ΑΠΟΨΕΙΣ

Ένα πλοίο ταξιδεύον με υπέροχον καιρόν

Με την αιχμή της πένας του ο Μέντης Μποσταντζόγλου κατέκτησε το δικό του μετερίζι, που είναι ορατό από παντού

Ένα πλοίο ταξιδεύον με υπέροχον καιρόν

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΠΙΤΖΑΚΗ

 «Ααα Μποστ!» θα πούνε οι περισσότεροί μας στο άκουσμά του. Με την αιχμή της πένας του ο Μέντης Μποσταντζόγλου κατέκτησε το δικό του μετερίζι, που είναι ορατό από παντού. Παίζοντας με την καθαρεύουσα, με εσκεμμένες ανορθογραφίες και με λανθασμένη σύνταξη λέξεων, δημιούργησε μια αναγνωρίσιμη σάτιρα, που εκθέτει τους υπεύθυνους πολιτικούς για την αγραμματοσύνη και για τα άλλα προβλήματα των τωρινών Ελλήνων. Και το χειρότερο είναι ότι τα γνωρίσματά του αυτά παραμένουν απαράλλαχτα από την παλιά εκείνη εποχή, που πρωτοτραγούδησε τις λέξεις αυτές ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Του τις είχε δώσει μελοποιημένες ο Μίκης Θεοδωράκης και τότε η αντίδραση του λαϊκού τραγουδιστή ήταν άμεση: «Μίκη μου, θα φάμε πολύ ξύλο! Τί είναι αυτά που μου δίνεις;» Τελικά άρεσε πολύ - και μάλιστα τόσο, που ο Μπιθικώτσης κινηματογραφήθηκε να το λέει κιόλας! Το τραγούδι ήταν «Η νήσος των Αζορών». 

Δείτε το και χαρείτε το:

«Ένα πλοίον ταξιδεύον με υπέροχον καιρόν | αιφνιδίως εξοκείλει ανοιχτά των Αζορών. | Κι ένας νέος με μιαν νέα, ωραιότατα παιδιά, | φθάνουν κολυμβών γενναίως εις πλησίον αμμουδιά. | Ζώντας βίον πρωτογόνου και ο νέος με την κόρη | κοίταζαν και κάπου κάπου εάν έρχεται βαπόρι. | Αλλά φθάσαντος χειμώνος και μη φθάνοντος βαπόρι, | απεβίωσεν ο νέος και απέθανεν η κόρη.| Αργότερα αργότερα πλησίασαν δυο κότερα, | ήρθε κι ένα βαπόρι | ματαίως ψάχνον για να βρει, | ματαίως ψάχνον για να βρει τον νέον και την κόρη. | Κατηραμένη νήσος, νήσος των Αζορών, | που καταστρέφεις νέους και θάπτεις των κορών. | Να πέσει τιμωρία από τον ουρανόν | να λείψεις απ’ τους χάρτας και των ωκεανών».

Και δεν είναι μόνο αυτό το στιχούργημα που έκανε «να φαίνεται χαριτωμένος» ο θάνατος δύο νέων. Είναι κι ένα άλλο στιχούργημά του, που το σκάρωσε το 1965 στην εποχή του Νέου Κύματος. Αυτό όμως είναι πολύ ζοφερό, «του θανατά» που λέμε. Ο τίτλος του ήταν «Οι Νεκροθάπται»  με μουσική του πρωτοξεκινημένου τότε Γιάννη Μαρκόπουλου και το τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Ανατριχιάζω, αλλά δείτε το κι αυτό:  

«Εις το φέρετρο θα έμπω | και στο μνήμα της θα μπω, | να με θάψουν νεκροθάφται | με αυτήν που αγαπώ. | Η κακούργος κοινωνία | που μας χώρισε σκληρά | να χαρεί και ν' απολαύσει | δύο πτώματα νεκρά. | Φέρτε κόλλυβα, λαμπάδες, | και να έρθεις να με βρεις | να με κλάψεις ξαπλωμένον | παραπλεύρως της νεκρής. | Ετοιμάσατε πλερέζας, | βάλτε μαύρον ρουχισμόν, | ήρθαν σκοτειναί δυνάμεις | και διακόψαν τον δεσμόν. | Μαύρα, φίλοι μου, να βάλτε, | τρέξατε να βρείτε ψάλται. | Ευρίσκομαι νεκρός, | πεθαμένος και νεκρός. | Ψάλται και κανδηλανάφται | το κορμί μου αναπαύτε. | Κλαύσατε πικρώς, | κλαύσατε πικρώς».  Τί τραγωδίας τραγούδι! Αν δεν με πιστεύετε ότι ακούστηκε,  ακούστε το κι εσείς!

Image

 Και η τρίτη και τελευταία στιχουργική απόπειρα του Μποστ, που όμως ευτύχησε κι αυτή να συνδεθεί με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση ήταν η «Ρομβία».  Ρομβία δηλαδή λατέρνα, έχει γούστο όμως από πού προήλθε η ονομασία αυτή: Από την ανάγνωση στα ελληνικά των λατινικών χαρακτήρων Pombia, δηλαδή Πόμπια, που ήταν η φίρμα πάνω στη λατέρνα από το όνομα του εργοστασίου του Ιταλού κατασκευαστή Πόμπια και που οι Έλληνες λατερνατζήδες τη διαβάζανε Ρομβία! Η συνέχεια λοιπόν στο παράξενο γράψιμο του Μποστ, που δεν είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθεί:

«Η ρομβία αφιχθέντος | και σταθέντος στη γωνιά | μελωδίας μάς παράγει | ευφρανθής η γειτονιά. | Βγαίνει πρώτον ο μπακάλης | και μετά ο γαλατάς, | πλην οργής εξερχομένη | και πολύ το μελετάς. | Χαίρε, λυπηρά ρομβία, | δυστυχής είμε φεβγών | και αναχωρών εν βία, | τη νεάνις μην ιδών. | Την επαύριον ημέραν | στην γωνίαν μου σταθείς, | καταπλεύσας η ρομβία | ήτο πάλιν αφιχθής. | Αηδόνες είναι ψάλλων, | παραδείσια πουλιά, | πτερουγίζουν καρδερίνε | στα ξανθά της τα μαλλιά. | Χαίρε, εύθυμος ρομβία! | Η νεάνις κατελθών, | δήθεν πήγε διά κομβία | και εθεάθη εξελθών».

Image

 Ο Μέντης Μποσταντζόγλου (Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, 1918 – 13 Δεκεμβρίου 1995), γνωστός περισσότερο με το ψευδώνυμο Μποστ, ήταν Έλληνας σκιτσογράφος και γελοιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός και ζωγράφος. Μάγεψε την εποχή του, όχι μόνο με τη σπαρταριστή ανορθογραφία και την παράξενη σύνταξη των κειμένων του, αλλά και με τα πρωταγωνιστικά του πρόσωπα, που ζουν σ’ έναν κόσμο που αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

Ήταν ένα περίεργο, πολυτάλαντο ον. Και όταν οι δημοσιογράφοι έγραφαν ότι ήταν ένας νέος Αριστοφάνης, ο Μποστ απαντούσε με χιούμορ «μα ο Αριστοφάνης δεν ζωγράφιζε»! Και όταν τον παρουσίαζαν σαν έναν νέο Θεόφιλο, απαντούσε «μα ο Θεόφιλος δεν έγραφε θεατρικά έργα»! Λέει ο μεγάλος γιος του ο Κώστας: «Ήταν ένας αυστηρός, άγαρμπος, βλοσυρός, ξεροκέφαλος, ευθύς, εργασιομανής, τρυφερός, ευαίσθητος, φανατικά έντιμος, βαρύς κι ασήκωτος ανατολίτης. Δεν επιδίωξε να γίνει γνωστός. Το ότι έγινε, το θεώρησε φυσικό, μιας και επιβράβευε τους κόπους της ζωής του, αλλά μη ξέροντας και μη θέλοντας να το διαχειριστεί όλο αυτό, το αντιμετώπιζε αμήχανα. Ώρες - ώρες το έβλεπε και σαν δυστύχημα. Ήταν φανατικά σεμνός και απλός, παρεξηγήσιμα χαμηλών τόνων. Θα έλεγε κανείς πως δεν ήξερε την αξία του. Την ήξερε, απλά δεν έδινε σημασία σε εφήμερα πράγματα. Προτιμούσε να είναι ένας οικογενειάρχης όπως όλοι. Να τον αγαπάει ο περίγυρός του, το σόι του και να τον εκτιμούν οι φίλοι του» συμπληρώνει ο γιος του μιλώντας στην παρουσίαση σε μια έκθεση «Cherchez να φαμ’!» Ο Μποστ του Τύπου». Αυτή η έκθεση ήταν η δέκατη έκτη του.

Image
Εξώφυλλο
Το μοναδικό εξώφυλλο δίσκου που φιλοτεχνήθηκε δια χειρός Μποστ

«Η μόνη σίγουρη οδός παραγωγής ευπόρων | είν’ να τρελάνουν τους φτωχούς με δυσβαστάκτων φόρων. | Διότι, για νάβγει ο φτωχός απ’ τον κλοιόν ετούτον, | θα προσπαθήσει σύντομα να αποκτήσει πλούτον» (θεατρικοί στίχοι από την «Φαύστα») Παίζοντας με το όνομά του, Μποστ, προέκυψε το…μποστάνι του Μποστ: Το «Οδηγίαι προς ναυτιλομένους» το έχει κάνει «προς ξελιγομένους», την «Εύθυμη χήρα» του Στράους την έχει κάνει «η έφθυμος χείρα» (του Ζητάους), είμεθα πανί με πανί, κάθε πέρση κε καλύτερα. Κάποιος της σημερινής εποχής μιμείται τον Μποστ λέγοντας: «Μαμά, πού πήγαν τα λεφτά; | Άρχισα να πεινάο. | Εγώ απ’ τα επιδώματα | δεν πρόλαβα να φάο (Πειναλέων προς Μαμά Ελλάς).  

     Ας μπούμε κι εμείς στην Οδό Μποστ, όχι για να δούμε τί θα δούμε, αλλά για να καταλάβουμε τί θα δούμε. Πρώτα απ’ όλα, σειρά έχει τ’ όνομα. Πώς από το βαπτιστικό του Χρύσανθος «ξαναβαπτίζεται» σε Μέντης; Ε; Τον λέμε Μέντη Μποσταντζόγλου κι όχι Χρύσανθο Μποσταντζόγλου. Λέει σε μια συνέντευξή του, χρόνια μετά: «Όταν είμασταν παιδιά, πήγαμε με την παρέα μου σε επιθεώρηση. Σε μια σκηνή, ο Ορέστης Μακρής, που νόμιζε από το πολύ μεθύσι ότι ήταν υπνωτισμένος, έδωσε εντολή να πέσει η αυλαία με τη βοήθεια ενός μέντιουμ. Είπε λοιπόν: «Διά της ζωοποιού δυνάμεως του μέντι (εννούσε του μέντιουμ) να κλείσει η κουρτίνα»! Αυτό φάνηκε πολύ αστείο σε κάποιο φίλο μου, που από την ημέρα εκείνη αποφάσισε να με βαφτίσει Μέντη. Και ομολογώ ότι μου άρεσε. Όσο για το «Μποστ» ήταν μια τυχαία υπογραφή - που «έπιασε». Μετά, έγινε κι ο Λογοθέτης «Λογό», ο Κυριακόπουλος «Κυρ»  κι εμένα πολλοί με νομίζουν ξένο. Λένε μάλιστα και την γυναίκα μου κυρία …Μποστ». 

     Η Αλεξάνδρα Τσόλκα παρουσίασε «έτσι» το φαινόμενο Μποστ: «Είναι αυτός που έδωσε ζωγραφιές στις λέξεις, που έκανε γελοιογραφίες και βάφτιζε ξανά τις λέξεις. Μοναδική μορφή στην ελληνική τέχνη και στα γράμματα. Ήταν σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σατιρικός αρθρογράφος, με έκφραση μοναδικής δικής του κοπής. Χρησιμοποιούσε την καθαρεύουσα σε ακραία σύνταξη, για να υπογραμμίσει την ημιμάθεια, και όχι μόνο αυτή, της εποχής του». 
 
    Όσο για την καταγωγή του, κοιτάξτε πώς τα λέει ο ίδιος στο «Λέφκομά του»: «Ο Μέντης Μποσταντζόγλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ο ιστορικός κλάδος των Μποσταντζόγλου πρωτοπαρουσιάζεται στα βάθη της Μέσης Ανατολής. Πρόγονός του υπήρξεν ο περίφημος λόγιος Θεόδωρος Ιωάννου Μποσταντζόγλου, τον οποίον ουδείς εγνώριζεν εν όσω έζη και ο οποίος, όταν απέθανε, τότε ήταν που δεν έγινε καθόλου λόγος δι’ αυτόν….»

     Ο Μποστ γεννήθηκε, αφού δεν μπορούσε να το αποφύγει, στην Κωνσταντινούπολη. Σαν βέρο Κωνσταντινουπολίτη (αλλά βασικά και σαν ξεχωριστό σκιτσογράφο) τον επέλεξαν οι Αδελφοί Πεχλιβανίδη στις εκδόσεις τους «Ατλαντίς» για να δημιουργήσει το τεύχος «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» της σειράς των Κλασσικών Εικονογραφημένων το 1953, επετειακό τεύχος σε κείμενα Ειρήνης Φωτεινού για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Και ο Μέντης έβαλε όλα του τα δυνατά για την γενέτειρά του, στα τριανταπέντε του χρόνια. 

     Κωνσταντινουπολίτης - Κωνσταντινουπολίτης, αλλά από μικρή ηλικία κοσμοπολίτης. Από τα δύο μέχρι τα οκτώ του χρόνια τα πέρασε στη Ρουμανία, στην αλλοτινή Μολδοβλαχία. Μετά το 1926, οι δρόμοι θα οδηγήσουν αυτόν και την οικογένειά του στην Αθήνα. Οι ημερομηνίες της ζωής του γεμίζουν με χρώματα και μυρωδιές, με απώλειες και φιλίες, «με δράματα ιστορικά και με τις επιρροές τους σε μικρές ζωές ανθρώπων». Μαθητής Γυμνασίου ξεκίνησε τα σκίτσα και το ψευδώνυμο Μέντης, ώσπου το 1939 μπαίνει στη Σχολή Καλών Τεχνών και…βγαίνει μετά από έξη μήνες, αφήνοντάς την. Και μετά, Κατοχή, Εθνική Αντίσταση. Μια Ελλάδα αλλιώς, μακρινή σαν ταινία, αληθινή σαν Μποστ. Στα μεταγενέστερα βιογραφικά του ξεχωρίζουν τα σημαντικότερα, ότι είναι παντρεμένος με τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου και ότι ο μεγάλος τους γιος ο Κώστας είναι γραφίστας και ο μικρός τους γιος ο Γιάννης ηθοποιός, πολύ γνωστός από την τηλεόραση. Τον Γιάννη, τη μαμά του και τον μπαμπά του τους γνώρισα από κοντά…μέσα στο ίδιο τους το σπίτι - που ήταν στην ίδια γειτονιά κάτω από την Ακρόπολη, με το σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη. Τον Μποστ τον συνάντησα άλλες δυο φορές στο μικρό κατάστημά του «Λαϊκαί Εικόναι» στο Κολωνάκι. Πίσω του βρισκόταν ένας πίνακας που επιγραφόταν «Ιάσων και Μήδεια» και είχε μόνο τον Ιάσονα. «Καλά και πού είναι η Μήδεια;» αναρωτήθηκα, αλλά μετά, βρήκα μόνος μου την απάντηση. Ο Ιάσων είχε μπροστά του ένα σπαθί και μ’ αυτό άνοιγε…μύδια! Αθάνατε Μποστ σκέφτηκα, αλλά τον είχα μπροστά μου ολοζώντανο - κι αυτός, με τα απλά λόγια του, μου άνοιγε την καρδιά μου.

Image

  Δείτε πώς περιγράφει την τέχνη του πατέρα του ο μεγαλύτερος γιος του ο Κώστας - που, όπως είπαμε, είναι γραφίστας: «Θυμάμαι το χέρι σου το χοντρό, το μαυριδερό, το τριχωτό, με τα κοντά τετράγωνα δάχτυλα και τα φαγωμένα ίσαμε τις ρίζες νύχια που αγκαλιάζαν απαλά το πενάκι. Ήσουνα τόσο σβέλτος, που σχεδόν έχανα τον χρόνο της διακοπής όταν βούταγες το πενάκι στο μπουκαλάκι με τη σινική της Pelican. Θυμάμαι την κίνηση του χεριού σου να χορεύει πάνω στο χαρτί. Να σταματάει τη γραμμή ακριβώς εκεί που έπρεπε. Δεν σε θυμάμαι ποτέ να διόρθωσες καμπύλη ή ευθεία. Ποτέ μου δεν σου είπα πόσο το θαύμαζα αυτό. Αυτήν την τελειότητα της ελεγχόμενης κίνησης». Κι επειδή λέμε από παιδί μαθαίνεις την αλήθεια, μάθετε αυτά τα λόγια του: «Θυμάμαι πόσο θύμωνες όταν περιμέναμε από σένα να λες συνέχεια αστεία. «Καλά - μου έλεγες - δεν έχουνε δει ποτέ τους κλόουν; Οι κλόουν είναι βαθιά θλιμμένοι άνθρωποι»… Θυμάμαι με τί τρόπο χάιδευες τα νομίσματα της συλλογής σου. Αρνιόσουν πεισματικά να πάρεις τα λαμπερά του νομισματοκοπείου. «Δεν έχουνε ψυχή» μου έλεγες. «Δεν τα έχουνε πιάσει πονεμένοι άνθρωποι».   

Image

Το 1952 είχε πιάσει δουλειά στην «Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου σαν ταμίας και σαν αποθηκάριος, αλλά παράλληλα με σκίτσα, γελοιογραφίες και άρθρα δικά του στις «Εικόνες» και μετά στον «Ταχυδρόμο». Ξεχωριστοί ήρωες στα σκίτσα του αυτά, η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Δέκα χρόνια όμως αργότερα, η Ελένη Βλάχου θα σταματούσε τη συνεργασία τους, λόγω ενός αφηγήματός του που είχε για τίτλο «Το επάγγελμα της μητρός μου», επειδή το θεώρησε ότι «είχε ξεφύγει από τα όρια της ευπρέπειας». Η γνωμάτευση του Μέντη Μποσταντζόγλου ήταν ήπια: «Νομίζω πως η κυρία Βλάχου έχασε το χιούμορ της…»
     Ο Μποστ σίγουρα έβαλε αυτόν το τίτλο, κατά «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού. Το  ευθυμογράφημά του όμως, όπως είπαμε, του στοίχησε τη θέση του στην «Καθημερινή» της Βλάχου το 1961. Στις μέρες μας, το θέατρο «Στοά», για τον εορτασμό των πενήντα χρόνων λειτουργίας του, αποφάσισε να ανεβάσει αυτό - σαν παράσταση αφιερωμένη στον μεγάλο Έλληνα δημιουργό. Η ψυχή της «Στοάς», ο Θανάσης Παπαγεωργίου, δηλώνει τα εξής: «Ελπίζω, σήμερα, να μην υπάρχουν πιά τέτοιες απαιτήσεις ευπρέπειας. Νομίζω ότι ο Μποστ, με το καυστικό και καίριο χιούμορ του, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να στιγματίσει, με καλοπροαίρετη κριτική διάθεση, την κοινωνική μας υποκρισία. Ίσως αυτό να μην κατάλαβε η κυρία Βλάχου».

Image

Και συμπληρώνει: «Προσπάθησα από τη μια να αφουγκραστώ τις προθέσεις του Μποστ και από την άλλη να ευθυγραμμιστώ με τα όρια του σουρεαλισμού και της αχαλίνωτης φαντασίας του, ώστε να καταδειχτεί αυτή η διάθεσή του - να καταγγέλλει χωρίς να γίνεται διδακτικός και να καυτηριάζει χωρίς να είναι υπεροπτικός. Άλλωστε, αν κάτι χαρακτηρίζει τον Μποστ, είναι ότι νιώθει πάντοτε μέλος αυτής της κοινωνίας που σατιρίζει, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να γίνει ο καθρέφτης που θα βλέπει το πρόσωπό της - για να μη μπορεί να κλείνει μάτι τις νύχτες από την αηδία». Για παράδειγμα, σαν προάγγελος της σημερινής εποχής, το περιβόητο εκείνο διήγημα (που τώρα το έχουν μετατρέψει σε θεατρικό έργο) είχε ως εξής: «Το επάγγελμα της μητρός μου πραγματεύεται την ιστορία μιας άκρως συντηρητικής, αυστηρής, έντονα πατριαρχικής οικογένειας της δεκαετίας του ΄60, όπου η μητέρα, ετών 45, δηλώνει ξαφνικά ότι αποφάσισε να εργασθεί ως πόρνη. 

Ο αναμενόμενος κεραυνός εν αιθρία όχι μόνον δεν ήρθε, αλλά ο πατέρας, μετά από τους αρχικούς δισταγμούς του, πείθεται να συγκατατεθεί και να συνδράμει στην ευόδωση των σκοπών της συζύγου του. Τα τρία παιδιά της οικογένειας - δύο κορίτσια και ένα αγόρι - συναίνεσαν στην επιλογή της μητέρας τους, ελπίζοντας σε καλύτερη οικονομική θέση. Ο πατέρας κινητοποιείται, ερευνά για πελατεία, και υποδυόμενος τον πελάτη, προσπαθεί να μάθει το ποσό που δίδει ο πελάτης για τις παροχές της εταίρας. Η ασθένεια όμως της μιας κόρης ανησυχεί τη μητέρα τόσο, που αρρωσταίνει και πεθαίνει όρθια. Και κηδεύεται σ’ αυτή την όρθια θέση» - έμμεση πρόταση του Μποστ να θάβονται οι νεκροί όρθιοι για… εξοικονόμηση χώρου στα νεκροταφεία (!)

     Το ανέβασμα τέτοιου έργου ήταν απρόσμενη εμπειρία για τους ηθοποιούς που το παίζουν, παίζοντας με τις λέξεις και με τα νοήματα. Δείτε τί είπαν: «Μυηθήκαμε στη γλώσσα του Μποστ, μεταλάβαμε το πνεύμα του, δουλέψαμε με πείσμα και συνέπεια στο μέτρο του, υπερασπιστήκαμε την αυθεντικότητά του, ακολουθήσαμε τον φρενήρη ρυθμό του. Παίξαμε, γελάσαμε, στοχαστήκαμε, προβληματιστήκαμε, συζητήσαμε, συμφωνήσαμε, διαφωνήσαμε. Μέσα στις πρόβες, γίναμε πάλι άνθρωποι, αυτό που λέμε «κανονικοί». Και μάλλον, μιλώντας τώρα, που η παράσταση είναι έτοιμη να παρουσιαστεί στο κοινό, τώρα που φτάσαμε στο «δια ταύτα» της δουλειάς μας, θεωρώ ότι γι’ αυτό έγραψε ο Μποστ αυτό το έργο. Για να μας υπενθυμίσει πως είμαστε Άνθρωποι. Με "τα όλα" μας…»

     Μετά την «Καθημερινή», άλλες εφημερίδες όπως η «Ελευθερία» και η       «Αυγή» αλλά και πολλά περιοδικά ακολούθησαν, καθώς και συνεργασίες και πολλές, πολλές μηνύσεις - αλλοίμονο!- για τις πολιτικές του γελοιογραφίες. Θα ανοίξει το δικό του κατάστημα, όπως είπαμε, με την επωνυμία «Λαϊκαί Εικόναι», όπου θα ζωγραφίζει πάνω σε περισσότερα από 27.000 είδη δώρων: Θα φτιάξει πίνακες και ανορθόγραφες επιγραφές, στιχάκια και αφιερώσεις.

Image

Μέσα στη Χούντα, το 1973, δημοσιεύει αντιδικτατορικά σκίτσα και κείμενα στο περιοδικό «Αντί». Έχει πια δημιουργήσει ένα αναγνωρίσιμο, χαρακτηριστικό, μοναδικό σατιρικό ύφος περίπλοκο, συνδυάζοντας το σκίτσο, το κείμενο, τη θεατρική συγγραφή και τη ζωγραφική. Επίτηδες ανορθόγραφος, γελοιοποιεί την καθαρεύουσα, περνώντας θέση υπέρ της δημοτικής τότε που το γλωσσικό ήταν άλυτο θέμα της χώρας. Έδινε περίτεχνα νοήματα μέσα από ομόηχες επαναλήψεις, έκανε εναλλαγές της μεταφοράς και της κυριολεξίας, μέγας μάστορας του ήχου, της έννοιας, της σύνταξης των ελληνικής γλώσσας. Έλεγε ο ίδιος: «Καθιέρωσα την ανορθογραφία σαν τέχνη».

Κάποτε θα βρει εκείνη την ελευθερία που μια ζωή ζητούσε, ώστε να αφιερωθεί στη ζωγραφική και στο θέατρο. Δέκα θεατρικά σε απολαυστικό δεκαπεντασύλλαβο προκαλώντας πηγαίο γέλιο αλλά στηλιτεύοντας τα σημερινά κακώς κείμενα (ανάμεσά τους έργα γνωστά όπως η «Όμορφη Πόλη», η «Φαύστα», η «Μαρία Πενταγιώτισσα», η «Μήδεια» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»). 

Επιπλέον, δεκαέξι ατομικές εκθέσεις έργων του. Αλήθεια, τί είναι τα δημιουργήματα του Μποστ; Σουρεαλιστικά θα πείτε. Κι εγώ θα πω ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο από την ίδια την ελληνική πραγματικότητα που ζούμε… Μια πραγματικότητα που αναμετριέται στα ίσια με τον σουρεαλισμό του Μποστ, που  μας διδάσκει ότι το σοβαρό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν το αποδεχτεί κανείς ως αστείο, και το αστείο μπορεί να προκύψει μόνο από το μέγεθος του σοβαρού. Γιατί, αυτό ακριβώς κάνει το «παράλογο». Αυτό το παράλογο, που πλέον το έχουμε συνηθίσει και μας φαίνεται πια απολύτως λογικό. Παράλογο όπως ο μικροαστισμός, η μεγαλομανία, η ξενομανία, η πατριδοκαπηλία, η κομπορρημοσύνη, η υποκρισία. Μιλάει για τα κούφια ιδεώδη, την προσποιητή ευγένεια, τις οικογενειακές συμβάσεις. Και αποκαλύπτει την ουσία της ζωής, μέσα από ήρωες που φαινομενικά την αποκηρύσσουν. Και όλο αυτό συμβαίνει μέσα σε μια αυθεντική λαϊκότητα, που κάνει σμπαράλια την επίπλαστη πραγματικότητα που έχουμε χτίσει μέσα σε μια προσποιητή ευμάρεια κι έναν επιτηδευμένο καθωσπρεπισμό στην τακτοποιημένη υποτίθεται ζωή μας. Και με μια γλώσσα, που τσακίζει όχι μόνο κόκκαλα, αλλά και ιδέες και αντιλήψεις και στερεότυπα. Γιατί, μόνο έτσι, με αίσθημα ελευθερίας και ανοιχτής θεώρησης, μπορεί κανείς να διεισδύσει στον κόσμο του Μποστ. Σκιτσογραφικά θαρρείς, βουτήξαμε στη θάλασσα  των έργων του. Με την ατράνταχτη πεποίθηση πως όλα όσα έγραψε ο Μποστ, τα έγραψε με το βλέμμα στο μέλλον, δηλαδή προφητικά κοιτώντας το δικό μας ζοφερό παρόν. Και δεν διαψευσθήκαμε… 

 

Image

 «Ένα πλοίον ταξιδεύον με υπέροχον καιρόν» (ο Μποστ και ο κόσμος του)  «εξοκείλει αιφνιδίως» στις 13 Δεκεμβρίου του 1995. Έγραφε στο «Λέφκομά»του: «Tέλος αποφάσισα να πρωτοτυπήσω, και να πω τα καλύτερα λόγια για τον εαυτό μου. Aυτό και έκανα. Kι εγώ που με διάβασα, έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Θάγραφα κι άλλα, αλλά δεν με παίρνει ο χώρος…»

Image

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση