Της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη
Είναι απογευματινή ώρα του Οκτωβρίου του 1940 και ξαφνικά άρχισε να χτυπά η καμπάνα του χωριού δυνατά και ασταμάτητα. Οι κάτοικοι παραξενεμένοι πετάγονται έξω από τα σπίτια τους και τα καφενεία. Ξέσπασε πυρκαγιά και αφού καπνός δε φαίνεται πουθενά τι άλλο μπορεί να συμβαίνει;
Αστραπιαία μεταδίδεται το χαρμόσυνο γεγονός ότι ο στρατός μας στη βόρεια Ήπειρο έκανε πέρα από τα ελληνικά σύνορα τον Ιταλικό στρατό που αναίτια εισέβαλε στη χώρα μας. Όχι μόνο τον απώθησε μα μπαίνει και θριαμβευτής στις ελληνικές πόλεις, τα χωριά και τις κωμοπόλεις που τον υποδέχονται σαν ελευθερωτή και γίνονται μεγάλες χαρές και πανηγύρια. Μαζεύονται όλοι στην αυλή του Άι Γιώργη να μάθουν τα μαντάτα. Ακούγονται καμπάνες και από τα γύρω χωριά, πράγμα που σημαίνει ότι ετούτο που γίνεται στο Αστρίτσι, γίνεται και σε όλη την Ελλάδα.
Οι χωριανοί ντυμένοι με τα γιορτινά τους και με μεγάλο ενθουσιασμό εισέρχονται στην εκκλησία. Ένεκεν ελλείψεως χρημάτων, οι μεγάλοι άναβαν αχρησιμοποίητο κεράκι και εμείς οι μικρότεροι ένα χρησιμοποιημένο. Με χαρά περιμένουμε να αρχίσει η δοξολογία για αυτές τις ανέλπιστες νίκες. Ο παππάς παίρνει από την Αγία Τράπεζα το ευαγγέλιο μα ο δάσκαλος του Δημοτικού σχολείου που είναι και πρωτοψάλτης του κάνει νόημα να σταματήσει πρώτα το χτύπημα της καμπάνας.
Ο κωδωνοκρούστης όμως δεν σταματά. Η καμπάνα ανεβοκατεβαίνει δαιμονισμένα για να στείλει το χαρμόσυνο μήνυμα, εάν είναι εφικτό, στα πέρατα της Κρήτης, της Ελλάδας, της οικουμένης. Αυτή είναι καθώς φαίνεται η επιθυμία του για να τη χτυπά έτσι. Είναι γαντζωμένος σα τον Κουασιμόδο της Νοτρ Νταμ στο σιδερένιο μοχλό και τραβά με δύναμη το σχοινί που είναι δεμένο στην άκρη του. Η εκκλησία σείεται συθέμελα μαζί με το μαρμάρινο καμπαναριό της. Ο παππάς στέλνει και ξαναστέλνει μηνύματα στο κωδωνοκρούστη να πάψει να χτυπά τη καμπάνα για να ξεκινήσει η δοξολογία μα πού να αφήσει ετούτος το μεγάλο και ιερό του έργο, όπως το νομίζει. Επιτέλους κάποια στιγμή σταματά η κωδωνοκρουσία και ο ιερέας αρχίζει τρεμουλιαστά τη λειτουργία. Το εκκλησίασμα ξεσπά σε ένα ελαφρύ αλλά χαρούμενο κλάμα για τους Έλληνες φαντάρους που γράφουν τη δική τους ιστορία στα Ηπειρώτικα βουνά.
Όταν τελειώνει η τελετή όλοι συγκινημένοι δίδουν ευχές και φιλιά μεταξύ τους όπως το Πάσχα και την Ανάσταση του Χριστού. Η καμπάνα αρχίζει να χτυπά και πάλι. Οι γυναίκες με την υπερηφάνεια ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους φεύγουν για τα σπίτια τους. Μερικοί άντρες συζητούν έντονα για τα καθέκαστα. Φτάνουν στη τεράστια πλακούρα έξω από τη φάμπρικα του συντέκνου μας του Αλέκου, λίγο πιο πάνω από την εκκλησία. Αυτή η πλακούρα πιάνει σχεδόν όλο το πλάτος του δρόμου. Ο μπάρμπας μου ο Αντώνης επειδή διαφωνεί ριζικά με πολλούς για τις κινήσεις του στρατού μας, αρπάζει στα γρήγορα ένα σπασμένο κεραμίδι και σχηματίζει ένα πρόχειρο χάρτη της βόρειου Ηπείρου πάνω στη πέτρα, με τις πόλεις και τα χωριά της. Εγώ βέβαια νομίζω πως τον φαντάζεται. Μήπως είχε πάει ποτέ σε αυτά τα μέρη ή μήπως είδε πουθενά σε χάρτη τη περιοχή για να τα ξέρει και να τα σχηματίζει με κάθε λεπτομέρεια;
Στο καιρό του δεν λειτουργούσε Δημοτικό σχολείο στο Αστρίτσι για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά αλλά πήγαιναν πότε-πότε και μόνο τα αγόρια, σε άλλα σχολεία στα διπλανά χωριά. Εκεί μάθαιναν μερικά κολλυβογράμματα, ανάγνωση, αριθμητική άντε και λίγη ιστορία και ετούτη του κοντινού τόπου φυσικά. Μα και αυτά που άκουγαν στο σχολείο μέχρι να έρθουν στο χωριό τα ξεχνούσαν. Πού να ιδούν χάρτη και να θυμούνται κιόλας τη Βόρειο Ήπειρο!
Επάνω λοιπόν στο πρόχειρο χάρτη της πλακούρας σημείωνε ο Αντώνης, ο αδερφός του πατέρα μου, με κεραμίδι τις κινήσεις του στρατού μας και τις υποχωρήσεις των ιταλικών δυνάμεων σα να ήταν μεγάλος στρατηγός και έκανε την ενημέρωσή του. Άπαντες το παρακολουθούσαν με τους περισσότερους να συμφωνούν μα και μερικούς να διαφωνούν και να τον διορθώνουν. Εκείνος να φωνάζει και να λέει.
«Εδώ είναι η Χειμάρρα! Εκεί είναι οι άγιοι Σαράντα! Πέρα εκεί είναι το Ελβασσάν. Από εδώ μπήκε το 5ο Σύνταγμα Ευζώνων, από εκεί έκανε ελιγμό η Μεραρχία των Ιωαννίνων και κύκλωσε το Σύνταγμα των Αλπινιστών.»
Και δώστου φωνές μεταξύ των σα να μοίραζαν τα τρόπαια της νίκης και διαφωνούσαν στη μοιρασιά. Εμείς τα μικρά όλο να χωνόμαστε στα πόδια των μεγάλων για να δούμε καλύτερα τη σχεδιασμένη βόρειο Ήπειρο. Δεν καταλαβαίναμε τίποτε από τα άλλα που έλεγαν για κινήσεις, ελιγμούς και κυκλώσεις του εχθρού. Τα μόνα που θαυμάζομε είναι οι ανδραγαθίες των φαντάρων μας. Τότε, όπως μετακινούνται οι μεγάλοι πότε από εδώ πότε από εκεί, ένας μαντραχαλάς με τις αρβύλες του δεμένες με σύρμα, να μη του φύγουν οι σόλες που είναι βαριές και ασήκωτες, ποδοπατεί τον αδερφό μου τον Μιχάλη. Και να, να τρέχουν τα αίματα πάνω στη Βόρεια Ήπειρο της πλακούρας. Και να, να αστράφτουν και να βροντούν τα μάτια του πατέρα μου. Το παιδί να τσιρίζει ασταμάτητα από τους πόνους, να σηκώνει το γυμνό του πόδι και να πιτσιλάει με περισσότερο αίμα το χάρτη της Βόρειου Ηπείρου και φυσικά και την Ελλάδα μας.
Ο πατέρας άρπαξε τον αδερφό μου και έφυγε για το σπίτι μας. Εκεί τις πρώτες βοήθειες θα αναλάμβανε η μάνα μας, άντε και καμία έμπειρη γειτόνισσα. Τσικουδιά αντί για οινόπνευμα και δέσιμο με καθαρό πανί από σχισμένο πουκάμισο. Πού να βρεθεί επίδεσμος και τι είναι πάλι αυτός. Οι πιο πολλοί λυπήθηκαν το παιδί. Μερικοί γέλασαν κιόλας παραξενεμένα που ιστορικά η Βόρειος Ήπειρος βάφτηκε έστω και από τόσο μακριά με παιδικό αίμα στο πρόχειρο χάρτη ενός μικρού χωριού στη Κρήτη.
Αντί να μας λυπηθούν οι μεγάλοι, μας έβαλαν και τις φωνές από πάνω και μας έδιωξαν από κοντά τους. Άντε μωρέ φύγετε από εδώ. Τι θέλετε να μάθετε εσείς τα νιάνιαρα; Τι ζητούν οι μικροί ανάμεσα στους μεγάλους; Πηγαίνετε γρήγορα στα σπίτια σας γιατί νυχτώνει! Να βυζάξετε μέχρι να μεγαλώσετε και μετά νοιάζεστε για τα μεγάλα ζητήματα.
Δυστυχώς έτσι γίνονταν, έτσι γίνεται και έτσι θα γίνεται πάντα. Τι ζητούν οι μικροί ανάμεσα στους μεγάλους... και όλο ξεσηκώματα δημιουργούν... Έτσι τους ποδοπατούν οι μεγάλοι. Πού να βρουν το δίκιο τους οι μικροί... μικρό μου.
Αληθινή μαρτυρία του Συνταγματάρχη Γεωργίου Δ. Φραγκιαδουλάκη από το Αστρίτσι Πεδιάδος
[απόσπασμα από το βιβλίο Το πορτραίτο, Εκδόσεις ΠΝΟΗ]
