρικής θα μπορούσαν να τελεστούν πλέον- εκτυλίχτηκαν στην εθνική οδό προσπέλασης προς το αεροδρόμιο Ηρακλείου. Όπως της αλήστου μνήμης εποχής των Σταμουλοκολάδων, τότε που ανεμπόδιστα και υπό την ανοχή του Κράτους, επαγγελματικές ομάδες διεκδικώντας συντεχνιακά τους αιτήματα, μπορούσαν να κλείνουν ανενόχλητοι τα δημόσια συγκοινωνιακά δίκτυα, τελώντας το αδίκημα της παρακώλησης συγκοινωνιών, και γινόμενοι αυτόκλητοι τιμωροί-εκβιαστές σε άλλους ανύποπτους πολίτες.

Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την κρητική επικαιρότητα και όπως αναφέρεται σε πάνδημη ανακοίνωση των τουριστικών φορέων του νησιού, «η Κρήτη, το νησί της φιλοξενίας, εκτέθηκε παγκοσμίως με εικόνες ντροπής: ηλικιωμένοι, μητέρες με μωρά, τουρίστες σε αναπηρικά καροτσάκια, οικογένειες και χιλιάδες επισκέπτες να περπατούν χιλιόμετρα για να φτάσουν στο αεροδρόμιο, μόνο και μόνο για να μάθουν ότι η πτήση τους είχε ήδη φύγει. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι, εξουθενωμένοι, απελπισμένοι. Ένα θέαμα που κανένας πολιτισμένος τόπος δεν θα έπρεπε να επιτρέψει».

Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι του νησιού, διεκδικώντας -τα ενδεχομένως δίκαια αιτήματά τους-, επέλεξαν την παλιά γνώριμη συνταγή της παρακώλησης των δημόσιων συγκοινωνιών. Διάλεξαν να πάρουν δηλαδή το νόμο στα χέρια τους. Το ερώτημα βέβαια δεν είναι γιατί το έκαναν αυτό. Το οδυνηρό ερώτημα είναι αν την αξιόποινη αυτή πράξη, που ταυτόχρονα εξέθεσε και διεθνώς το νησί, την πήραν χαμπάρι οι φύλακες του Νόμου. Η Εισαγγελική Αρχή Ηρακλείου και οι υφιστάμενές της αστυνομικές δυνάμεις. Είναι η απορία που προκύπτει άλλωστε και από τον τίτλο της παρούσας επιφυλλίδας: Μπορεί η Δικαιοσύνη να σκώπτει το πολίτευμα; Αν δεν κάνω λάθος, σε κάθε δυτική Δημοκρατία, λειτουργούν οι ελάχιστοι κανόνες τάξης που προστατεύουν στοιχειωδώς τα έννομα αγαθά του κάθε πολίτη από την αυτοδικία και την αυθαιρεσία.

Κάποτε η Δικαιοσύνη, και έτσι έπρεπε να ήταν, παρουσιαζόταν ως το θεμέλιο της Δημοκρατίας. Σήμερα, σε πολλές στιγμές του δημόσιου βίου, μοιάζει να παίζει μαζί της. Όχι σαν αυστηρός κριτής, αλλά σαν ένας σχεδόν κυνικός θεατής που χαμογελάει ειρωνικά όταν ο Νόμος ποδοπατείται δημοσίως, όταν η Τάξη γίνεται διαπραγματεύσιμη, όταν η ελευθερία του ενός γίνεται μαρτύριο και ζυγός σε βάρος του άλλου.

Η εικόνα είναι πρόσφατη, ζωντανή, εξευτελιστική και κυρίως ανεκδιήγητη: ένα αεροδρόμιο, εκατοντάδες τουρίστες που διάλεξαν από αγάπη την Κρήτη, βαλίτσες στον ώμο, χιλιόμετρα πορείας κάτω από τον καυτό ήλιο, όχι γιατί χάλασε το λεωφορείο, ή γιατί επήλθε φυσική καταστροφή, αλλά γιατί ένας συντεχνιακός κλάδος αποφάσισε να κλειδώσει μια δημόσια συγκοινωνιακή αρτηρία. Και το κράτος; Το κράτος επέλεξε την απουσία.

Η Αστυνομία, ντυμένη με το γαλάζιο της απραξίας, φυλάει την ησυχία της καλύτερα απ’ ό,τι φυλάει το Νόμο. Αστυνομία που κοιτάει τα σύννεφα. Εισαγγελία που ακούει μόνο τον ήχο του χαρτιού. Δικαιοσύνη που ως τυφλή, δεν βλέπει κι αν βλέπει, δεν συγκινείται. Σαν να συμφωνούν όλοι σιωπηρά ότι η παρανομία είναι θεμιτή, αρκεί να έχει τη συντεχνιακή ομπρέλα όπως στους παλιούς καλούς καιρούς. Ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων των πολλών είναι ανεκτή, όταν τη διαπράττουν οι λίγοι με αρκετό θόρυβο.

Κι η χώρα, η περίφημη χώρα της φιλοξενίας, στέλνει τους ξένους της σε μια παρωδία οδύσσειας, όπου το αεροδρόμιο μοιάζει μακρινό λιμάνι και ο δρόμος ένα τελετουργικό εξευτελισμού.

Αυτό δεν είναι πια απλή ανεπάρκεια. Είναι σκώμμα. Είναι το χαχανητό του ίδιου του θεσμικού μας κορμού απέναντι στον εαυτό του. Η Δικαιοσύνη, αντί να προστατεύει τη Δημοκρατία, την δοκιμάζει, την εξευτελίζει μέσα από τη σιωπή της. Όχι με κραυγές, αλλά με το πιο σκληρό όπλο: Τη δεικτική απουσία.

Ποια Δημοκρατία μπορεί να σταθεί όταν η ίδια η Πολιτεία απεκδύεται το ρόλο της; Ποιος πολίτης μπορεί να εμπιστευθεί τη Δικαιοσύνη όταν τη βλέπει να κρατά ίσες αποστάσεις ανάμεσα στη νομιμότητα και στην αυθαιρεσία, λες και οι δύο είναι απλά απόψεις προς σεβασμό;

Η Δικαιοσύνη δεν είναι ουδέτερη όταν αφήνει τον ισχυρό του δρόμου να εκβιάζει την κοινωνία. Είναι συνένοχη. Και η Αστυνομία που δεν εφαρμόζει το Νόμο νομιμοποιεί την ανομία. Η περίφημη ανεκτικότητα μετατρέπεται σε μια μορφή άτυπης συναλλαγής.

Αλλά η Δημοκρατία δεν είναι παζάρι. Δεν είναι τραπέζι συντεχνιακών ανταλλαγών. Είναι, στην πιο απλή της υπόσταση, η δίκαιη και ισότιμη εφαρμογή του Νόμου, χωρίς φόβο και χωρίς χάρη. Χωρίς να εξετάζει το μέγεθος του τρακτέρ, τον όγκο του μπλόκου, τη δύναμη της φωνής.

Κι εδώ είναι η μεγαλύτερη προσβολή. Όταν η Δικαιοσύνη σκώπτει τη Δημοκρατία, την ειρωνεύεται, την απαξιώνει με την ίδια της την αδράνεια, τότε το Σύνταγμα καταντά ένα απλό διακοσμητικό, ένα κείμενο για γιορτές και ορκωμοσίες και όχι για την καθημερινή προστασία του πολίτη. Η Δημοκρατία δεν πεθαίνει από πραξικοπήματα. Δεν πεθαίνει από σφαίρες. Πεθαίνει από ανοιχτούς δρόμους που κλείνουν, από δικαιώματα που λιώνουν στο καμίνι της αδράνειας, από θεσμούς που επιλέγουν να μην δουν, να μην μιλήσουν, να μην αναλάβουν.

Πεθαίνει από τη σταδιακή εξουδετέρωση της εμπιστοσύνης με γεγονότα σαν τα προχτεσινά.

Και κάθε τέτοιο επεισόδιο, κάθε κλειστός δρόμος, κάθε σιωπηλός εισαγγελέας, κάθε αόρατη αστυνομική δύναμη είναι μια ακόμα μεγάλη χαραμάδα στην ήδη εύθραυστη αξιοπιστία της Πολιτείας. Όταν η Πολιτεία δείχνει ότι η αυθαιρεσία κερδίζει, ο πολίτης καταλαβαίνει ότι ο Νόμος είναι διαπραγματεύσιμος. Και η Δημοκρατία δεν έχει τίποτα πιο δηλητηριώδες από έναν Νόμο που παύει να είναι κοινός κανόνας Δικαίου αλλά γίνεται παιχνίδι ισχύος.

Η Δικαιοσύνη που σκώπτει, που ειρωνεύεται και απαξιώνει τη Δημοκρατία δεν τη διατηρεί. Τη διαλύει, βήμα-βήμα, σιωπή-σιωπή. Και η ειρωνεία αυτή δεν είναι πια πικρή, είναι επικίνδυνη. Γιατί όταν χαθεί η εμπιστοσύνη, το κενό δεν μένει άδειο. Το γεμίζει ο κυνισμός, η αγανάκτηση, η βία και κάθε είδους ναζιστικά μορφώματα που ενδύονται τον πολιτικό μανδύα του σωτήρα. Τα έχουμε δει αυτά.

Το ερώτημα τελικά αν η Δικαιοσύνη μπορεί να σκώπτει τη Δημοκρατία είναι μόνον η μια διάσταση. Η άλλη είναι κατά πόσο ακόμα αυτό θα επιτρέπεται. Δεν είναι ρητορικό ερώτημα. Είναι συγκεκριμένο και αφορά, κυρίως, τους λαλίστατους πολιτικούς προϊστάμενούς της.

 

 

 

(*) Ο κ. Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ.
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση