ΑΠΟΨΕΙΣ
Η βία από και προς ανήλικους και ανήλικες - Eπιχειρώντας ερμηνευτικές αναγνώσεις ενός σύνθετου φαινομένου
Η βία δεν είναι στατική και μονοδιάστατη, μπορεί να εκδηλωθεί σε διάφορα περιβάλλοντα με διάφορες μορφές και μέσα
Της Κωνσταντίνας Σκλάβου*
Τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως διακρίνεται μια διαρκής έξαρση της βίας ανάμεσα σε ανηλίκους/ες, είτε με φυσική παρουσία, είτε διαδικτυακά με πολλαπλασιαστικές αρνητικές ψυχοσωματικές επιπτώσεις τόσο προς αυτούς/ές που την ασκούν, όσο και σε όσους/ες την δέχονται ή και την παρακολουθούν.
Η βία, σύμφωνα με την Μέλανι Κλάιν, ξεκινάει από τη στιγμή που το βρέφος έρχεται στον κόσμο, από την στιγμή της γέννησης. Η κορύφωσή της εντοπίζεται προς τα δύο έτη και μειώνεται σταδιακά με την ηλικία, μέχρι την όψιμη εφηβεία. Tα αγόρια τείνουν να είναι πιο επιθετικά από τα κορίτσια και εκδηλώνουν ευκολότερα βίαιες συμπεριφορές, ενώ τα κορίτσια διακρίνονται από μια έμμεση επιθετικότητα που αφορά, κατά βάση, στις κοινωνικές και φιλικές σχέσεις (διάδοση φημών, κοινωνική απομόνωση και άλλα), αν και φαίνεται πλέον ότι με ευκολία εκτελούν και πράξεις σοβαρής σωματικής βίας. Εξάλλου στη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας τα αγόρια και τα κορίτσια είναι εξίσου επιθετικά. Οι παράγοντες μπορεί να είναι περιβαλλοντικοί (χαμηλό κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, μη κάλυψη βασικών αναγκών κ.α.), διαπροσωπικοί και οικογενειακοί (προβλήματα στο ζευγάρι, παραμέληση, παραβατικότητα, ενδοοικογενειακή κακοποίηση κ.α.), κοινωνικοί, πολιτισμικοί και άλλοι.
Η βία δεν είναι στατική και μονοδιάστατη, μπορεί να εκδηλωθεί σε διάφορα περιβάλλοντα με διάφορες μορφές και μέσα (παθητική, εσωτερική, κοινωνική, οικογενειακή, δομική, θεσμική κ.τλ.). Οι μορφές της, όπως και όπου και να εντοπίζονται, καταγράφονται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και αποδίδουν στα άτομα τέτοιους ρόλους, που προκαλούν έναν φαύλο κύκλο βίας που συνήθως είναι δύσκολο να διαρραγεί. Επιπλέον είναι πλέον γνωστό ότι το φαινόμενο της βίας, εκτός από τις σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες έχει και πολλαπλές ψυχό-κοινωνικές διαστάσεις για το θύμα, γεγονός που ενισχύει την αδυναμία αντίδρασής του. Η ανάγκη απόκρυψης της πραγματικότητας συνεπάγεται την παθητικοποίηση τόσο του θύματος, όσο και του κοινωνικού του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να διαιωνίζεται και σταδιακά να παγιώνεται.
Σε συνέχεια της σύντομης αναφοράς στο πλαίσιο της βίας, το παρόν άρθρο επιχειρεί να τονίσει ότι συχνά στον δημόσιο διάλογο η προβληματική που αναπτύσσεται γύρω από αυτή, και στο βαθμό που αφορά και εμπλέκει ανηλίκους/ες, τείνει να αναπαράγει μια συγκεκριμένη ρητορική, η οποία συνηθίζει να εστιάζει στην καταγραφή ορισμών, αιτίων και συνεπειών. Αυτή η προσέγγιση, αν και αναγκαία για τη συγκρότηση πολιτικών, μηχανισμών και αποτελεσματικών παρεμβάσεων, συχνά περιορίζει την εμβάθυνση στις εννοιολογικές και κοινωνιολογικές διαστάσεις του φαινομένου. Η βία, όταν αφορά παιδιά και εφήβους/ες, δεν είναι ένα στιγμιαίο ή τυχαίο γεγονός, αλλά μια δυναμική διαδικασία συγκρότησης ταυτοτήτων, ρόλων και σχέσεων. Ο τρόπος που εκδηλώνεται, ερμηνεύεται και αντιμετωπίζεται αντανακλά βαθύτερες κοινωνικές δομές και πολιτισμικές παραδοχές, οι οποίες συχνά παραμένουν αθέατες. Στο σκεπτικό του εν λόγω άρθρου επιδιώκεται, συνοπτικά και σχηματικά, η κατανόηση διαφόρων διαστάσεων και ερμηνευτικών αναγνώσεων της βίας, στη λογική της καθημερινής συναναστροφής και αλληλεπίδρασης σε διάφορα περιβάλλοντα.
Η βία ως γλώσσα και ως σιωπή
Η βία που ασκείται από τα παιδιά μπορεί να ιδωθεί ως ένα είδος άναρθρης γλώσσας και μη αποδεκτής συμπεριφοράς. Εκεί όπου η λεκτική επικοινωνία αποτυγχάνει ή περιορίζεται από κοινωνικούς και ψυχολογικούς φραγμούς, η βία αναλαμβάνει τον ρόλο της ωμής, άμεσης έκφρασης με πλήρη έλλειψη ενσυναίσθησης και κατανόησης του σκεπτικού ή των αναγκών των άλλων. Στις πράξεις επιθετικότητας αποτυπώνονται συναισθήματα και ανάγκες που δεν βρίσκουν χώρο ή τρόπο να εκφραστούν διαφορετικά, όπως θυμός, φόβος, αίσθηση αδικίας, ανάγκη για αναγνώριση, καταξίωση, κυριαρχία και άλλα. Η βία, σε αυτή την ανάγνωση, δεν είναι απλώς καταστροφική δύναμη, αλλά και το μέσο μετάδοσης ενός μηνύματος που δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να ειπωθεί με διαφορετικό τρόπο.
Αντίστροφα, η βία προς τους/τις ανήλικους/ες συνοδεύεται συχνά από σιωπή. Η σιωπή αυτή δεν είναι απλή απουσία λόγου, αλλά η ενεργός συνθήκη, η οποία είναι επιβεβλημένη είτε από τον φόβο και την ντροπή του θύματος, είτε από την κοινωνική ανοχή ή αδιαφορία ή τον στιγματισμό. Σε αυτή την απουσία επικοινωνίας, η βία αποκτά έναν διττό χαρακτήρα, καθώς είναι ταυτόχρονα κραυγή και αποσιώπηση. Η κατανόηση αυτού του παράδοξου γεγονότος είναι κρίσιμη, διότι δείχνει ότι το φαινόμενο δεν εξαντλείται στην πράξη, αλλά συνεχίζει να υπάρχει ως μνήμη, ως τραύμα και ως υπόγεια δομή σχέσεων. Σε αυτή την βάση συχνά το πρόβλημα επεκτείνεται και επιδρά τις σχέσεις των ανθρώπων και στην ενήλικη ζωή.
Η μεταβατικότητα της ηλικίας και η ασάφεια της ευθύνης
Ο/η ανήλικος/η βρίσκεται σε μια ενδιάμεση ηλικιακή φάση, όπου η παιδική εξάρτηση συνυπάρχει με την αυξανόμενη αυτονομία και την προσπάθεια διεκδίκησης ρόλου στον κοινωνικό χώρο. Αυτή η μεταβατικότητα δημιουργεί μια ιδιότυπη αμφισημία ως προς την ευθύνη. Οι πράξεις του/της ανηλίκου/ης κρίνονται ως πραγματικές και επιβλαβείς, αλλά η κοινωνία τείνει να τις ερμηνεύει μέσα από το φίλτρο της ανωριμότητας και της ανάγκης «καθοδήγησης».
Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα, η βία προς τους/τις ανηλίκους/ες, ενώ τυπικά απορρίπτεται, συχνά νομιμοποιείται με αφηγήσεις που τη συνδέουν με την πειθαρχία, την εκπαίδευση ή την προστασία. Αυτό το διττό μέτρο δημιουργεί έναν χώρο αβεβαιότητας, όπου οι κανόνες μοιάζουν να ισχύουν υπό αίρεση. Το αποτέλεσμα είναι ότι η εκάστοτε κοινωνία παράγει και συντηρεί συνθήκες που διευκολύνουν τη διαιώνιση του φαινομένου.
Η βία ως μηχανισμός κοινωνικής ένταξης και αποκλεισμού σε ομάδες
Πέρα από τις εμφανείς μορφές της, η βία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός κοινωνικής οργάνωσης. Σε μικρές ή άτυπες ομάδες, η συμμετοχή σε πράξεις επιθετικότητας μπορεί να αποτελεί μια τελετουργία ένταξης ή δέσμευσης. Η αποδοχή από τους/τις συνομηλίκους/ες, η κατάκτηση κύρους και η αποφυγή του περιθωρίου συχνά συνδέονται με την ικανότητα ενός ατόμου να εκδηλώσει ή να αντέξει τη βία ή να την ασκήσει πολύ αποτελεσματικά και με τρόπο ωφέλιμο για την ομάδα.
Από την πλευρά των ενηλίκων και των θεσμών, η βία προς τους/τις ανηλίκους/ες λειτουργεί ως μέσο επιβεβαίωσης της ιεραρχίας. Μέσα από αυτήν, ο έλεγχος και η εξουσία διατηρούνται, ενώ η κοινωνική τάξη και η ιεραρχία παρουσιάζονται ως φυσικές και αναπόφευκτες κοινωνικές συνθήκες. Έτσι, η βία δεν είναι μόνο μια ατομική πράξη, αλλά και εργαλείο αναπαραγωγής δομών κυριαρχίας, ρόλων, θέσεων, εξουσίας, στερεοτύπων και προκαταλήψεων.
Το πολιτισμικό πλαίσιο και οι νέες μορφές έκφρασης βίας
Η βία δεν εκδηλώνεται σε κενό χρόνο, δεν είναι μια κατάσταση που αφορά κάποια μέλη μια κοινωνικής ομάδας. Έχει μια ευρύτερη απήχηση μέσα στην κοινωνία και αντανακλά τις πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες της κοινότητας στην οποία αναπτύσσεται. Σε κοινωνίες όπου η επιβολή δύναμης θεωρείται αποδεκτό ή και επιθυμητό μέσο επίλυσης διαφορών, οι ανήλικοι/ες εσωτερικεύουν αυτή την πρακτική ως μέρος της καθημερινότητάς τους.
Επιπλέον η σύγχρονη τεχνολογική πραγματικότητα έχει δημιουργήσει νέους χώρους και τρόπους εκδήλωσης της βίας. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός, οι επιθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα και οι πρακτικές δημόσιου διασυρμού έχουν ιδιαίτερη δυναμική, καθώς η ανωνυμία και η απόσταση μειώνουν τους ανασταλτικούς παράγοντες, ευνοούν την ατιμωρησία και εκθέτουν ανεπανόρθωτα τα θύματα. Εδώ η βία δεν είναι απλή μεταφορά της φυσικής επιθετικότητας σε ψηφιακό περιβάλλον, αλλά αποκτά ιδιόμορφα χαρακτηριστικά, δηλαδή ασυνεχή χρόνο, ευρεία διάχυση και ανθεκτικότητα στον χρόνο, αφού το περιεχόμενο παραμένει προσβάσιμο και προκαλεί τον δημόσιο διασυρμό σε μια πολύ μεγάλη ομάδα.
Η κυκλικότητα και η παγίδευση θύτη και θύματος
Ένα στοιχείο που συζητιέται αλλά συχνά στην πράξη παραβλέπεται συστηματικά είναι ότι οι ρόλοι του θύτη και του θύματος δεν είναι στατικοί. Πολλοί ανήλικοι/ες που ασκούν βία έχουν προηγουμένως υπάρξει οι ίδιοι/ες θύματα. Η εμπειρία της θυματοποίησης μπορεί να μετατραπεί σε πρότυπο συμπεριφοράς, ιδίως όταν η βία βιώνεται ως κανονικότητα ή ως τρόπος επίλυσης συγκρούσεων. Αυτή η κυκλικότητα, ο φαύλος κύκλος δηλαδή που προαναφέρθηκε στην αρχή του άρθρου, καθιστά ανεπαρκείς τις πολιτικές παρέμβασης που βασίζονται στην αυστηρή διάκριση θύτη και θύματος. Χωρίς την αναγνώριση της αλληλεξάρτησης των ρόλων, οι προσπάθειες καταστολής κινδυνεύουν να αναπαράγουν τις ίδιες δυναμικές που προσπαθούν να εξαλείψουν. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι στο πεδίο της δικαιοσύνης μέτρα όπως η αυστηροποίηση των ποινών και οι αμείλικτοι νομικοί μηχανισμοί αποτελούν προσωρινούς κατασταλτικούς παράγοντες που επιδρούν συνήθως αναποτελεσματικά και αντίστροφα από το αναμενόμενο, ενώ στιγματίζουν ή επαναθυματοποιούν έναν μεγάλο αριθμό νέων ανθρώπων που μέσα σε ένα επεισόδιο βία εναλλάσσονται σε διάφορους ρόλους.
Η πρόκληση της κοινωνικής παρέμβασης
Η βία που εμπλέκει ανηλίκους/ες εγείρει σοβαρά ηθικά διλήμματα τα οποία υπερβαίνουν την απλή λογική της τιμωρίας. Εάν ο/η ανήλικος/η δράστης/ια έχει διαμορφωθεί μέσα σε ένα περιβάλλον που κανονικοποιεί τη βία, ποιο είναι το πραγματικό μέτρο της προσωπικής του/της ευθύνης; Και αντίστοιχα, πώς αξιολογείται η βία που ασκείται προς ανήλικο/η στο πλαίσιο μιας «παιδαγωγικής» λογικής, ακόμη και αν αυτή αντιβαίνει στους θεσμοθετημένους κανόνες;
Από διάφορα επιστημονικά πεδία η βία έχει γίνει προσπάθεια να ερμηνευθεί ως πάλη για αναγνώριση, ως συνέπεια κοινωνικής αποξένωσης ή ως εκδήλωση συμπεριφορών που δεν έχουν βρει πεδίο υγιούς εκτόνωσης ή ταύτισης. Αυτές οι προσεγγίσεις, μεταξύ άλλων, δεν αποσκοπούν στην ηθική νομιμοποίηση της βίας, αλλά στην αναγνώριση της πολυπλοκότητας των κινήτρων και των μηχανισμών της. Το πρόβλημα της βίας από και προς τους/τις ανήλικους/ες είναι ένα σύνθετο παζλ.
Η κοινωνική παρέμβαση οφείλει να υπερβεί την απλή καταστολή και να στραφεί στην αναδόμηση των σχέσεων και των πλαισίων που επιτρέπουν ή ενισχύουν την επιθετικότητα. Η υποκατάσταση της βίας με εναλλακτικούς μηχανισμούς κοινωνικής συνοχής, επίλυσης συγκρούσεων και διαμόρφωσης ταυτότητας προϋποθέτει βαθιά γνώση του μικρο-περιβάλλοντος του/της ανηλίκου/ης, δηλαδή την οικογένεια, το σχολείο, τη γειτονιά, τις διαδικτυακές κοινότητες και άλλες δραστηριότητες.
Η επιτυχία τέτοιων παρεμβάσεων εξαρτάται από την ικανότητα των θεσμών να αναγνωρίσουν τη βία όχι απλώς ως παθολογία, αλλά ως μέρος της κοινωνικής εμπειρίας του παιδιού. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί την ταυτόχρονη αποδόμηση της κουλτούρας που το συντηρεί και την ενίσχυση εναλλακτικών πολιτισμικών προτύπων, μηχανισμών στήριξης και πρόληψης πρώιμων ενδείξεων.
Αντί επιλόγου
Πολλές δημόσιες συζητήσεις και παρεμβάσεις γίνονται αναφορικά με τη βία από και προς τα παιδιά και τον κίνδυνο που διατρέχουν, οι οποίες συνήθως πυροδοτούνται από τη δημοσιότητα που λαμβάνουν τα ακραία και τραγικά περιστατικά. Συχνά δε αυτές οι δηλώσεις ξεκινούν από μια απλουστευμένη αντίληψη για το πρόβλημα και το προφίλ θύματος - θύτη, σε μια κατάταξη όπου από την μια πλευρά κατατάσσονται οι επιθετικοί/ές και επικίνδυνοι/ες και από την άλλη τα αδύναμα και αβοήθητα θύματα. Η κατάσταση όμως συνολικά είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στο οικογενειακό, στο σχολικό χώρο ή γενικά σε ένα και μόνο περιβάλλον. Οι παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν την άσκηση στοχοκατευθυνόμενης βίας μπορεί να εντοπίζονται στα ατομικά χαρακτηριστικά, την οικογένεια, το σχολείο, το φιλικό περιβάλλον, το ευρύτερο κοινωνικό ή και πολιτισμικό πλαίσιο ή και σε μια συνισταμένη αλληλεπίδραση αυτών. Η βία από και προς ανηλίκους/ες αποτελεί σύνθετο κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, του οποίου η κατανόηση απαιτεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Πέρα από τα στατιστικά δεδομένα και τις κλασικές κατηγοριοποιήσεις, χρειάζεται να τη δούμε ως μορφή επικοινωνίας, ως μηχανισμό κοινωνικής ένταξης και αποκλεισμού, ως αντανάκλαση πολιτισμικών αξιών και ως κυκλική σχέση θύτη-θύματος. Η πρόκληση για την κοινωνία δεν είναι μόνο να μειώσει την έκταση του φαινομένου, αλλά να αναγνωρίσει τις διαδικασίες που το παράγουν/αναπαράγουν και να δημιουργήσει πλαίσια που προσφέρουν εναλλακτικούς τρόπους συγκρότησης ταυτότητας και σχέσεων. Μια τέτοια προσέγγιση, μακριά από την απλή και βίαιη καταστολή, μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική πρόληψη και σε αναμόρφωση του κοινωνικού ιστού που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εμπλέκεται στη γέννηση και την αναπαραγωγή της βίας.
*Η Κωνσταντίνα Σκλάβου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
ksklavou@uniwa.gr
