ΑΠΟΨΕΙΣ
Το φαινόμενο της ελληνικής ροκ και η μελέτη της φιλοσοφίας του
Όταν η συζήτηση φτάνει μέχρι την πανεπιστημιακή κοινότητα
Της Ελίνας Φαρσάρη
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ελληνική ροκ δεν είναι μόνο πολιτισμικό φαινόμενο, λόγω της φύσης της ως μουσικού είδους. Κατά βάση είναι κοινωνικό φαινόμενο με ιδεολογικές και πολιτικές (με την ευρεία έννοια του όρου, όχι προφανώς κομματικές) προεκτάσεις, που εδράζεται στην αγάπη ενός συνόλου ανθρώπων για το συγκεκριμένο μήνυμα που κομίζει. Ως κοινωνικό φαινόμενο, λοιπόν, δομείται πάνω σε σύστημα αξιών και ένα χαρακτηριστικό modus vivendi, με ήδη καταγεγραμμένη ιστορία δεκαετιών. Είναι ένα δυναμικό φαινόμενο. Όχι, επειδή η μουσική δημιουργία που αποτελεί το θεμέλιό του έχει κατά κανόνα ένταση, αλλά κυρίως επειδή συνεχίζει να εξελίσσεται.
Και ακριβώς επειδή η ελληνική ροκ έχει στην πλάτη της ιστορία δεκαετιών, φαίνεται ότι έχει έρθει πια η ώρα να μελετηθεί σε όλες της τις διαστάσεις ως εγχώριο πολιτισμικό/κοινωνικό φαινόμενο.
Μέχρι σήμερα, όλα αυτά, είναι σχεδόν αχαρτογράφητα. Υπάρχουν, όμως, σαφείς ενδείξεις ότι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για τη μελέτη του φαινομένου. Εκτενής βιβλιογραφία για την ελληνική ροκ δεν υπάρχει. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν αναφέρομαι στις αυτοβιογραφίες, στα βιβλία ή στα αφιερώματα που βλέπουν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας από rockers, από οπαδούς του είδους, ή από μουσικούς δημοσιογράφους που επιμένουν να ασχολούνται. Το ζητούμενο εδώ είναι η ενδελεχής μελέτη και η ανάλυση του φαινομένου με μεθόδους και εργαλεία επιστημονικά.
Μια πολλή σοβαρή προσπάθεια έγινε το 2024 από τον Διονύση Ελευθεράτο (δηλώνω fan παρεμπιπτόντως), στο βιβλίο του «Μεταπολίτευση - Ένα βολικό “τέρας”» (Εκδ. Τόπος, Αθήνα, 2024), στο οποίο ακτινογραφεί όλες τις πτυχές της μεταβατικής περιόδου της μεταπολίτευσης για τη σύγχρονη Ελλάδα και αφιερώνει στην ελληνική ροκ δύο ολόκληρα κεφάλαια. Η ροκ μαζί με τον Τύπο και το ποδόσφαιρο χαρακτηρίζονται από τον γνωστό δημοσιογράφο και πολιτικό επιστήμονα ως «τα βαρόμετρα της καθημερινότητας» για την εποχή εκείνη. Ασφαλώς, η προσέγγιση αφορά στην πρόσληψη της ελληνικής ροκ τη δεδομένη χρονική περίοδο και δεν αναλύεται ολόκληρο το φαινόμενο, το οποίο είχε αφετηρία, προϊστορία αλλά και εξέλιξη. Ας μην ξεχνάμε ότι τη δεκαετία του ’90 πέρασε στη mainstream φάση του και τράβηξε ένα όγκο ακροατών από τη μεγάλη δεξαμενή των «εγώ ακούω από όλα». Το πόσοι έμειναν και πόσοι εγκατέλειψαν στην πορεία είναι μη καταγεγραμμένο. Συνήθως, βέβαια, η υποχώρηση μιας τάσης φέρνει συνακόλουθα και μαζική αποχώρηση...
Φυσικά, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα περιορισμένο αριθμό τίτλων, κι αυτό γιατί μιλάμε με σαφήνεια για μια ολόκληρη κουλτούρα που διέπει την ελληνική ροκ. (Μολονότι έχω την παρόρμηση, δεν θα ασχοληθώ εδώ με τις έννοιες του πολιτισμού και της κουλτούρας, θα είναι ματαιοπονία, αφού αποτελεί το θεμελιώδες ζήτημα προβληματισμού για τους απανταχού πολιτισμολόγους).
Η ελληνική ροκ κουλτούρα όπως και η εγχώρια ροκ έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία λίγο ή πολύ μοιράζονται οι θιασώτες του είδους από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη. Ένα πολύ βασικό κοινό χαρακτηριστικό είναι η γνωριμία με το είδος και η προσχώρηση σ' αυτό στην εφηβική ηλικία. Δεν αγαπάς αυτή τη μουσική και αυτούς τους στίχους αν δεν έχεις μια ισχυρή δόση αντιδραστικότητας. Κοινός τόπος, επίσης, είναι και η ευρύτερη αγάπη για τη ροκ μουσική εν γένει και τα διάφορα είδη της (από το pop rock και την κλασική rock μέχρι τα δεκάδες είδη της σύγχρονης metal). Σημαντική κοινή συνιστώσα, αν όχι η σημαντικότερη, είναι η ιδεολογική αφετηρία που εδράζεται στο φάσμα της προοδευτικότητας (αντιρατσισμός, αντιφασισμός, ανεξιθρησκεία, κινήματα, αντιπολεμική θεώρηση, αντίδραση στην κοινωνική αδικία κλπ). Μη μου προσάψετε γενίκευση, είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω, φυσικά, αποτελούν αξιακό πρότυπο θιασωτών κι άλλων μουσικών ειδών, δεν είναι μονοπώλιο των ροκάδων. Είναι, όμως, κοινά χαρακτηριστικά που παρατηρούνται με ιδιαίτερα μεγάλη συχνότητα.
Κι ενώ τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να με απασχολεί, λόγω του προσωπικού ενδιαφέροντος, το θέμα της απουσίας ουσιαστικής ανάλυσης του φαινομένου της ελληνικής ροκ, έρχεται η διαπίστωση ότι το ζήτημα της έχει αρχίσει να φτάνει μέχρι την πανεπιστημιακή κοινότητα.
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω διαδικτυακά μια αξιόλογη εκδήλωση που συνδιοργανώθηκε από δύο Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου στην Αθήνα, τα "Φιλοσοφία και Τέχνες" και "Επικοινωνία της Επιστήμης”. Η εκδήλωση, εμπνευστής της οποίας ήταν ο πανεπιστημιακός καθηγητής Γιώργος Ν. Βλαχάκης είχε τον ελπιδοφόρο γενικό τίτλο “Η Φιλοσοφία της Ελληνικής Ροκ Σκηνής”. Το εντυπωσιακότερο δε, ήταν το γεγονός ότι επρόκειτο για την τρίτη συνάντηση του ίδιου κύκλου και όπως ρητά ειπώθηκε στη διάρκειά της, η χθεσινή δεν ήταν η τελευταία.
Κεντρικό πρόσωπο της συνάντησης αυτής ήταν ο Θοδωρής Βλαχάκης, ο Κρητικός (από το Σπήλι του Ρεθύμνου) ντράμερ και ιδρυτικό μέλος της θρυλικής μπάντας (φέτος συμπληρώνει 45 χρόνια ενεργού παρουσίας στην ελληνική ροκ σκηνή) Magic De Spell.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην προσωπική πορεία και βίωμα του Θ. Βλαχάκη και στην ιστορική διαδρομή του συγκροτήματος από το 1980 μέχρι και σήμερα. Ήταν εξ αρχής προφανές ότι επρόκειτο για την παρουσίαση μιας μελέτης περίπτωσης. Δικαιώς, μια που οι Magic De Spell είναι η μόνη μπάντα ελληνικής ροκ που διατήρησε αδιάλειπτα την παρουσία της στο πέρασμα των τεσσάρων αυτών δεκαετιών, όχι μόνο στο stage με συνεχείς, ολόχρονες παρουσίες και live εμφανίσεις σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και στη δημιουργία νέων τραγουδιών. Παράλληλα, γνωστοποιήθηκε και η πρόθεση του 5μελούς συγκροτήματος να κυκλοφορήσει ολοκληρωμένο άλμπουμ το 2026 με έκδοση και σε βινύλιο!
Από τη ροή της συζήτησης που επικεντρώθηκε σε αφηγήσεις του Θοδωρή Βλαχάκη (δεν θα επεκταθώ σ’ αυτό, ας αφήσουμε και λίγο υλικό για το μελλοντικό ρεπορτάζ) συνήχθησαν ενδιαφέροντα στοιχεία.
Καταρχάς από την ίδια την ιστορία της μπάντας (στην πρώτη δεκαετία της ύπαρξης της ήταν αγγλόφωνη και στη συνέχεια το ’90 έγινε ελληνόφωνη) δίδεται η απάντηση σε μια αναίτια (κατά την ταπεινή μου άποψη) διαμάχη που είχε ξεσπάσει στο παρελθόν αλλά επιβιώνει και σήμερα με λιγότερη παρ’ όλα αυτά ένταση, σχετικά με το αν η ελληνική ροκ θα έπρεπε να είναι αγγλόφωνη ή ελληνόφωνη. Η απάντηση, θεωρώ, είναι προφανής με την κοινή λογική.
Μια άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση ήταν και οι αναφορές του ντράμερ των Magic De Spell στην άλλη και σφοδρότερη διαμάχη (με αληθινά επεισόδια και άγριο ενίοτε ξύλο) της δεκαετίας του ’80 μεταξύ των λεγόμενων παλαιών ροκάδων (οπαδών της κλασικής ροκ της δεκαετίας του 70 και του progressive) και του άρτι αφιχθέντος punk/new wave ροκ που διεκδικούσε τη δική του θέση στην ελληνική πραγματικότητα (βλέπετε, εκτός από το … αριστερόμετρο υπάρχει για να μας ταλανίζει και το... rockόμετρο).
Φυσικά, ένα ζήτημα που απασχόλησε την ενδιαφέρουσα συζήτηση ήταν και αυτό του “θανάτου” της ελληνικής ροκ. Ανάμεσα στα πολλά και ενδιαφέροντα που ειπώθηκαν κράτησα μια αποστροφή του Θοδωρή Βλαχάκη σχετικά με την απήχηση ή μη της ελληνικής ροκ στη σημερινή νεολαία.
Ένα σχόλιο, μια παρατήρηση στην ουσία, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας, θα μπορούσαν να μελετηθούν και μάλιστα από μηδενική βάση. Είναι γνωστό ότι η χρυσή δεκαετία της ελληνικής ροκ ήταν τα 90’s. Σήμερα για τους όψιμους millennials και τους εκπροσώπους της GenZ τα χρόνια εκείνα θεωρούνται vintage. Με δεδομένη την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος και μάλιστα διεθνώς για την pop κουλτούρα της εποχής εκείνης (μη σας ξενίζει η έκφραση δεν μιλάμε για την pop μουσική αλλά για τη λαϊκή κουλτούρα στο σύνολό της), οι νέοι σε ηλικία μουσικόφιλοι στρέφουν από περιέργεια το ενδιαφέρον τους στη δημιουργική παραγωγή του παρελθόντος. “Ο κόσμος” είπε χαρακτηριστικά ο Θοδωρής Βλαχάκης “θεωρεί τα 90’s μια εποχή πιο αγνή την οποία θέλει να γνωρίσει. Αν και τις νεότερες ηλικίες ελκύει περισσότερο το hip-hop, ο κινηματικός προσανατολισμός του συνδέεται αναπόφευκτα με την ελληνική ροκ” σκηνή και κουλτούρα.
Σημαντική διάσταση ήταν ο προσδιορισμός χρονικής αφετηρίας της ελληνικής ροκ στα μέσα της δεκαετίας του ’60, γεγονός που σημαίνει ότι η εγχώρια έκφραση της ροκ δεν άργησε να φτάσει δραματικά στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπως συνέβαινε συνήθως τον 20ο αιώνα με τις διάφορες τάσεις και ρεύματα.
Κατά προσέγγιση, λοιπόν, η ελληνική ροκ συμπληρώνει μια πορεία 60 χρόνων. Η μεγάλη της ακμή υπήρξε η δεκαετία του ’90. Ευτυχείς όσοι το βιώσαμε. Όμως, ως κοινωνικό φαινόμενο και άρα ζώντας “οργανισμός” που δεν εξελίσσεται σε γραμμική πορεία αλλά έχει διακυμάνσεις, ο Θοδωρής Βλαχάκης προσδιόρισε με σαφήνεια τις δύο περιόδους κατά τις οποίες η ελληνική ροκ γνώρισε καθίζηση. Η πρώτη ήταν η περίοδος της χούντας, όπως είπε, κατά τη διάρκεια της οποίας Έλληνες μουσικοί και συγκροτήματα διώχθηκαν, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά. Έτσι, πολλοί από τους θεράποντες του είδους αναγκάστηκαν να βγουν στο εξωτερικό και να διαπρέψουν εκεί.
Η δεύτερη περίοδος καθίζησης ήταν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η τεράστια απήχηση που είχε γνωρίσει τότε το πολιτικό/αντάρτικο τραγούδι και συνεκδοχικά το ρεμπέτικο εξοβέλισαν την ελληνική ροκ, παραβλέποντας εν πολλοίς την κινηματική της φυσιογνωμία. Οι ροκάδες της εποχής θεωρούνταν ούτε λίγο - ούτε πολύ ξενομανείς γιεγιέδες. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 οπότε και η ελληνική ροκ άρχισε να οδεύει προς την εποχή της μεγάλης της ακμής, η αδικία αυτή άρχισε να αίρεται και το ρεμπέτικο ως τάση (μιλώ από προσωπικό βίωμα) να αφομοιώνεται στο πλαίσιο της ελληνικής ροκ κουλτούρας.
Στα highlights της συζήτησης (δεν μπορώ να μην το αναφέρω) ήταν η αφήγηση του καθηγητή Γιώργου Βλαχάκη για συναυλία του Τζίμη Πανούση και των Μουσικών Ταξιαρχιών στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στο Ηράκλειο και μάλιστα στο “ΑΣΤΟΡΙΑ”, όπου το live στο κινηματοθέατρο χωρητικότητας 800 και πλέον θεατών παρακολούθησαν μόλις και μετά βίας 50 άτομα! (Δυστυχώς, δεν έχω παρά να παραδεχθώ ότι η ελληνική ροκ κοινότητα του Ηρακλείου, ναι μεν είναι αραγής, πλην όμως παραμένει από τις πλέον ολιγάριθμες στην Κρήτη με τα πρωτεία να κατέχουν τα Χανιά).
Εν κατακλείδι από την εκδήλωση αυτή προκύπτει το ελπιδοφόρο μήνυμα ότι η πανεπιστημιακή κοινότητα έχει αρχίσει να ενδιαφέρεται για το φαινόμενο της ελληνικής ροκ. Αναμένουμε με ενδιαφέρον την ολοκλήρωση του κύκλου και τη διατύπωση συμπερασμάτων που ενδεχομένως να αποτελέσουν την αφορμή για μια περισσότερο ενδελεχή ενασχόληση στο μέλλον.
