ΑΠΟΨΕΙΣ
Μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο, μικρό παιδί
Ο Γιώργος Ζωγράφος δεν ήταν μόνο τραγουδιστής, αλλά και ηθοποιός της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν
Του Θανάση Γιαπιτζάκη
«Μικρό παιδί σαν ήμουνα | και πήγαινα σχολείο, μικρό παιδί. | Στα μάτια είχα τη χαρά, | στα χέρια το βιβλίο, μικρό παιδί. | Κι όταν η βαρυχειμωνιά | μου πάγωνε τα χέρια, | στον ουρανό τα σήκωνα | να ζεσταθούν στ’ αστέρια».
Εδώ δεν θα μιλήσουμε για ευαίσθητους στίχους σαν αυτούς του Αργύρη Βεργόπουλου που τους έκανε αξέχαστους το 1966 η μουσική του Λίνου Κόκοτου, σε μια γόνιμη εποχή δημιουργικών ανθρώπων. Θα μιλήσουμε όμως για τον τριαντάχρονο τότε, που τραγουδούσε αυτούς τους στίχους. Τον Γιώργο Ζωγράφο - που δεν ήταν μόνο τραγουδιστής, αλλά και ηθοποιός της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν. Και θα τον πάρουμε από τις μπουάτ που τον ξέρανε όλοι σαν εμβληματική μορφή του Νέου Κύματος, και θα τον πάμε πίσω στα παιδικά του χρόνια, τότε που ήταν κι αυτός ένα μικρό παιδί.
Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να μάθουμε για ποιό λόγο μια ολόκληρη ζωή φορούσε μόνο μαύρα και να μπούμε έτσι λίγο στην ψυχοσύνθεσή του, να στήσουμε την αντίληψή του, να φτάσουμε ακόμα-ακόμα και στην αιτία της μοναξιάς του και του θανάτου του, όταν τον βρήκαν νεκρό μετά από δεκαπέντε ολόκληρες μέρες που δεν τον είχε αναζητήσει κανείς τον Αύγουστο του 2005.
Είκοσι χρόνια μετά από τότε, εμείς σήμερα στο 2025 ας πούμε δυό λόγια ενδιαφέροντος γι’ αυτόν τον υπέροχο τραγουδιστή που δεν τον έσωσαν ούτε η αγάπη ούτε η εκτίμηση, ούτε ακόμα και οι στίχοι των τραγουδιών που εκφράζανε τον πόνο του, όπως εκείνο που έλεγε «Να ’μαι, ξανάρθα πίσω | κι έχω τραγούδια να σας πω πολλά,| μα πριν σας τραγουδήσω, | πού είν’ τα κρίνα; |Πού είν’ τα γιασεμιά; | Έχω μια θλίψη να κοιμίσω». Λόγια του Φώτη Αγγουλέ σε μουσική του Μιχάλη Τερζή. Ή του άλλου ποιητή, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη σε μουσική του Γιάννη Σπανού «Τ’ όνειρό μου πέθανε χθες αργά το βράδυ. | Μόνος τώρα κι έρημος τί μπορώ να πω; | Κι όμως το ’ξερε καλά, το βαθύ του χάδι | πόσο τ’ αγαπώ. | Μου κρατούσε συντροφιά στις βαριές τις ώρες | που τις τρέμει μοναχή κάθε μια ψυχή | κι όσο το ’χει δίπλα της ας κυλούν οι ώρες, | δεν μ’ ανησυχεί. | Τ’ όνειρό μου πέθανε χθες αργά το βράδυ. | Πες, δεν έζησε ποτέ, μην τ’ αναπολείς. | Μα ο καιρός μου, που ’χασα στο δικό του χάδι, | τώρα είναι πολύς». Ή και το πασίγνωστό του, που έλεγε «Η δίψα μου έγινε φωτιά, | στερεύει στα φιλιά σου, | το δάκρυ μου σταλαγματιά | χάνεται στη ματιά σου. | Άκρη δεν έχει ο ουρανός, | αρχή δεν έχει η δύση. | Τέλος δεν έχει ο καημός, | το χαμογέλιο θλίψη. | Στο παραθύρι σου κρυφά | γροίκαγα περιστέρι, | σαν το μαχαίρι απάστραφτε, | σβήσε, χλωμό μου αστέρι».
«Μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο» λοιπόν ο οκτάχρονος τότε Γιώργος Ζωγράφος. Είχε γεννηθεί μάλιστα σε σημαδιακή μέρα για την Ελλάδα. Αν θέλετε πιστέψτε το, εγώ δεν το πιστεύω ακόμα: 4η Αυγούστου 1936! Στην απαρχή της Δικτατορίας του Μεταξά!
Ξεκίνησε «μια ζωή ρημάδι» όπως την είπε ο Νότης Μαυρουδής, ανάμεσα σε δυο δικτατορίες (του Μεταξά και του Παπαδόπουλου), σε μια Ελλάδα μεταπολεμική, μετεμφυλιακή, σε μια πατρίδα που έπρεπε να κλείσει τις πληγές της και να προχωρήσει σε κάποια ειρηνική περίοδο, σε μια διαδρομή σκληρή και δαιδαλώδη, χωρίς πατέρα, χωρίς μάνα. Ήταν γιος δυο ηθοποιών. Πατέρας του ήταν ο ηθοποιός και σκηνογράφος του Εθνικού Θεάτρου Νίκος Ζωγράφος και μητέρα του η ηθοποιός της Λυρικής Σκηνής Αλίκη Μαυροειδή (στις περιόδους 1940-43 και 1947-57 πρωταγωνίστησε σε δέκα οπερέτες και σε έξι όπερες). Εδώ πρέπει ν’ αναφέρουμε τη Γαλάτεια Αλεξίου - που, ενώ εγκατέλειψε τον άντρα της τον Νίκο Καζαντζάκη, κράτησε το επώνυμό του πολύ πριν εκείνος γίνει διάσημος και έχει μείνει με το όνομα Γαλάτεια Καζαντζάκη. Το ίδιο και η μητέρα του Γιώργου Ζωγράφου, η Αλίκη Μαυροειδή. Ενώ εγκατέλειψε τον άντρα της και το μικρό της παιδί κι έφυγε στην Αίγυπτο, κράτησε κι αυτή το επώνυμο των δυονών τους, συνεχίζοντας την καριέρα της σαν Αλίκη Ζωγράφου (με αυτό το όνομα, ως ηθοποιός πρόζας πιά, θα τη βρούμε σε εικοσιοκτώ ταινίες της περιόδου 1961-72, ανάμεσά τους στη «Λόλα» και στο «Προξενιό της Άννας». Το φευγιό της όμως είχε τραγικά επακόλουθα: Ο σύζυγός της πέθανε από τη στεναχώρια του - από το μαράζι του που λέμε - και οι γονείς της αυτοκτόνησαν την ίδια μέρα!
Παρά το σοκ που δέχτηκε, έχοντας δει ξαφνικά νεκρούς τον πατέρα του, τη γιαγιά του, τον παππού του, και τη μητέρα του φευγάτη, ο μικρός Γιώργος Ζωγράφος δεν αφέθηκε να κλειστεί στον εαυτό του, αλλά βοηθήθηκε ν’ ανοιχτεί σε άλλους δρόμους, διαφόρων ειδών καλλιτεχνικούς. Νουνά του ήταν η μεγάλη τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη. Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών, φωνητική, πιάνο και κλασική κιθάρα. Συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δασκάλους τον Κάρολο Κουν, τον Γιώργο Λαζάνη, τον Κώστα Μπάκα, τον Μάριο Πλωρίτη και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, απ' όπου αποφοίτησε το 1959. Στην «Ελεύθερη Λαϊκή Σκηνή» έπαιξε στην παρωδία του Μέντη Μποσταντζόγλου «Δον Κιχώτης» τον ρόλο του συγγραφέα Θερβάντες. Τέλος, πήρε μέρος στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι ερμηνεύοντας δύο τραγούδια της παράστασης, τις «Αδελφές Τατά» και το «Αερικό». Λέει κάπου για τη μετάβασή του από την ηθοποιία στο τραγούδι ο Γιώργος Ζωγράφος: «Το 1961 γνώρισα τον Μίκη Θεοδωράκη και στην παράσταση, που ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο, συμμετείχα στον Χορό. Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς με φωνάζει στην παράσταση «Όμορφη Πόλη», για να τραγουδήσω το «Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά» και την «Όμορφη πόλη». Θα έπαιζα και κάποιον ρόλο. Είχα τρελαθεί από τη χαρά μου, πανηγύριζα κυριολεκτικά. Και μια ωραία στιγμή, πέρασε ο Μίκης και μου λέει «Γιώργο, εσένα θα σε βάλω πρώτο στη χορωδία, διότι αυτά τα δύο τραγούδια θα τα δώσω στον Γιάννη τον Βογιατζή τον τραγουδιστή». Έγινα ράκος κυριολεκτικά, απογοητεύτηκα… Πήγα σπίτι μου και έκλαιγα, νόμιζα ότι είχα χάσει τα πάντα. Μετά από δυο-τρεις μέρες χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο Αλέξης Σολομός. Μου λέει «Έλα γρήγορα, σε θέλει ο Χατζιδάκις στην πρόβα που κάνει στο θέατρο Κεντρικόν για την παράσταση «Οδός Ονείρων». Μόλις μπήκα στο Κεντρικόν, έπεσαν όλοι πάνω μου. Ο Χατζιδάκις μου έλεγε «Θα σου δώσω τραγούδια». Ο Σολομός μου έλεγε «Θα παίξεις στα σκετς, θα παίξεις με τον Χορν». Ο Χορν με αγκάλιαζε, με φιλούσε. Ήξερε τον πατέρα μου και τη μητέρα μου (που ήταν και οι δύο τους ηθοποιοί του θεάτρου).Έτσι, βρέθηκα στην «Οδό Ονείρων» και τραγούδησα τις «Αδελφές Τατά» και το «Αερικό» και έπαιζα σε τέσσερα-πέντε σκετς. Το «Αερικό» το είπα στην παράσταση, αλλά δεν το έκανα στη δισκογραφία».
Τα πράγματα όμως γι’ αυτόν δεν ήταν τελικά ρόδινα για καριέρα ηθοποιού. Κι αυτό ήταν η αιτία που τον κέρδισε το τραγούδι. Υπήρξε από τους πρωτοπόρους του Νέου Κύματος, και συνεργάστηκε κατά καιρούς με τους συνθέτες Νίκο Μαμαγκάκη, Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Νότη Μαυρουδή, Σταύρο Κουγιουμτζή, Γιάννη Σπανό, Λίνο Κόκοτο, Θεόδωρο Αντωνίου, Διονύση Σαββόπουλο, Βασίλη Τενίδη, Μιχάλη Τερζή, και με τον μουσουργό Γιάννη Παπαϊωάννου. Δισκογράφησε τραγούδια σε ποίηση Παλαμά, Βάρναλη, Ελύτη, Εγγονόπουλου, Εμπειρίκου, Αριστοφάνη, Γιάννη Ρίτσου, Λαπαθιώτη, Σκαρίμπα, Μιχάλη Κατσαρού, Ιάκωβου Καμπανέλη, Δημήτρη Ιατρόπουλου, Άγγελου Σικελιανού, Νίκου Καρύδη, Βασίλη Βασιλικού, Γιώργου Θέμελη, Άκου Δασκαλόπουλου. Επίσης είπε τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου και τον «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου με μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη. Ήταν από τους πρώτους ερμηνευτές στο ρόλο του ψάλτη στο «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Πήρε μέρος σε πλήθος συναυλιών, με τους μεγαλύτερους συνθέτες του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού. Και, εκτός μουσικής, έβγαλε δυο ποιητικές συλλογές, τη μία με τίτλο «Κουσούρα Μπάκμα» στις εκδόσεις Αιγόκερως και την άλλη με τίτλο «Του ουρανού και του έρωτα» στις εκδόσεις Βεργίνα. Στο οπισθόφυλλο της δεύτερης συλλογής διαβάζουμε τα εξής: «Ο Γιώργος Ζωγράφος επιμένει να στοχάζεται, να οδύρεται για το υπάρχειν, να προσεύχεται στο παν, να συνδυάζει το μηδέν με το άπειρο, να ανακαλύπτει Θεό εκεί που δεν το υποπτεύονται οι ανίδεοι και οι χορτάτοι. Ο Γιώργος Ζωγράφος τραγουδάει σαν το τριζόνι και προειδοποιεί σαν την κουκουβάγια πως κάτι δυσοίωνο έρχεται... (για ορισμένους). Βλέπει εκεί που δεν βλέπουμε όσοι φοράμε μαύρα γυαλιά, ακούει εκείνα που δεν ακούμε όσοι φοράμε ωτασπίδες και ψάχνει με τρυφερότητα τα απλά και τα ταπεινά. Ο Γιώργος Ζωγράφος ξέρει ν’ αγαπά και ν’ αγαπιέται, ξέρει να δίνει χέρι βοηθείας, ξέρει να σου παίρνει τον πόνο και να σε παρηγορεί. Πάντα ήταν ποιητής - και ως ηθοποιός και ως τραγουδιστής και ως συμπολίτης. Σεβόταν τα πράγματα, τον άλλο, και τον εαυτό του. Γι' αυτό και τον θυσιάζει συχνά με απλοχεριά στο βωμό της αλληλεγγύης».
Το καλοκαίρι του 2015, στα δέκα χρόνια από τον θάνατό του, βγήκε το βιβλίο ενός φίλου του, του Δημήτρη Μπαγέρη. Το μοναδικό μέχρι στιγμής βιβλίο για τον μεγάλο αυτόν τραγουδιστή, που έγινε σαν απόδειξη ότι τον αγάπησε. Ο τίτλος του ήταν «Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο» στις εκδόσεις Μετρονόμος. Λέει εκεί μέσα ο Μπαγέρης: «Με συγκινεί αφάνταστα η φωνή του Γιώργου Ζωγράφου (1936-2005). Με ανατριχιάζει. Σε οποιοδήποτε τραγούδι και να την/τον ακούσω. Νιώθω το σέβας να ξεχειλίζει από κάθε συλλαβή που αρθρώνει, έτσι όπως την αρθρώνει, μιαν ατράνταχτη πίστη σ’ εκείνο που κάθε φορά αποδίδει. Δεν το συναντώ αυτό συχνά σε τραγουδιστές - κυρίως γιατί οι πιο τέλειοι από εκείνους, όσοι έχουν «φωνάρες» εννοώ, διασπώνται σε αλλότρια πρόσωπα μέσα στα χρόνια υπηρετώντας τους εκάστοτε ρόλους. Με τον Ζωγράφο δεν συνέβη το… αναμενόμενο. Ο ρόλος του υπήρξε ένας και μοναδικός. Να μετατρέπει το πέτρινο ήθος, έτσι όπως εκείνο πήγαζε από τα σωθικά του, σε υψηλή τραγουδιστική τέχνη. Το είχε και ο Ξυλούρης αυτό. Ίσως και μερικοί ακόμη… Ο συνδυασμός μεγάλης φωνής, ήθους και συγκίνησης δεν συναντάται συχνά. Κυρίως γιατί η συγκίνηση, που προϋποθέτει το ήθος, αλλά όχι αναγκαστικώς και τη μεγάλη φωνή (καθότι υπάρχουν μέτριοι φωνητικά τραγουδιστές που μπορεί να συγκινήσουν), είναι ακριβοθώρητη».
Μέσα στο βιβλίο αυτό, υπάρχει μια συνέντευξη του Γιώργου Ζωγράφου στο «Φαντάζιο» του Νοεμβρίου του ’74 (στην Όλγα Μπακομάρου). Σ’ εκείνη τη συνέντευξη θυμόταν τις ταλαιπωρίες του από τη Χούντα: «Δύο μέρες μετά την 21η Απριλίου με κάλεσαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και με ρωτούσαν πού κρύβεται ο Θεοδωράκης, αλλιώς θα μου έκλειναν το μαγαζί. Τους είπα «δεν ξέρω», μ’ έκλεισαν και με κράτησαν δέκα μέρες μέσα. Ύστερα βγήκε αστυνομική διαταγή, με την οποία απαγορευόταν να τραγουδάω για έναν χρόνο στην περιοχή της Πλάκας. Λόγοι επιβιώσεως με ανάγκασαν να εμφανιστώ σ’ ένα κλαμπ στην Αχαρνών 288, στο «Κάβερν». Εκεί, μεταξύ γιεγιέδων κ.λπ. κ.λπ., έλεγα τραγούδια Θεοδωράκη, Μαμαγκάκη, και άλλων συνθετών. Ώσπου, μετά από μια βδομάδα, το μυρίστηκαν και το έκλεισαν το μαγαζί. Βρισκόμουν σε απελπιστική κατάσταση. Έρχονταν Χριστούγεννα και δεν είχα δραχμή. Πήγα τότε στον διοικητή του τμήματος και τον παρακάλεσα να με αφήσει να δουλέψω στην Πλάκα. Τίποτα αυτός, ανένδοτος. Τότε τρελάθηκα. Πήγα και κάθισα στα σκαλιά της Μνησικλέους, κι άρχισα να φωνάζω «Κάτω η Χούντα» κι άλλα πολλά. Τους είπα ότι θα πέσω από την Ακρόπολη, αν δεν με αφήσουν να δουλέψω. Εκεί, μου επέτρεψαν να τραγουδήσω στο «Χρυσό Κλειδί». Ο Ζωγράφος θα παρέμενε στο «Χρυσό Κλειδί» όλη την Άνοιξη του ’68.
Πιο κάτω, στην ίδια συνέντευξη με τη Μπακομάρου, ο Γιώργος Ζωγράφος θυμάται την ιστορική συναυλία του στο θέατρο Ρουαγιάλ, την 31η Ιουλίου 1972. Ήταν μια συναυλία του Κερκυραίου συνθέτη Σπύρου Σαμοΐλη. Θα έπαιρναν μέρος μεγάλη λαϊκή ορχήστρα και πολυμελής χορωδία. «Την κάναμε με τον Σπύρο Σαμοΐλη και θα παρουσιάζαμε, μεταξύ άλλων, τραγούδια του Ρίτσου και του Βάρναλη. Την ίδια μέρα, το μεσημέρι, μας τα έκοψαν (Από τα είκοσι έκοψαν τα δεκατέσσερα!) Και όμως, τα είπα στη συναυλία. Τα είπα με χειρονομίες, με φωνές, με κραυγές, μια που δεν μπορούσα να πω τα λόγια. Ο κόσμος ήταν κατασυγκινημένος, ο Βάρναλης και ο Ρίτσος έκλαιγαν. Ήταν τότε που έλεγαν ότι ο Ζωγράφος πάει, τρελάθηκε, και γι’ αυτό φωνάζει…»
Ήταν η απόδειξη ότι ο τραγουδιστής δεν είχε ξεχάσει τον ηθοποιό μέσα του. Υπάρχει κι άλλη μια μαρτυρία του Γιώργου Ζωγράφου για το ίδιο περιστατικό, που δεν καταγράφεται στο βιβλίο του Μπαγέρη. Το βρήκα στο περιοδικό «Καλλιτεχνική Επιθεώρηση» (Περίοδος Β, τεύχος 2, Φεβ. 1979). Λέει εκεί ο Ζωγράφος: «Είναι και μια συναυλία που είχα τραγουδήσει μέσα στη δικτατορία χωρίς λόγια, έβγαζα άναρθρες κραυγές. Είχε γίνει στο θέατρο Ρουαγιάλ και στην πρώτη σειρά κάθονταν ο Βάρναλης με τον Ρίτσο. Ο Βάρναλης, που ήταν κουφός, δεν άκουγε τίποτα. Και ο Ρίτσος, που άκουγε τις κραυγές μου, έλεγε «τί ωραία λόγια!». Στην ίδια εκείνη συνέντευξη, στην «Καλλιτεχνική Επιθεώρηση» ο Ζωγράφος λέει και τα εξής σημαντικά, για το ξεκίνημα της καριέρας του: «Τραγούδησα για πρώτη φορά στην Παράγκα του υπαρξιστή Σίμου, όταν ήμουν 16 χρονών. Στην πλατεία του Ψυρρή ο Σίμος πρακτόρευε τις ιδέες του Ζαν Πωλ Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μποβουάρ, πράγμα άτοπον και τραγελαφικόν. Ύστερα το 1960 τραγούδησα στον Τιπούκειτο, την πρώτη ουσιαστικά μπουάτ. Ήταν τότε στη Ναυάρχου Νικοδήμου. Παίζανε κιθάρα ο Παππάς και ο Χατζής, έκανε 20 δραχμές το ποτό και η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού ήταν φασόλια και τραχανάς. Η τρίτη δουλειά μου κατά σειρά ήταν στο Συμπόσιο, που ήταν κι αυτό του Μπουκουβάλα (όπως και ο Τιπούκειτος) και τραγουδούσαν η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Δήμος Μούτσης και δειλά-δειλά, της καρπαζιάς και της σφαλιάρας, εγώ και ο Σαββόπουλος».
«Όσοι τον είχαμε γνωρίσει από κοντά, αναγνωρίζαμε έναν γνήσιο ευαίσθητο καλλιτέχνη, που υπηρετούσε με ιεραποστολική ζέση το τραγούδι (ακόμα και τα μαύρα χρόνια της Χούντας), πράγμα που το ενίσχυε και η εμφάνισή του: Κλειστό μαύρο πουλόβερ, συχνά με τον γιακά κάποιου λευκού πουκαμίσου, που θύμιζε καθολικό ιερωμένο. Και ως έναν άνθρωπο που σπάνια γελούσε και αστειευόταν, χωρίς ωστόσο να του λείπει το χιούμορ. Η μοναξιά τού έχει στήσει την πιο ύπουλη παγίδα. Είναι πλέον η εποχή που αποστρέφεται κάθε επαφή. Ωστόσο, παντρεύεται μια τρυφερή γυναίκα - σύντροφο και αποκτά μια κόρη. Δεν κράτησε για πολύ ο γάμος και στο εξής ζούσε με τις συνθήκες τις δικές του, όπως τις είχε ορίσει ο ίδιος» λέει ο Νότης Μαυρουδής, φίλος του και συνεργάτης του. «Συμπλήρωσε 69 χρόνια ζωής έως τη στιγμή του θανάτου του - πιθανολογούμε γύρω στις 13 Αυγούστου του 2005. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία, αφού οι οικείοι του τον βρήκαν τραγικά μόνο, δίχως ψυχή, ακίνητο πλέον, στο δωμάτιό του, μετά από αρκετές ημέρες». Είχε ήδη, προσθέτω, αποσυρθεί από το τραγούδι, περιμένοντας μια τιμητική σύνταξη που δεν του είχε δοθεί ακόμα. Κηδεύτηκε με δημοτική δαπάνη στο Νεκροταφείο της Καισαριανής».
Και ο Νότης Μαυρουδής βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει για ευκαιρίες που τον έδεσαν περισσότερο με τον Γιώργο Ζωγράφο: «Ένα χρόνο αργότερα (το 1963) γνωρίζομαι μαζί του. Εγώ με την κιθάρα μου, εκείνος με εκείνη την σπαραχτική φωνή, θα αρχίσουμε να παρουσιαζόμαστε στη μπουάτ «Συμπόσιο» στην Πλάκα, όπου και τραγουδάει ελληνικές μπαλάντες της εποχής μαζί με τα πρώτα μου τραγούδια. Λίγους μήνες μετά, με την παρότρυνση του Αλέξανδρου Πατσιφά (της εταιρίας Lyra) θα ηχογραφήσουμε σε μικρό δισκάκι 45 στροφών τα τραγούδια «Άκρη δεν έχει ο ουρανός» και «Τα γιορτινά σου φόρεσε» (στίχοι του Γιάννη Κακουλίδη), που θα εκδοθεί το 1964. Το ένα φέρνει το άλλο. Στα δύο αυτά τραγούδια προστίθενται και άλλα δικά μου, αλλά και του Λίνου Κόκοτου, του Κοντογιώργου, του Μαρκόπουλου, του Λοΐζου, του Σπανού, του Μαμαγκάκη, του Θεοδωράκη, κ.α. Με αυτή τη συνεργασία γνώρισα πιο στενά τον Ζωγράφο, αλλά δεν ήταν από τους ανθρώπους που ανοιγόντουσαν μπροστά σε άλλον. Αντιλαμβανόσουν αμέσως πως κράταγε το δικό του μυστικό δράμα ερμητικά μέσα του. Τα τότε ΜΜΕ μετέδιδαν κατά κόρον τραγούδια με τη φωνή του. Έγινε η αναγνωρίσιμη φωνή των τραγουδιών του Νέου Κύματος της δεκαετίας του ’60 και, μαζί με τις πυκνές εμφανίσεις του στις μπουάτ, έγινε το σημείο αναφοράς της εποχής και του μουσικού κλίματος της ερωτικής μπαλάντας αλλά και του τραγουδιού διαμαρτυρίας. Σε μια ηλεκτρισμένη εποχή, ο Ζωγράφος επέμενε στα δικά του όνειρα, που ήταν και δικά μας. Προσέλκυσε το φοιτηταριό της εποχής του - και στην αρχή, μαζί με τα τραγούδια, διάβαζε και ποιήματα του Λόρκα, του Ρίτσου, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Σκαρίμπα, του Εγγονόπουλου, κ.α. «Ατμόσφαιρα παλαιάς μπουάτ» με λίγα λόγια. Και όταν με το πέρασμα του καιρού οι μπουάτ άλλαξαν ρότα και εξελίχθηκαν σε μαγαζιά, σε πίστες κοσμικές και σε ομοιόμορφα πανομοιότυπα διασκεδαστήρια με φωτεινές γιγαντοεπιγραφές, όταν μετατράπηκαν σε στέκια δημόσιας πασαρέλας πολιτικοοικονομικού αλισβερισίου (…) μιας θολής - θολότατης «νέας κατάστασης» μεταδικτατορικών πραγμάτων, (που από το ’81 διαμορφώνεται σε μία σοσιαλοδημοκρατικού τύπου νέα εξουσία που τα πήρε και τα σάρωσε το… πράσινο τσουνάμι), ο Ζωγράφος και οι ομοϊδεάτες του, είχαν τεθεί ήδη στο περιθώριο! Το «Νέο Κύμα» πήρε τη βαλίτσα για το ταξίδι μέσα στην ομίχλη της μακράς διαδρομής… Πράγματα της Νεώτερης Ιστορίας που δεν είναι άσχετα με το θέμα μας. Ο Ζωγράφος δεν…μετασχηματίστηκε ποτέ! Το ρολόι του Χρόνου βραχυκυκλώθηκε γι’ αυτόν. Παρέμεινε αναλλοίωτος, άκαμπτος μέσα στο χρόνο και στην αγορά της δισκογραφικής εξέλιξης. (Στασιμότητα το λένε μερικοί φίλοι του…) Για να κυριολεκτήσω, θα πω ότι τον βρίσκει ως και αδιάφορο αυτή η εξέλιξη. Είναι πέρα και έξω από εκείνον. Συνεχίζει να τραγουδά αραιά, σποραδικά. Δεν τον ζητούν πλέον. Το πιοτό είναι το καταφύγιό του και η εξάρτηση! Νιώθει «ξένο σώμα» μιας τέτοιας Ελλάδας και υπάρχουν μαρτυρίες πως θέλει να σταματήσει τη ζωή του, γιατί δεν επικοινωνεί κανείς μαζί του! Είναι η στιγμή που ο Γιώργος Ζωγράφος δεν είναι πλέον ο τραγουδιστής, αλλά ο ερημίτης - μάρτυρας - θύμα μιας αλλοπρόσαλλης παλαιάς πλέον εποχής! Εάν ασχοληθώ πρόχειρα με την …σημειολογία θα ξεχώριζα το χρώμα που αγαπούσε από τη νεαρή του ηλικία. Ήταν το μαύρο! Στα τόσα χρόνια που τον γνωρίζω (πάνω από 40) ποτέ δεν τον είδα να αλλάζει χρώμα. Δεν θυμάμαι καμία φωτογραφία του με άλλο χρώμα πέρα από το μαύρο! Χειμώνα - Καλοκαίρι. Και αυτό, τώρα πλέον αντιλαμβάνομαι πως ήταν το μήνυμα που επίμονα έστελνε σε όλους μας, από το ’60! Να το συνδυάσουμε αυτό με την σπαραχτική φωνή του; Με το πάντα έτοιμο δάκρυ του; Ακόμα και με το σπάνιο γέλιο του, που …γελούσε κλαίγοντας; Ήταν ο πιο σπαραχτικός τραγουδιστής της εποχής του, με ένα από τα πιο ιδιόμορφα ηχοχρώματα. Ως φαίνεται, ο Γιώργος Ζωγράφος υπήρξε ίσως ο πιο αμετανόητος τραγικός ερμηνευτής του ελληνικού τραγουδιού…»
Επέλεξα την αναφορά αυτή του Μαυρουδή, κυρίως γιατί ο Ζωγράφος δεν ξανοιγότανε, ακόμα και στους πιο στενούς του φίλους, στην προσωπική του ζωή. «Πρωτοπόρος στο είδος του» τον αναφέρει και ο συνθέτης Μιχάλης Τερζής στο βιβλίο του Μπαγέρη. «Συνέβαλε στην εδραίωση των μπουάτ της Πλάκας ως χώρων γνήσιας λαϊκής μουσικής ψυχαγωγίας. Ως χώρων συνάντησης των νέων της εποχής, με αφορμή το τραγούδι, την ποίηση και τον έρωτα, για την τέχνη γενικά».
Ο Γιώργος Ζωγράφος ξεκίνησε από μια μπουάτ της Μυκόνου, το «Θαλάμι», για να περάσει στις μπουάτ της Πλάκας - εκεί απ’ όλες: 16 στον αριθμό. Μερικές από τις πιο γνωστές: «Συμπόσιο», «Εσπερίδες», «Τετράδιο», «Τιπούκειτος», «Απανεμιά» - αντάμα με άλλους καλλιτέχνες του «Νέου Κύματος».
Τον γνώρισα κι εγώ, από μακρυά βέβαια, αλλά τον θαύμαζα «μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο μικρό παιδί» τότε χωρίς να ξέρω γιατί. Από μακρυά, όταν για δώρο της μητέρας μου στην ονομαστική γιορτή μου επέλεξα ένα μεγάλο δίσκο με τραγούδια του Γιώργου Ζωγράφου. Ο δίσκος αυτός έμεινε στην καρδιά μου, γιατί μετά από λίγο έχασα τη μητέρα μου. Η δεύτερη φορά, όχι από τόσο μακρυά αυτή τη φορά, ήταν όταν το καλοκαίρι του 2005 βρισκόμουνα πλάι στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο της Αθήνας και τον είδα να περνάει από μπροστά μου! Σε λίγες μέρες έμαθα ότι τον βρήκαν νεκρό! Η ζωή είναι αλλοπρόσαλλη και κάνει τα δικά της. Θα έλεγα ότι δυό θάνατοι με δένουν με αυτόν τον άνθρωπο. Όμως δεν το λέω. Με δένουν τα υπέροχα τραγούδια του που ακούστηκαν με τη μοναδική φωνή του, που ήταν γεμάτη προσπάθειες για έκφραση και σε δικό του πόνο.
Χαρακτηριστικοί στίχοι μερικών τραγουδιών του:
«Ο ήλιος φέρνει συμφορές | και το φεγγάρι πόνους | και σέρνομαι στις ερημιές | και τρέχω μες στα βράχια. | Ποιός είδε την αγάπη μου με τα θλιμμένα μάτια…| Τις νύχτες παίρνω μοναχός | βαριά τα βήματά μου | κι όλο ρωτάω τα βουνά | και τα βαθιά σκοτάδια: | Ποιός είδε την αγάπη μου με τα θλιμμένα μάτια…»
«Θα πάρω πάλι της καρδιάς μου τα κομμάτια | κι εμπρός στην πόρτα σου θε’ να `ρθω να σταθώ, | για ν’ αντικρίσω τα γλυκά σου, μαύρα μάτια, | να φωτιστεί η σκοτεινιά που περπατώ. | Δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου, | δεν έχω άλλη πια χαρά, | δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου, | αγάπη, ακόμα μια φορά».
«Σαν ένα αστέρι που ταξιδεύει | και σε γυρεύει μες τ’ άπειρο, παντού. | Σαν ένα αστέρι μισοσβησμένο, | σε περιμένω στη μέση τ’ ουρανού. | Δεν έχει η νύχτα πικρή βροχή να κλάψει, | φωτιά να κάψει τον έρημο ουρανό. | Και περιμένω να ξημερώσει, | να ξαστερώσει, το φως για να σε βρω».
«Αυγή θλιμμένη | η θλίψη έφυγε από σε | και θρόνιασε μες την καρδιά μας, | σκεπάστηκαν με στάχτη τα φιλιά μας. | Αγάπη έρμη, | της μοναξιάς παρηγοριά μου, | κρασί γλυκό ο έρωτάς μου, | σκεπάστηκε μέσα στη καταχνιά. | Πού είν’ η χαρά; Πετά ψηλά. | Οι αναμνήσεις θόλωσαν τη ματιά. | Πού είν’ η χαρά; Πετά ψηλά. | Και η αγάπη στα σύννεφα γυρνά».
«Σαν φύγεις για τον πηγεμό, | στο μέτωπο ένα αστέρι. | Ποιό αστέρι είναι παγωνιά, | ποιό δάκρυ είναι θλίψη. | Τα γιορτινά σου φόρεσε, | αγάπη μου, για μένα, | τ’ αστέρια όλα να σε δουν, | να στέκουν μαγεμένα. | Τον μολυβένιο ουρανό, | τον Χάρο μην ακούσεις. | Κι αν βρεις τ’ αθάνατο νερό, | φέρτο για να με λούσεις. | Τα γιορτινά σου μη φοράς, | αγάπη μου θλιμμένη. | Ο ήλιος και οι ουρανοί | πάνε κι αυτοί χαμένοι».
Και τώρα ένα διαφορετικό τραγούδι, που του το πρότειναν να το τραγουδήσει. Και ο Γιώργ’ος Ζωγράφος το τόλμησε. Με μουσική του πρωτοξεκινημένου τότε Γιάννη Μαρκόπουλου, αλλά σε στίχους του Μέντη Μποσταντζόγλου - δηλαδή του Μποστ. Ήταν ένα στιχούργημα που ο Μποστ το σκάρωσε το 1965 στην εποχή του Νέου Κύματος. Τραγούδι πολύ ζοφερό, «του θανατά» που λέμε. Ο τίτλος του ήταν «Οι Νεκροθάπται»:
«Εις το φέρετρο θα έμπω | και στο μνήμα της θα μπω, | να με θάψουν νεκροθάφται | με αυτήν που αγαπώ. | Η κακούργος κοινωνία | που μας χώρισε σκληρά | να χαρεί και ν' απολαύσει | δύο πτώματα νεκρά. | Φέρτε κόλλυβα, λαμπάδες, | και να έρθεις να με βρεις | να με κλάψεις ξαπλωμένον | παραπλεύρως της νεκρής. | , ,,Ετοιμάσατε πλερέζας, | βάλτε μαύρον ρουχισμόν, | ήρθαν σκοτειναί δυνάμεις | και διακόψαν τον δεσμόν. | Μαύρα, φίλοι μου, να βάλτε, | τρέξατε να βρείτε ψάλται. | Ευρίσκομαι νεκρός, | πεθαμένος και νεκρός. | Ψάλται και κανδηλανάφται | το κορμί μου αναπαύτε. | Κλαύσατε πικρώς, | κλαύσατε πικρώς». Τέτοιο της τραγωδίας τραγούδι μόνο ένας Ζωγράφος θα το τραγουδούσε!
Είκοσι χρόνια χωρίς τον Γιώργο Ζωγράφο, που σαν καθοδηγητής και σαν στάση ζωής μάς έφερνε πίσω, στις αξέχαστες εκείνες μέρες του Νέου Κύματος. Η στεντόρεια φωνή του δεν μπόρεσε να σώσει τίποτα από την αλλοτινή του φυσική παρουσία. Γιατί και τότε, πόσοι χωρούσαν να τον δουν από κοντά μέσα σε μια μπουάτ... Κι όμως αυτή η φωνή του, που δεν μπόρεσε να τον βγάλει από την δύσκολη στιγμή της μοναξιάς του θανάτου του, μας συγκλονίζει ακόμα. Γιατί ακούγεται πάντα αλύγιστη, από εμάς που έχουμε λυγίσει εδώ και καιρό στις ανάγκες μας και γιατί μας ξεσηκώνει με ήχους αλλοτινούς, όταν τα κύτταρά μας έχουνε γείρει και οδηγούνται άπραγα στη σιωπή.
Γι’ αυτόν τον λόγο, θα τελειώσουμε όπως αρχίσαμε, λίγο πιο πριν, να μιλάμε γι’ αυτόν. Με τους ίδιους συντελεστές της αρχής, στο τραγούδι «Μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο μικρό παιδί» με τον ίδιο στιχουργό Αργύρη Βεργόπουλο και με τη μουσική του Λίνου Κόκοτου. Σ’ ένα άλλο τους όμως κατοπινό τραγούδι με δύο τίτλους «Ερημιά» ή αλλιώς «Απουσία», που δεν σημαίνουν τίποτα από τα δύο αφού τα τραγουδάει ο Γιώργος Ζωγράφος:
«Στο φλογισμένο Βοριά | έσβησε η φωνή του | κι απ' την αγνή του θωριά | έμεινε η φεγγοβολή του | στην ανθισμένη αμυγδαλιά. | Άδεια τα σπίτια, άδειοι κι οι δρόμοι, χωρίς παιδιά, | κορίτσια ξέπλεκα, κορίτσια ολόδροσα, | χωρίς καρδιά. | Στων κοριτσιών τη ματιά | πέτρωσε η μουσική του | και στη χαμένη βραδιά μένει η κραυγή απ' το φιλί του | στην ανθισμένη αμυγδαλιά».
