ΑΠΟΨΕΙΣ
Η Pietà, όχι του Michelangelo, αλλά του Γιάννη Πετράκη
Σκέψεις λίγο μετά την παράσταση της θεατρικής ομάδας των Αρχιτεκτόνων του Ηρακλείου
Γράφει η Ελίνα Φαρσάρη
Το αρχαίο ελληνικό δράμα του σήμερα είναι πρόκληση. Όπου κι αν το δεις. Στην Επίδαυρο ή στα Ενετικά Τείχη του Μεγάλου Κάστρου. Είναι πρόκληση για τον θίασο, για τον σκηνοθέτη πρωτίστως και - επιτρέψτε μου - για τον θεατή. Ο μη εξοικειωμένος θεατής μένει, πολύ δικαιολογημένα, στην υπόθεση και στερεί από τον εαυτό του την πραγματική απόλαυση, γιατί το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι θεατρικό είδος με ιδιαίτερες απαιτήσεις, ακριβώς λόγω της φόρμας που υπηρετεί και της ελλειπτικής θεατρικής σύμβασης. Στη διάσταση αυτή εδράζεται η πιο συνηθισμένη συμβουλή που απευθύνεται στους θεατές της αρχαίας τραγωδίας αλλά και κωμωδίας. Ο θεατής πρέπει να πάει στο θέατρο προετοιμασμένος, διαβασμένος. Για την υπόθεση, για τη δομή του κειμένου, για τον ρόλο του χορού για το υπόβαθρο του μυθολογικού κύκλου πάνω στο οποίο εδράζεται η κάθε παράσταση, για τις καινοτομίες που ο δραματικός ποιητής εισήγαγε στην εποχή του. Από την άλλη, ο μυημένος στο είδος θεατής είναι πολύ αυστηρός κριτής, γιατί από τη θέση του στην πλατεία “ακτινογραφεί” τη σκέψη και την ικανότητα του σκηνοθέτη.
Το αρχαίο ελληνικό δράμα δεν έχει ανάγκη τα εντυπωσιακά εφέ, ούτε τον ρεαλισμό της βίας ή του έρωτα. Στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου δεν θα δεις μάχες, δολοφονίες ή παθιασμένες ερωτικές περιπτύξεις. Αν τύχει να δεις κάτι τέτοιο, τότε δεν είναι (νομοτελειακά) αρχαίο δράμα, είναι θρίλερ, μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Όταν έγινε γνωστό πως η θεατρική ομάδα του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Ηρακλείου θα ανέβαζε τις “Τρωάδες” είχα πολλούς λόγους να βρεθώ στο ανοιχτό θεατράκι της Πύλης Βηθλεέμ. Όχι μόνο προσωπικούς, επειδή έναν από τους ρόλους είχε αγαπημένη μου φίλη, ή επειδή ο Ευριπίδης είναι (κατά την άποψή μου) ο κορυφαίος τραγικός, ούτε επειδή ήθελα να δηλώσω την ομότεχνη συμπαράστασή μου σε μια από τις παλαιότερες ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες επαγγελματιών του Ηρακλείου.
Στο θέατρο με τράβηξε η επιλογή του έργου, γιατί οι “Τρωάδες”, ειδικά αυτή την περίοδο είναι περισσότερο επίκαιρες από ποτέ, και κυρίως η ίντριγκα της περιέργειας. Πόσο ισχυρό θα ήταν το μήνυμα που ήθελε να περάσει ο σκηνοθέτης, εν προκειμένω ο Γιάννης Πετράκης, μέσα από την αφαιρετική σύμβαση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και ιδιαίτερα μιας τραγωδίας που έχει χαρακτηριστεί ως το πιο αντιπολεμικό έργο του αρχαίου δράματος; Πόσο ικανή θα ήμουν εγώ ως θεατής να “διαβάσω” αυτό το μήνυμα σε όλα - αν ήταν δυνατόν - τα επίπεδα ανάγνωσης;
Πέρασα την είσοδο του θεάτρου, με την πρόθεση να είμαι αυστηρή, γιατί η αλήθεια είναι πως από τους αρχιτέκτονες περιμένεις πολλά. Καταρχάς η θεατρική τους ομάδα έχει ιστορία στα πολιτισμικά πράγματα του τόπου τούτου, είναι όμως και η εδραιωμένη πεποίθηση ότι οι αρχιτέκτονες ως καλλιτέχνες που είναι, (στην ιεραρχία των καλών τεχνών η αρχιτεκτονική καταλαμβάνει την πρώτη θέση να ξέρετε), κομίζουν κάτι το νέο, το πρωτοποριακό, το καινοτόμο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως πολύ συχνά αρχιτέκτονες ήταν εισηγητές των καλλιτεχνικών ρευμάτων και τάσεων από το εξωτερικό στην Ελλάδα.
Η επιλογή μου με δικαίωσε πλήρως, διότι τρία 24ωρα μετά δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τα στοιχεία εκείνα της παράστασης που με εντυπωσίασαν και τον τρόπο με τον οποίο ο Γιάννης Πετράκης δίδαξε, κατά το αρχαίο πρότυπο, τις “Τρωάδες”.
Ξεκινώντας από το casting, μπορεί κανείς με βεβαιότητα να πει ότι η διανομή βασίστηκε σε μια καίρια προϋπόθεση, τη βαθιά επίγνωση στις υποκριτικές δυνατότητες του κάθε ηθοποιού. Πιστέψτε με, σε κάθε ατάκα, σε κάθε κορύφωση, σε κάθε βλέμμα, σε κάθε μορφασμό φαινόταν ότι είχε προηγηθεί σχολαστική πρόβα.
Η λιτότητα των σκηνικών αντικειμένων είχε το χαρακτήρα δήλωσης και το τέχνασμα της αφαίρεσης σκευής επί σκηνής για να μετατραπούν οι χαρακτήρες της Κασσάνδρας και της Ανδρομάχης από πρωταγωνίστριες σε μέλη του διαρκώς παρόντα χορού, δεν ήταν μόνο μια τυπική διαχείριση του διαθέσιμου πλήθους του θιάσου. Ο χορός, ειδικά στον Ευριπίδη, είναι ένα στοίχημα για τον σκηνοθέτη, διότι ο νεότερος των πιο γνωστών αρχαίων τραγωδών προσέδωσε στον χορό οργανική διάσταση στην πλοκή των έργων του.
Το μοίρασμα του Ταλθύβιου στα τρία, έδωσε πολύ εύκολα την αίσθηση του πλήθους των Αχαιών κατακτητών, αξιοποίησε αρμονικά τις υποκριτικές δυνατότητες των ανδρών ηθοποιών και αντί της αναμενόμενης στρατιωτικής παραλλαγής, η dark/goth αισθητική του κοστουμιού τους μαζί με την χαώδη tribal δερματοστιξία αποτύπωνε συνειρμικά την ερεβώδη προέλευση του πολέμου. Του όποιου πολέμου.
Η απουσία χιτώνα, ιματίου και πέπλου στις Τρωαδίτισσες, είτε επρόκειτο για τις πρωταγωνίστριες είτε για τον χορό, κόμιζε ακόμη ένα συνειρμικό μήνυμα. Το κοστούμι τους παρέπεμπε σε μια αφαιρετική, δωρική εκδοχή της παραδοσιακής ελληνικής γυναικείας φορεσιάς, με το layering των υφασμάτων και το σφιχτοδεμένο σε πτυχώσεις κεφαλομάντηλο να αποτυπώνει τις τραγικές στιγμές κατά τις οποίες διαχρονικά η Ελλάδα βυθιζόταν στο πένθος.
Και όλα αυτά σε πλήρη αντίθεση με την ολύμπια σκηνική παρουσία της Ελένης που έμεινε πιστή στο αφροδισιακό αρχέτυπο.
Η πυκνή δομή των “Τρωάδων” του Γιάννη Πετράκη είχε δύο κορυφώσεις. Ο θρήνος της Εκάβης για τον βάρβαρα σκοτωμένο εγγονό της Αστυάνακτα, αντικαταστάθηκε με ένα ανατριχιαστικό απόσπασμα από τον “Τάφο” του Κωστή Παλαμά, μελοποιημένο από τον Δημήτρη Σφακιανάκη. Αυτή ήταν και η φυσική κορύφωση της παράστασης. Το φινάλε, όμως, υπήρξε το highlight της όλης προσπάθειας, προκαλώντας μια πλημμυρίδα εικόνων και συναισθημάτων. Ήταν ένα κρυστάλλινα διαυγές μήνυμα, μια γροθιά στο υπογάστριο όλων εμάς που συνηθίσαμε, αλλοτριωμένα και αποστασιοποιημένα, να παρατηρούμε ασφαλείς και καθισμένοι αναπαυτικά στον καναπέ μας με απεριτίφ και ξηρούς καρπούς, τις ζωντανές συνδέσεις του ισοπεδωτικού ολέθρου όπου κι αν αυτός διεξάγεται. (“…ξύπνησε, στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως”, Sarajevo - Magic De Spell).
Η αυλαία της παράστασης των αρχιτεκτόνων “έπεσε” με το πιο σπαραξικάρδιο, το πιο αιφνιδιαστικό, το πιο πολύσημο tableau vivant που έχω δει ποτέ μου. Η γραμμική παράθεση των γυναικών της Τροίας που ετοιμάζονται να ακολουθήσουν τη μοίρα της ηττημένης γυναίκας παρακολουθώντας ότι απέμεινε από την πόλη τους να τυλίγεται στις αδηφάγες φλόγες με τον ανατριχιαστικό ήχο της φωτιάς να διαχεέται στην πλατεία, σε κάνει να περιμένεις μια ευριπίδεια λύτρωση, έναν από μηχανής θεό να καθησυχάσει τον εσωτερικό σου σπαραγμό. Όμως, όχι! Η διάνοια του Γιάννη Πετράκη επιλέγει να σε αποτελειώσει, να σε αφήσει ενεό με ένα τόσο απροσδόκητο, μη αναμενόμενο tableau vivant. Καθώς οι Τρωαδίτισσες αποχωρούν αποτυπώνεται μπροστά σου μια εικόνα: Η Εκάβη που πλέον φορά στο κεφάλι παλαστινιακή μαντίλα, ως άλλη Pietà, θρηνεί κρατώντας στην “απογυμνωμένη” αγκαλιά της τον Εσταυρωμένο, το παναθρώπινο αυτό σύμβολο θυσίας, σπαραγμού, λύτρωσης, ελπίδας και αγάπης.
Νομίζω, αυτή η εικόνα θα με ακολουθεί για πολύ καιρό ακόμη…
Αν θα ξανάβλεπα αυτή την παράσταση; Ασφαλώς, ναι!
(Σ.σ.: το φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από τον λογαριασμό του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων νομού Ηρακλείου στο Facebook)
