ΑΠΟΨΕΙΣ
Το γονίδιο της … κρητικής φιλοξενίας
Όταν δύο επιχειρήσεις εστίασης συνεργάζονται αυθόρμητα για να μη μείνεις νηστικός και να μη χωριστεί η παρέα σου
Της Ελίνας Φαρσάρη
Πολύ συχνά διατυπώνεται ένα ερώτημα: “γιατί η Κρήτη είναι τόσο δημοφιλής προορισμός”; Η απάντηση, φυσικά, είναι πολυδιάστατη. Δεν είναι μόνο τα φυσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα όπως η ποικιλομορφία του τοπίου, η πλούσια ιστορία, οι χώροι και οι τόποι που μπορείς να επισκεφτείς, το καλό φαγητό, οι επενδύσεις ή η τουριστική εμπειρία τόσων δεκαετιών. Είναι και εκείνο το ανεξάντλητο κεφάλαιο του νησιού, οι άνθρωποί του. Άνθρωποι που γεννιούνται με το γονίδιο της φιλοξενίας.
Ναι, προφανώς, ο Έλληνας έχει μακρά παράδοση στη φιλοξενία, τόσο μακρά που χάνεται στο βάθος της ιστορίας προκαλώντας την ανάγκη της αρχαίας ξενίας και δίδοντας το επίθετο “Ξένιος” στον πρώτο των πρώτων μεταξύ των θεών, τον Δία.
Σε κάποιους τόπους, όμως, ανάμεσα σ’ αυτούς και στην Κρήτη, η έννοια της φιλοξενίας έχει πιάσει άλλα επίπεδα. Δεν είναι πια συνήθεια, δεν είναι στοιχείο της γενικότερης αρχετυπικής κουλτούρας, είναι …γονίδιο trademark.
Γι’ αυτό είναι απολαυστικές οι περιηγήσεις στην κρητική ενδοχώρα. Όσο πιο ψηλά ανηφορίσεις, όσο πιο μέσα βρεθείς, όσο πιο κάτω τραβήξεις στον χιολιοτραγουδισμένο κρητικό νότο, τόσο πιο φιλόξενους ανθρώπους θα βρεις.
Απ’ αυτούς που θα γεμίσουν τις τσέπες σου καρύδια, στραγάλια κι αμύγδαλα, θα στρώσουν τραπέζι από το τίποτα με φρούτα, τυρί και ιδιοπαρασκευάσματα που με έναν τρόπο μαγικό και σε ελάχιστο χρόνο εμφανίστηκαν μπροστά σου, θα σε κεράσουν ρακή με αγγινάρες και χλωροκούκια, θα μαδήσουν τις γλάστρες της αυλής τους για να σου προσφέρουν λουλούδια ή θα παρατήσουν τις δουλειές τους για να σε συνοδεύσουν εκεί που θέλεις να πας. Κι όλα αυτά επειδή στάθηκες τυχαία στον αυλόγυρό τους και ρώτησες “θα μου πείτε, παρακαλώ, πως θα πάω στο τάδε σημείο;”
Κι αν αρνηθείς για τους δικούς σου λόγους βλέπεις στο βλέμμα τους μια αυθεντική απογοήτευση, όπως ακριβώς μορφάζει ένα παιδί όταν του λες “δεν μπορείς, τώρα, να φας παγωτό”.
Σάββατο, λοιπόν. Ένα ζεστό, σκονισμένο Σάββατο του Μάη. Για τις ανάγκες μιας δημοσιογραφικής παραγωγής βρέθηκα με αγαπημένους φίλους και συνεργάτες σε μια διαδρομή από τα ριζοχώρια της ανατολικής πλευράς του Ψηλορείτη, στον Μεσαρίτικο νότο. Γύρισα στο σπίτι το απόγευμα κουβαλώντας τα δώρα της κρητικής φιλοξενίας. Ένα τεράστιο μπουκέτο που έφτιαξε για μένα μια 94χρονη(!) γυναίκα από τα λουλούδια της αυλής της και μια τσάντα μυρωμένα, λαχταριστά πεπόνια.
Προς το τέλος, όμως, της διαδρομής, η παρέα στάθηκε για φαγητό στις Μοίρες, σε μια ώρα αιχμής, τη στιγμή που σχολούσε το Σαββατιάτικο παζάρι στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Πολύβουο μελίσσι το σημείο. Ο κόσμος πολύς, οι έμποροι και οι παραγωγοί μάζευαν την πραμάτεια τους και όλοι ήθελαν να ξαποστάσουν στα καφενεία, τις ταβέρνες και τις καφετέριες της περιοχής. Καθίσαμε στο πρώτο ψητοπωλείο όπου βρήκαμε ελεύθερο τραπέζι, δίπλα ακριβώς σε μια ταβέρνα.
Μετά τα πρώτα καλωσορίσματα, το ταχύτατο καθάρισμα και ξαναστρώσιμο του τραπεζιού μας από τον ευγενικό, (πιθανολογώ) ιδιοκτήτη που εξυπηρετούσε κιόλας εκτελώντας χρέη σερβιτόρου, ήρθε η στιγμή της αμηχανίας.Υπήρχαν μέλη της παρέας που δεν έτρωγαν τα προσφερόμενα τη δεδομένη στιγμή πιάτα. “Μην ανησυχείτε” είπε με ευγένεια ο άνθρωπος του ψητοπωλείου, “μπορείτε να πάτε δίπλα” εννοώντας την ταβέρνα στη μεσοτοιχία, “χωρίς καμία επιβάρυνση από μας”. Και τότε διατυπώθηκε η πρόταση η παρέα μας να χωριστεί. Οι μισοί να μείνουν στο ψητοπωλείο και οι άλλοι μισοί να μετακινηθούν δίπλα στην ταβέρνα. Ο καταστηματάρχης, όμως, δεν δέχθηκε τη "σολομώντεια λύση" και μέσα σε ελάχιστο χρόνο βρέθηκε η εναλλακτική. Η παρέα έμεινε ενωμένη στο ψητοπωλείο. Ήρθε, όμως, η σερβιτόρα από τη διπλανή ταβέρνα, στο τραπέζι του ψητοπωλείου με τον δικό της κατάλογο. Παραγγείλαμε τα μαγειρευτά που χρειαζόμασταν και σερβιριστήκαμε εκεί κανονικά στο τραπέζι της διπλανής επιχείρησης. Γιατί και οι δύο επιχειρηματίες ήθελαν απλά να μας εξυπηρετήσουν, να μας ταίσουν, να μη χωρίσουν την παρέα μας.
Φύγαμε χορτάτοι, ξεκούραστοι, αλλά κυρίως γεμάτοι από το γονίδιο της κρητικής φιλοξενίας… Κι αυτό είναι ένα απειροελάχιστο δείγμα της αυθεντικής ιδιοσυγκρασίας του Κρητικού που μας κάνει περήφανους!
