ΑΠΟΨΕΙΣ
Για να μην μας φτύσουν τα παιδιά μας
"Αν δεν μπορείς να στείλεις με ασφάλεια ένα τρένο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, αν δεν μπορείς να βάλεις ένα φωτοσήμα να προειδοποιεί ότι στην ίδια γραμμή έρχεται αντίθετα άλλο τρένο, παράτα τα και φύγε..."
Του Γιώργου Στειακάκη
Όταν το 2019 το εκλογικό σώμα ψήφισε τη ΝΔ και τον Μητσοτάκη για πρωθυπουργό, ήθελε να βγει επιτέλους από την ταραγμένη περίοδο της κρίσης, η οποία δεν ήταν φυσικά μόνο οικονομική. Οι οικονομικές κρίσεις φέρνουν φτώχεια, αγανάκτηση, μίση, πάθη, διχόνοια, λαϊκισμό, πολιτική παλαβομάρα, ακροδεξιούς, αμφισβήτηση των πάντων και ιδίως της πολιτικής. Αυτά ταλαιπώρησαν αφάνταστα τους πολίτες και ιδίως τον «μέσο συνετό πολίτη», όπως λέμε, ο οποίος θέλει ηρεμία για να δουλέψει και να ζήσει χωρίς πολιτικές ακρότητες και κοινωνικοοικονομική ανασφάλεια. Παρότι και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχε τελικά αποδεχτεί και ψηφίσει τα μνημόνια που κράτησαν τη χώρα στην ευρωζώνη, δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη ότι μπορεί να βάλει τη χώρα σε μια κανονικότητα, τουλάχιστον όπως την εννοεί ο μέσος έλληνας. Αφού λοιπόν εκτονώθηκε σε μεγάλο βαθμό η αγανάκτηση των πολιτών απέναντι στα κόμματα που μας έφεραν στην πτώχευση, ξαναγύρισαν σε ένα από αυτά επειδή πίστεψαν ότι η ηγετική του ομάδα έχει αναπτυξιακούς στόχους και φιλελεύθερα δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Πράγματι ο Μητσοτάκης μέχρι τότε, ίσως και τα δύο πρώτα χρόνια της πρώτης τετραετίας, φαινόταν (με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης που ήταν φιλικά με το αζημίωτο με αφορμή την προώθηση των μέτρων για τον covid) να είναι προσανατολισμένος σε μία αναπτυξιακή πορεία της χώρας, χωρίς να πειράξει τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου.
Ο πρωθυπουργός και ο στενός περίγυρος του, όμως, βλέποντας στην πορεία ότι δεν έχουν ισχυρό πολιτικό αντίπαλο, άρχισαν να βγάζουν σταδιακά άλλο χαρακτήρα με στοιχεία εξουσιαστικής αλαζονείας, με στόχο να παραμείνουν στην εξουσία όσο γίνεται περισσότερο, κατά τα πρότυπα καθεστώτων που ελέγχουν και χειραγωγούν την κοινωνία, εξουδετερώνοντας τους εν δυνάμει πολιτικούς τους αντιπάλους. Οι βασικές μέθοδοι ήταν τρείς: α) Η συμμαχία με τις ισχυρές οικονομικές δυνάμεις του τόπου στους βασικούς τομείς με τα περισσότερα κέρδη (εφοπλιστές, εργολάβοι, ενέργεια, τρόφιμα κλπ). β) Έλεγχος της κοινής γνώμης μέσω όλων σχεδόν των πανελλαδικής εμβέλειας μέσων ενημέρωσης, τα οποία εξαγοράσθηκαν την εποχή του covid, για να προωθήσουν δήθεν τη διαφημιστική καμπάνια των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, πέραν αυτών που ανήκαν σε εφοπλιστές, οι οποίοι επωφελούντο και με άλλους τρόπους. γ) Η τρίτη είναι η επινόηση του επιτελικού κράτους του Μαξίμου, στο οποίο συγκεντρώθηκαν όλες οι κρίσιμες εξουσίες διοίκησης του κράτους και ελέγχου εσωκομματικών αντιπάλων, δημοσίων λειτουργών και της αντιπολίτευσης (για ώρα ανάγκης). Η κυβερνητική πολιτική και οι στόχοι της ΕΥΠ χαράσσονταν πια στο πρωθυπουργικό γραφείο, γεγονός που άρχισε να έχει επιπτώσεις στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, με την υποβάθμιση του κοινοβουλίου, του υπουργικού συμβουλίου, και των υπουργείων, που διεκπεραίωναν απλώς τις αποφάσεις του πρωθυπουργικού γραφείου.
Ο πολύς κόσμος αντιλαμβάνεται την πολιτική ως διαχείριση θεμάτων που αφορούν στην καθημερινότητα και βαριέται να ασχοληθεί με ζητήματα πέραν της ανεργίας, της ακρίβειας, της υγείας, της κοινής εγκληματικότητας και κυρίως να πληρώνονται οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και οι συντάξεις. Οτιδήποτε άλλο, που θέλει δεύτερη ανάγνωση ή δεν τον επηρεάζει άμεσα, θεωρείται λεπτομέρεια που αφορά τους αντιπολιτευόμενους, τους ακτιβιστές ή τους καθ’ έξη συνωμοσιολόγους. Εξάλλου, την ατζέντα της καθημερινής ειδησιογραφίας την φτιάχνουν τα κανάλια των φίλων εφοπλιστών και των επιχορηγούμενων εντύπων, οπότε, και κάτι αρνητικό να δει το φως της δημοσιότητας, θα μετατραπεί σε θετικό. Αν πυροβοληθεί κανένας Ρομά ή πνιγούν 600 μετανάστες ή παρακολουθούνται μερικοί φίλοι και αντίπαλοι, δεν χάλασε ο κόσμος, αφού οι περισσότεροι ούτε τους Ρομά συμπαθούν, ούτε τους λαθρομετανάστες, ούτε μας αφορούν οι παρακολουθήσεις άλλων. Άλλωστε, το κράτος δικαίου, που μας τσαμπουνάνε τελευταία οι υπερευαίσθητοι είναι κάτι απροσδιόριστο που δεν αποτιμάται σε χρήμα.
Ενώ έτσι κυλούσε η ζωή, έγινε το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών στις 28-2-2023. Λογικά, όσο σοβαρό κι αν ήταν εκ του αποτελέσματος των δεκάδων σκοτωμένων και εκατοντάδων τραυματισθέντων, θα ξεχνιόταν σε 2-3 εβδομάδες, αφού δεν υπήρχαν και τα συντρίμμια να μας το θυμίζουν. Τα υπόλοιπα συντρίμμια που έμειναν, οι συγγενείς, θα ήταν στα νεκροταφεία και τις εκκλησίες για μνημόσυνα. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο λογικό στο δράμα αυτό. Επειδή ήταν πολλοί οι παθόντες συγγενείς, οι περισσότεροι γονείς νέων παιδιών, των οποίων ο θάνατος, προστιθέμενος ο ένας στον άλλο, δεν μπορούσε να ξεπεραστεί, δεδομένων των συνθηκών που συνέβη. Εκείνη τη μέρα αποδείχθηκε περίτρανα ότι το ελληνικό κράτος είναι ένα μπου@@@λο και μισό. Αν δεν μπορείς να στείλεις με ασφάλεια ένα τρένο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, αν δεν μπορείς να βάλεις ένα φωτοσήμα να προειδοποιεί ότι στην ίδια γραμμή έρχεται αντίθετα άλλο τρένο, παράτα τα και φύγε. Τι να μας πείς, τι να συζητήσουμε; Πήγαινε να παραδοθείς μόνος σου.
Αντ’ αυτού, η πρώτη τους σκέψη ήταν να καθαρίσουν το πεδίο να μη θυμίζει στους ψηφοφόρους ότι είναι εγκληματικά ανίκανοι, πετώντας «παραπέρα» (κατά την έκφραση του υπουργού Δικαιοσύνης) τα συντρίμμια και τους σορούς των ανθρώπων. Αυτή η ενέργεια αποτελείωσε τους συγγενείς, οι οποίοι έψαχναν απαντήσεις για το μπάζωμα και δικαιοσύνη για τους ενόχους. Ναι καλά, ψύλλοι στ’ άχυρα αυτά στην Ελλάδα. Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου τους έστειλε στην εκκλησία και ο υπουργός Δικαιοσύνης στο διάολο («είναι για τα μπάζα όποιος μιλάει για μπάζωμα»). Για να αρχίσω να κλείνω, πιστεύω ότι το δυστύχημα μάλλον θα γινόταν και με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, γιατί το μόνο που τους νοιάζει είναι να παριστάνουν ότι κυβερνούν, όμως η μεταχείριση από την παρούσα κυβέρνηση του τόπου του εγκλήματος, των συγγενών, των ενόχων και η αντιμετώπιση ως ηλίθιου του λαού που διαμαρτύρεται είναι κάτι φρικτά μοναδικό. Δεν ξέρω αν φταίει η αλαζονεία που λένε όλοι, η εξουσιολαγνεία, η συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα πρόσωπο, η απάθεια του κόσμου και ο εθισμός του στην πολιτική ανικανότητα και τα σκάνδαλα, ένα πάντως ξέρω: Ότι αν το αφήσουμε και αυτό να περάσει έτσι, χωρίς συγκλονιστικές αλλαγές στην πολιτική νοοτροπία και συνέπειες για τους υπαιτίους, θα μας φτύσουν τα παιδιά μας κάποια μέρα. Σύντομα.
