Της Μαρίας Λιονάκη
-Κυρία αυτό είναι για σας! μου λέει η Μαρία, μεγάλη μαθήτρια στο σχολείο μας. Το πρωί ομορφαίνει σπίτια με το καθάρισμά της, το βράδυ τις ζωές μας στο Εσπερινό Γυμνάσιο. –Κυρία αυτό είναι για σας! μου ξαναλέει, καθώς δεν είναι σίγουρη πως με την πρώτη κατάλαβα. Όπως οι μαθητές μου στα μαθήματά μας. Με επίμονο, ενθουσιώδες, πολύ οικείο ηχόχρωμα επανέλαβε την πρότασής της στην καθηγήτρια της. Είχα κι εγώ ένα λίγο απλανές βλέμμα, που μετρούσε μέρες σαν το φαντάρο. Δύο και σήμερα. Κι αμέσως, πριν το χάσουμε πάλι, μου έβαλε στη χούφτα μια χάρτινη συσκευασία. Στη χούφτα που δυσκολεύτηκε να τη βρει, καθώς ήταν μισοσκεπασμένη από το πανωφόρι, μπόλικο, φουσκωτό μπουφάν, κατεβασμένο μέχρι τη μέση του χεριού το μανίκι. Τα βράδια πέφτει υγρασία. Ένα ζεστό μακρύ φουλάρι σε μπορντό, χρυσές αποχρώσεις, δώρο του συζύγου από ένα ταξίδι στην Πίζα, έκανε εξάλλου ακόμα πιο δύσκολο τον εντοπισμό του χεριού. Ανασκαφή πρέπει να έκανε ανάμεσα στα υφάσματα. Στο σώμα της κυρίας της που έγερνε λίγο. Σαν τον πύργο της Πίζας κι αυτό. –Είναι για τα Χριστούγεννα, για τις γιορτές, για το καλό! Κάτι μικρό…είπε διαφωτιστικά στο έκπληκτο βλέμμα μου κι απολογητικά μαζί για το θάρρος της και την εμπορική αξία του δώρου. Που δε συμβαδίζει ποτέ με την πραγματική.
Στο παγωμένο γραφείο των καθηγητών λίγο μετά –το πετρέλαιο είναι ακριβό- με ένα χαμόγελο συγκίνησης και χαράς η καθηγήτρια παρατηρεί πρώτα τη συσκευασία. Την περιεργάζεται, με δάχτυλα πιο ζεστά τώρα πια. Σε καφέ, μπορντό και μπεζ αποχρώσεις εικονίζεται ο τάρανδος από το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη. Τέτοια εποχή έχει λάβει τα γράμματα των παιδιών, τα έχει κατατάξει σε κατηγορίες, παιχνίδια, βιβλία –μπράβο στα παιδιά- ηλεκτρονικά ,τι τα θέλουν τώρα αυτά. Ανάλογα με τα γραφεία προμηθειών τα έχει χωρίσει και κάνει τις παραγγελίες του. Να μην του τα αργήσουν, όπως και πέρυσι και τρέχει τελευταία στιγμή. Είναι και μεγάλος τώρα πια. Τον πονάνε τα πόδια του, οι αρθρώσεις από την υγρασία. Χαλάει κι ο καιρός στην Καππαδοκία. Τα δελτία καιρού είπαν πως αναμένεται χιονιάς. Δεν του πάει όμως καρδιά να αφήσει τα παιδιά χωρίς το δώρο τους. Αν όλα εξελιχθούν ομαλά, θα το προλάβει το καιρικό φαινόμενο κι όλα θα πάνε όπως πρέπει. Σύγκαιρα με τις σκέψεις ο σεβάσμιος γέροντας δίνει τροφή στους τάρανδους και γυαλίζει με ένα πανί βουτηγμένο στο λάδι το ξύλο στο έλκηθρο του. Η παγωνιά τρώει τα ξύλα. Σαν την αδιαφορία τους ανθρώπους.
Ένα μπουκάλι γυάλινο μικρό με κόκκινο καπάκι είχε μέσα η χάρτινη συσκευασία του δώρου. Από τη μαθήτρια στην κυρία της. Με ένα Αι Βασίλη κι ένα δεντράκι. Γύρω τριγύρω χιονάκι λευκό πασπάλιζε τα πάντα, τον Αι Βασίλη και το δεντράκι κι όπως κούνησε το μπουκάλι, το χιόνι αυτό άρχισε να στροβιλίζεται, να χορεύει ρυθμικά και μετά να σκεπάζει τα πάντα, δίνοντας τους μια μαγεία ταιριαστή με παραμύθια που μιλάνε για πεντάμορφες, που ερωτεύονται βασιλόπουλα, για τη σταχτοπούτα που τη μαλώνει η μητριά της, για τη χιονάτη και τους επτά νάνους, που την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους.
Πόσο μια εικόνα ενός δώρου μπορεί να είναι συνειρμός κι ανάμνηση…Για τα δώρα που της χάριζαν μικρή όταν ήταν. Μια κούκλα αγορασμένη από τη μαμά της που δεν την άφηνε να τελειώσει την μπουγάδα της. Της την πήρε από ένα κατάστημα κοντά στο σπίτι τους, γιατί η μπουγάδα τα παλιά χρόνια κρατούσε πολύ, οι νοικοκυρές δεν είχαν πλυντήρια, μα ένα μικρό παιδί πώς να καταλάβει από αυτά. Για τη θεία την Ειρήνη, του θείου του Αντώνη τη γυναίκα, που έπιανε τα μαλλιά της ένα κότσο τεράστιο και τα τύλιγε σε ένα δίχτυ μη φύγει τρίχα. Ποτέ της δεν κατάλαβε η μικρή Μαρία τι το ήθελε αυτό. Αυτή ήθελε να τρέχει στα γύρω χωράφια με τα αγόρια, να ανεμίζουν στον άνεμο τα μαλλιά της και τα όνειρα της, να φτιάχνει από κλαδιά σκηνές και να παίζει με τα αγόρια τους ινδιάνους, να βρωμίζουν από τα χώματα τα ρούχα και τα μαλλιά, να σκίζονται μανίκια και γόνατα στις φόρμες, να ξεχνιέται, να γελάει, να νυχτώνει και να είναι ακόμα έξω. Έκανε όμως ωραία δώρα η θεία Ειρήνη. Βιβλία, παραμύθια της ζητούσε η μικρή Μαρία. Ξεχνιόταν διαβάζοντας τα, ενώ η θεία συχνή στα κατηχητικά και στα λοιπά πρέπει, φανταζόταν την ανιψιά δικαστή ή γιατρό και χαιρόταν να τα αγοράζει.
Αχ βρε θεία. Ούτε δικαστής έγινα, ούτε γιατρός. Μα μια τέτοια νύχτα με μια χάρτινη σακούλα στο χέρι, με ένα Αι Βασίλη κι ένα δεντράκι χιονισμένο σε ένα μπουκάλι, με ένα μικρό μεγάλο δώρο κι όλες αυτές τις θύμησες, κάπου πιστεύω πως δεν λάθεψαν πολύ τα όνειρα, πως δεν με ξέχασαν οι μοίρες όταν με μοίραναν, μα ούτε ξέχασε πολύ το παρόν το παρελθόν και πως σίγουρα το πιο μικρό δώρο μπορεί να είναι και το πιο μεγάλο! Να σαι καλά Μαρία…
