ΑΠΟΨΕΙΣ
Μεταξύ Αλήθειας και Δικαιοσύνης: Η λεπτή γραμμή της Δημοκρατίας
Το τεκμήριο της αθωότητας είναι θεμέλιο του κράτους Δικαίου. Χωρίς αυτό, η ποινική διαδικασία μετατρέπεται σε δημόσια ανθρωποφαγία και η Δικαιοσύνη υποκαθίσταται από τα τηλεοπτικά πάνελ
Του ΜΑΝΟΛΗ ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ (*)
Πριν από λίγες ώρες το ελληνικό FBI εξάρθρωσε (άλλη μια) εγκληματική οργάνωση στην Κρήτη που καταχράστηκε υπέρογκο δημόσιο χρήμα και με μέλη επώνυμους συνδικαλιστές με ισχυρές κομματικές αναφορές. Η είδηση κάνει το γύρο, ως πρώτο θέμα σε όλα τα ΜΜΕ της Ελλάδος, με δημοσιεύματα των ονομάτων των εμπλεκομένων και φωτογραφίες τους. Ωστόσο στην ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος που έγινε στο Βόλο, ταυτόχρονα με τη δημοσιοποίηση της είδησης, τέθηκε το θέμα ότι η «στοχοποίηση ανθρώπων αποτελεί κομμάτι τακτικών που αντιστρατεύεται την ποινική διαδικασία» και συνιστά «βάναυση καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Η πρόσφατη εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης, με ευρωπαϊκή οικονομική ζημία που υπερβαίνει το 1,7 εκατ. ευρώ με εμπλεκόμενα πρόσωπα γνωστά στη δημόσια σφαίρα, αναζωπύρωσε ένα παλιό αλλά ανοιχτό θεσμικό τραύμα:
Πού τελειώνει το δικαίωμα της κοινωνίας στην ενημέρωση και πού αρχίζει η υποχρέωση του κράτους να προστατεύει το τεκμήριο αθωότητας;
Οι παρεμβάσεις στην ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που τέθηκε το θέμα για «στοχοποίηση» και «βάναυση καταπάτηση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου», έθεσαν το ζήτημα σε οξύ τόνο. Έχουν δίκιο; Ή πρόκειται για μια συνδικαλιστική υπερβολή των Δικηγόρων που αγνοεί την ουσία της μάχης κατά του οργανωμένου εγκλήματος;
Η υποχρέωση του κράτους δεν είναι άχρωμη, είναι κατασταλτική και παιδευτική. Το κράτος Δικαίου δεν είναι παθητικός διαιτητής. Δεν περιορίζεται στο «να μη θίγει δικαιώματα». Έχει συνταγματική υποχρέωση να καταστέλλει το οργανωμένο έγκλημα, να προστατεύει το δημόσιο χρήμα, και να διασφαλίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Ιδίως στις περιπτώσεις εγκληματικών οργανώσεων, η κρατική δράση δεν είναι απλώς κατασταλτική· είναι θεσμικό ανάχωμα.
Η δημοσιοποίηση στοιχείων δεν είναι κατ’ ανάγκη αυθαιρεσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί αποτρεπτικά, διαλυτικά για τα δίκτυα ισχύος, και καθαρτικά για κοινωνίες που έχουν εθιστεί στη σιωπή.
Στην ελληνική πραγματικότητα, και ειδικά σε κλειστές τοπικές κοινωνίες, η δημοσιότητα σπάει την ομερτά. Χωρίς αυτήν, πολλές υποθέσεις απλώς «σβήνουν». Άρα υπάρχει ένα ισχυρό επιχείρημα ότι η δημοσιοποίηση αποτελεί εργαλείο κρατικής πολιτικής νομιμότητας, όχι απλά επικοινωνιακό τέχνασμα.
Όμως άλλο είναι η κρατική ευθύνη, άλλο η προδικαστική καταδίκη. Το κρίσιμο σημείο είναι ποιος δημοσιοποιεί τι, και με ποιον θεσμικό έλεγχο. Άλλο πράγμα είναι η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών, με σαφή νομική βάση, περιορισμένο περιεχόμενο και αιτιολόγηση, και άλλο πράγμα οι διαρροές, οι φωτογραφίες, η τηλεοπτική ανθρωποφαγία, οι τίτλοι ενοχής.
Το κράτος δεν σωφρονίζει μέσω διαπόμπευσης. Σωφρονίζει μέσω νόμιμης διαδικασίας, δίκαιης δίκης, αναλογικής ποινής. Όταν η δημοσιοποίηση υποκαθιστά τη δίκη, τότε το κράτος παραβιάζει τη δική του αποστολή. Δεν ενισχύει τη νομιμότητα αλλά τη διαβρώνει.
Το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις έχουμε διαρροές χωρίς έλεγχο, ΜΜΕ χωρίς φραγμούς, κοινωνική δίψα για ενοχή, και Δικαιοσύνη που αργεί.
Γι’ αυτό και οι ανησυχίες των νομικών κύκλων δεν είναι ολικά αβάσιμες. Υπερασπίζονται το άτομο, όχι πάντα τη θεσμική ισορροπία. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν το κράτος ελέγχει τη αποστολή του ή αν την εκχωρεί βορά στο θυμικό της κοινωνίας. Άλλωστε εκεί είναι που κρίνεται και η ποιότητα της Δημοκρατίας.
Από την άλλη το τεκμήριο της αθωότητας δεν είναι νομική τυπικότητα. Είναι θεμέλιο του κράτους Δικαίου. Χωρίς αυτό, η ποινική διαδικασία μετατρέπεται σε δημόσιο λιντσάρισμα και η Δικαιοσύνη υποκαθίσταται από τηλεοπτικά πάνελ. Η δημοσίευση ονομάτων και φωτογραφιών υπόπτων, πριν καν απολογηθούν, δημιουργεί ένα μη αναστρέψιμο κοινωνικό στίγμα. Ακόμη και αν στο τέλος αθωωθούν, η «ποινή» έχει ήδη επιβληθεί. Επαγγελματική απαξίωση, κοινωνική καχυποψία, προσωπική καταστροφή. Από αυτή την άποψη, η ανησυχία των δικηγόρων δεν είναι αβάσιμη.
Ωστόσο, η άλλη όψη του νομίσματος είναι εξίσου υπαρκτή. Οι εγκληματικές οργανώσεις δεν είναι απλές ποινικές υποθέσεις. Είναι δομές ισχύος, με κοινωνικές διασυνδέσεις, πολιτικές αναφορές και συχνά θεσμική κάλυψη. Η δημοσιότητα δεν λειτουργεί μόνο τιμωρητικά· λειτουργεί και αποτρεπτικά. Η διαφάνεια ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στις διωκτικές Αρχές και σπάει τον κύκλο της σιωπής, ιδίως σε τοπικές κοινωνίες όπου «όλοι γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν μιλά». Σε αυτό το πλαίσιο, η πλήρης αποσιώπηση των στοιχείων θα μπορούσε να εκληφθεί ως συγκάλυψη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η λεπτή γραμμή. Το πρόβλημα δεν είναι η ενημέρωση, αλλά ο τρόπος της. Άλλο η ανακοίνωση μιας επιτυχούς αστυνομικής επιχείρησης με σαφή περιγραφή των πράξεων και άλλο η πρόωρη προσωποποίηση της ενοχής μέσω φωτογραφιών, δραματικών τίτλων και υπαινιγμών. Όταν τα ΜΜΕ υιοθετούν τη γλώσσα της καταδίκης πριν από το δικαστήριο, τότε πράγματι αντιστρατεύονται την ποινική διαδικασία. Όχι γιατί εμφανίζονται ως κήνσορες του Δικαίου, αλλά γιατί υπονομεύουν την ίδια τη δικαστική κρίση.
Το ερώτημα «γιατί να μην υπερτερεί το τεκμήριο της ενοχής» είναι κατανοητό ως κοινωνική αγανάκτηση, αλλά επικίνδυνο ως θεσμική Αρχή. Το τεκμήριο της ενοχής ταιριάζει σε αυταρχικά καθεστώτα, όχι σε φιλελεύθερες δημοκρατίες. Αν το αποδεχθούμε, τότε κάθε ισχυρή υποψία, κάθε διαρροή, κάθε πολιτική σκοπιμότητα μπορεί να μετατραπεί σε καταδίκη.
Οι προβληματισμοί στην ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, είναι βάσιμοι ως προς την Αρχή που υπερασπίζονται, αλλά κινδυνεύουν να αδικηθούν αν η παρέμβασή τους εκληφθεί ως άρνηση της κοινωνικής λογοδοσίας. Η λύση δεν είναι ούτε η σιωπή ούτε η διαπόμπευση. Είναι η θεσμική ωριμότητα. Αυστηρή τήρηση του τεκμηρίου της αθωότητας, υπεύθυνη και αποφασιστική δημοσιογραφία, διαφανή δράση των διωκτικών Αρχών. Μόνο έτσι η Δημοκρατία δεν θα χρειαστεί να διαλέξει ανάμεσα στην ασφάλεια και τα δικαιώματα, γιατί de profundis (οφείλει να) τα υπηρετεί εξίσου και τα δύο.
(*) Δικηγόρος Λασιθίου.