ΑΠΟΨΕΙΣ

« … Κι ο δάσκαλός μου, το “ευ ζην”»

Μια αληθινή σχολική ιστορία, μιας άλλης εποχής…

986504940943

Του Στέλιου Βισκαδουράκη
 

  «Ο πατέρας μού έδωσε το ζην 
κι ο δάσκαλός μου το ευ ζην»
  (Μέγας Αλέξανδρος)

                           

  Όταν είσαι μεγαλωμένος στις πέτρινες αλάνες του ’70, οι «κατεβατές» στα χέρια σου από ξύλινο τετράγωνο χάρακα ή από τη στρογγυλή βίτσα ενός δασκάλου, δεν είναι μόνο ένα συνηθισμένο φαινόμενο, είναι και κάτι το ασήμαντο.

  Εκείνο όμως το πρωί του ’73, στην αυλή του σχολείου, ο δάσκαλος της άλλης τάξης κι όχι της δικής μου, με το μικρό μαύρο μουστακάκι που έμοιαζε με φιγούρα του Μποτέρο, βγαλμένος κατευθείαν από αργεντίνικη χούντα, με χτυπούσε μ’ έναν τρόπο ασυνήθιστα δυνατό, λυσσαλέο. Σχεδόν γονάτισα απ’ τον πόνο. 

  Ο Γιάννης «ο χοντρός», το άλλο παιδί που πάλευα μαζί του πριν από εκείνη τη στιγμή, δεν άντεξε τις «κατεβατές» και γύρισε την πλάτη του στον δάσκαλο. Έφαγε τέσσερις στη ραχοκοκαλιά από τον παχύ, τετράγωνο, διαφανή χάρακα που κυκλοφορούσε τότε στην αγορά και ήταν πολύ της μόδας. Ο χάρακας έσπασε και πετάχτηκε κάτω στα ζωγραφισμένα πλακάκια, στην είσοδο της τάξης. Την άλλη μέρα, η μάνα του Γιάννη τον γυρνούσε στη γειτονιά με σηκωμένη μπλούζα, δείχνοντας στους γείτονες τις μπλε, σαν από μαστίγιο, χαρακιές στην πλάτη του. 

  Ο δάσκαλος μετά ξαναγύρισε σε μένα κι άρχισε να με κτυπάει δυνατά στο πρόσωπο με τα χέρια. Οι υπόλοιποι δάσκαλοι, μαζί με τον δάσκαλο της τάξης μου, είχαν βγάλει τα κεφάλια τους, άλλοι απ’ τα παράθυρα κι άλλοι απ’ τις πόρτες των αιθουσών και κοιτούσαν σιωπηλοί, ανίκανοι, μαρμαρωμένοι και ξαφνιασμένοι απέναντι στη διαπαιδαγώγηση του συναδέλφου τους, απέναντι σε μια λύσσα που, προφανώς, όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί. Τους κοίταξα όσο δυνατότερα μπορούσα, μήπως κατάφερνα να ενεργοποιήσω με την παιδική αγωνία και την αδυναμία μου, μπροστά σ’ αυτήν την ξαφνική βία, τη δύναμη του πολιτισμού των ποιητών, των συγγραφέων και των ηρώων που μας δίδασκαν με στόμφο, σαν θεωρία, κάποια πρωινά. Απ’ τη σιωπή τους κατάλαβα ότι η μετατροπή της θεωρίας σε πράξη είναι κάτι δύσκολο και πρέπει κάποιος να διαθέτει κότσια και γρήγορα αντανακλαστικά. Χωρίς καμιά ελπίδα απ’ τους μεγάλους, κοίταξα προς τους συμμαθητές μου μες στον πόνο μου, ψάχνοντας μια σανίδα σωτηρίας στις κοινές, ήσυχες, περασμένες στιγμές μας και στο βλέμμα τους.  Μερικές συμμαθήτριες έκλαψαν κι ο κολλητός μου φίλος κρατούσε το στόμα του. 

   Έκλαψα, γιατί άλλο δεν μπορούσα να κάνω. Μάζεψα όση δύναμη είχα, τράβηξα απότομα το χέρι μου από το δυνατό κράτημα του δασκάλου  κι έτρεξα απεγνωσμένα προς την αυλή και τους δυο μεγάλους πράσινους φοίνικες, γράφοντας από εκείνη τη στιγμή στα παλιά μου τα παπούτσια, ό,τι είχε σχέση με δασκάλους, σχολεία και μαθήματα. Η πραγματική μου επιθυμία ήταν να παραμείνω έξω, στην αυλή του σχολείου μέχρι το τέλος του έτους. Νοερά, παρέμεινα. Κι αυτό γιατί είδα καθαρά, με το μάτι του παιδιού, κάτι που σαν παιδί δεν μπόρεσα ποτέ να δεχτώ, ούτε μπορούσα τότε να στηρίξω, να αναλύσω μα, πάνω απ’ όλα, να εκφράσω. Απλά τότε το έβλεπα, το ήξερα, όπως το ήξεραν και οι υπόλοιποι παιδαγωγοί, που στάθηκαν σιωπηλοί μπροστά σε τούτη τη σκηνή και έπρεπε απλά εγώ, ως αδύναμο παιδί, να το υποστώ. Ο δάσκαλος τιμωρός, εκείνη τη στιγμή δεν χτυπούσε μανιωδώς εμένα και το άλλο παιδί που παλεύαμε  στην αυλή, ενώ είχε χτυπήσει το κουδούνι για την είσοδο μας στην τάξη. Κάτι που γίνεται εκατοντάδες χρόνια σε κάθε τόπο, από χιλιάδες παιδιά. Κάτω από τη μάσκα και την κάλυψη του παιδαγωγού, εκείνη την ώρα, πάνω μου και στο άλλο παιδί, εκτόνωνε τις προσωπικές αποτυχίες του. Τη γυναίκα του που δεν έκανε καλά, τα παιδιά του που δεν όριζε, τα οικονομικά προβλήματά του, τη δουλειά του που δεν απολάμβανε, τον ίδιο του τον εαυτό.

  Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα με τα χέρια και το πρόσωπο πρησμένα και με μάτια που έτσουζαν κάτω από ξεραμένα δάκρυα και με μια επιπεφυκίτιδα που δεν θα με αποχωριζόταν ποτέ πια. Ο πατέρας αφήνιασε κι αν η ψυχή της μάνας δεν ήταν κρύσταλλο και τέμπλο εκκλησιάς μαζί, η εξέλιξη για τον δάσκαλο τιμωρό, θα ήταν δύσκολη. Εκείνη, μόνο ένα γράμμα έστειλε ένα πρωί στο γραφείο του, σε άσπρο χαρτί με δυο σκαλιστές λέξεις πάνω του.

  Μετά από έναν χρόνο ήρθε στην τάξη μου ένας δάσκαλος-ποιητής, απ’ αυτούς που στα χέρια τους κρατάνε μια παλέτα με χρώματα και σηκώνουν τους άλλους δασκάλους στην πλάτη τους. Το όνομά του, Ηρακλής Βουλγαράκης. Με πήρε απ’ την αυλή, μου έδωσε χρώματα και μου έμαθε ότι ο Καβάφης, ο Τσιτσάνης, ο Σκαρίμπας, ο Ελύτης κι ο Μόραλης, είναι το μόνο είδος δασκάλων που αξίζει να κουβαλάμε μέσα μας. Παρ’ όλα αυτά, δυο μικρές κηλίδες παράπονου και οργής για κείνον τον άλλο δάσκαλο υπήρχαν πάντα μέσα μου, μαζί κι ένα μεγάλο κι ανυπάκουο «γιατί». 

  Ένα πρωί, πριν από πεντ’-έξι χρόνια, ο δάσκαλος τιμωρός, που είχα να δω πάνω από τριάντα χρόνια, μπήκε ογδοντάχρονος πια στο γραφείο μου, γέρος, αλλαγμένος, με άσπρο λεπτό μουστάκι. Φυσικά δεν με γνώρισε. Ήταν σκυφτός, καμπουριασμένος και πονεμένος. Για να με κοιτάξει με το κεφάλι σκυφτό, έπρεπε τα μάτια του να έχουν κλίση κατεύθυνσης στο κούτελό του, κάνοντας συνεχή προσπάθεια ανόρθωσης της κεφαλής του. 

   «Πονάω», μου είπε. «Με πονάει αφόρητα ο αυχένας μου. Αν μπορείτε, να με βοηθήσετε». 

  Νόμισα ότι ο Θεός αστειεύεται μαζί μου κι ένα πρωί, ευδιάθετος, θέλοντας να δώσει ένα «μεγάλο φινάλε» σε μια ιστορία σαν ελληνική ταινία που στο τέλος της δικαιώνεται ο αδικημένος, μου έστειλε πίσω έναν ταλαίπωρο δάσκαλο. Πενήντα φυσικοθεραπευτές στο Ηράκλειο και τούτος εδώ ο ηλικιωμένος βρήκε και τρύπωσε στην πόρτα μου κυνηγημένος απ’ τον πόνο. Ήταν, όμως, αργά. Η εμπειρία από την  πληγή, τριάντα χρόνια μετά, είχε κάνει τέτοιες συμφύσεις μέσα μου, σαν ουλή σε πρόσωπο που, ενώ στην αρχή είναι αποκρουστική, στο τέλος, με κόπο, την ενσωματώνεις αναγκαστικά και την αποδέχεσαι σαν συστατικό αρρενωπής γοητείας. 

  Σκέφτηκα να τον διώξω, λέγοντάς του ότι έχω κλεισμένα ραντεβού. Ένοιωθα ότι στην περίπτωση αυτή είχα το δικαίωμα να μην είμαι πονόψυχος. Είναι, όμως, η πρόκληση και η περιέργεια του πρώτου ρόλου που σου δίνει η ζωή κάποιες φορές να παίξεις και γνωρίζεις ότι περιέχει ένταση, χωρίς να ξέρεις αν το αποτέλεσμα θα είναι υπέρ σου ή εις βάρος σου. Τον δέχτηκα χωρίς μεγαλόψυχες ψευδαισθήσεις, περισσότερο για μένα τον ίδιο, από περιέργεια.   

  Όπως ήταν καθισμένος στην καρέκλα, με γυρισμένη την πλάτη, ο λαιμός του ήταν γεμάτος συσπάσεις. Όπως τον ακούμπησα, ένα απότομο τσούξιμο από την χρόνια επιπεφυκίτιδα που μου χάρισαν τα χαστούκια του, πέρασε απ’ τα μάτια μου. Μου φάνηκε κωμικοτραγικό. Ακουμπούσα ένα σώμα που με την αδικαιολόγητη οργή του, τη δύναμη και την ταχύτητά του, μου χάρισε σωματικό πόνο και τριάντα χρόνια ένα αναπάντητο «γιατί» να ριζώνει μέσα μου. Το ίδιο σώμα τώρα, μου ζητούσε σωματική και ψυχική ανακούφιση. Ο σεναριογράφος της ζωής στο φόρτε του. Κρατούσα τούτον τον γέρο και σαν να ακουμπούσα ένα πονεμένο παιδί.

 Σαν αστραπή, μέσα σε μια στιγμή που έμοιαζε χρόνια, πέρασε απ’ το μυαλό μου ο άλλος δάσκαλος, με τη μαγική παλέτα του και τα χρώματά του και μερικοί άλλοι καθηγητές μου που έρχονταν στον νου μου, πάντα σε ιδιαίτερες στιγμές, σαν οι άνθρωποι του προσωπικού μου «ευ ζην». «Γερνάς!» είπα στον εαυτό μου και συνέχισα να κάνω τη δουλειά μου. Πάλεψα μέρες για να τον συνεφέρω, χωρίς να του μιλώ και να μου μιλά. Τη μέρα που έφευγε και με πλήρωσε, το μόνο που μου είπε ήταν: 

    «Σας ευχαριστώ για όλα. Σας είμαι πραγματικά ευγνώμων, παιδί μου».

  Κατά περίεργο τρόπο, τούτη η μελό συγκυρία και το άγγιγμα σε τούτον τον γέρο δάσκαλο, είχε λειτουργήσει θετικά μέσα μου. Δεν ξέρω πως μα, ο γέρος αυτός, που σήμερα δεν είναι πια στη ζωή, και κείνο το πρωινό του ’73, δεν μ’ ενοχλούν πια.  Ίσως γιατί είδα τη ματαιότητα των πραγμάτων. Ίσως γιατί τελικά η κατάσταση μού έδωσε την επιλογή να φανώ από θέση και στάση, χωρίς να το επιδιώκω, μεγαλόψυχος και τελικά, δικαιωμένος. Ίσως γιατί την κατάλληλη ώρα «λειτούργησε» αμυντικά, όπως θα ήθελα σε δύσκολη ώρα, η διαπαιδαγώγηση και η παιδεία των γονιών και των άλλων άξιων πεντ’-έξι δασκάλων και καθηγητών που συνάντησα. Ίσως γιατί τελικά, η τελευταία τούτη πράξη κι η επίσκεψη αυτού του ανθρώπου  στον χώρο μου, δεν ήταν εφεύρημα δικό του. Ήταν της ίδιας της ζωής που, ίσως, να θέλει να πει ότι η μοίρα των δασκάλων, μικρών και μεγάλων, είναι να διδάσκουν πράγματα. Μερικοί με σκληρό κι άλλοι με μεγαλειώδη τρόπο, βοηθώντας και συμπληρώνοντας την πορεία σου προς την ολοκλήρωση και την αυτογνωσία.   

  

*Το διήγημα « … Κι ο δάσκαλός μου, το “ευ ζην”» αφορά σε μία αληθινή ιστορία που περιλαμβάνεται στο βιβλίο διηγημάτων του Στέλιου Βισκαδουράκη «Στη Ρωγμή του Χρόνου».

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση