ΑΠΟΨΕΙΣ
Εφημερία: όταν η μοναξιά πονάει περισσότερο από την αρρώστια
Δεν πίστευα ποτέ ότι ένα κουκλοθέατρο για ενήλικους θα μπορούσε να με συγκινήσει σε υπέρτατο βαθμό.
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Οι μνήμες από τις πολυήμερες νοσηλείες της μητέρας μου στα νοσοκομεία του Ηρακλείου είναι ακόμα νωπές, αλησμόνητες και κάπως τραυματικές. Μέρες και νύχτες στενάχωρες και εξουθενωτικές, με τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια από την αυπνία και το κλάμα να μοιάζουν με τις μαύρες τρύπες του διαστήματος. Και ‘κει, μέσα στη «μαυρίλα», να ξεπηδούν ξαφνικά στιγμές πηγαίου γέλιου σαν πολυβιταμινούχα σκευάσματα της ψυχής. Θυμάμαι να μισοκοιμόμαστε κατάκοπες με την αδερφή μου στις άβολες καρέκλες, δίπλα στη μητέρα μας που για κάποια 24ωρα βρισκόταν σε κώμα, και ξαφνικά να βλέπουμε στο ημίφως ένα χέρι υψωμένο και μία φωνή να λέει: «μαμά, πεινάωω…» και εμείς να χοροπηδάμε από χαρά μέσα στην άγρια νύχτα.
Δεν πίστευα ποτέ ότι ένα κουκλοθέατρο για ενήλικους θα μπορούσε να με συγκινήσει σε υπέρτατο βαθμό. Η ομάδα Κέντρου Βάρους παρουσίασε την Τετάρτη, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα νοσηλευτών και μαιών την παράσταση «ΕΦΗΜΕΡΙΑ», στην Πειραματική Σκηνή του Πολιτιστικού Κέντρου Ηρακλείου, σε ένα κατάμεστο ακροατήριο κυρίως νοσηλευτών. Οι εκπληκτικές Κλειώ Κιούλπαλη, Μπέτυ Κοκαράκη, Δήμητρα Κωνσταντινίδου και Εύα Τσαμπάση παρουσίασαν τις ξεχωριστές ιστορίες τεσσάρων κουκλών-ασθενών σε έναν νοσοκομειακό θάλαμο. «Ιδιαίτερο στοιχείο της παράστασης είναι το γεγονός ότι ο,τιδήποτε αφορά το νοσοκομειακό περιβάλλον και στο προσωπικό του νοσοκομείου είναι σε φυσικό μέγεθος, σε αντίθεση με τις μικροσκοπικές κούκλες-ασθενείς. Είναι μία δυσαναλογία που υπογραμμίζει την ευαλωτότητα, την ανημποριά, την αδυναμία, την ανάγκη των ασθενών-κουκλών για φροντίδα, ενσυναίσθηση από τα μεγάλα χέρια των ανθρώπων του νοσοκομείου. Βέβαια σαν επαγγελματίες υγείας στεκόμαστε όλο το 24ωρο δίπλα τους, γνωρίζουμε και ζούμε τον πόνο, την ευθραυστότητα, την αδυναμία, τις ανάγκες που έχουν», σχολίασε η Αγγελική Πρινάρη, διευθύντρια της νοσηλευτικής υπηρεσίας του ΠΑΓΝΗ.
«Μαμά» αναφώνησε σπαρακτικά στον ύπνο του ο παππούλης κούκλα-ασθενής. Μωρό ετών 85. Μόνος. Ολομόναχος. Ανήμπορος. Απόλυτα εξαρτώμενος. Δίπλα του μία αποκλειστική. «Μαμά», λέξη-βάλσαμο ακόμα και για αιωνόβια βρέφη. Λίγο πριν το τέλος, ένα τραγούδι μάς ταξιδεύει σε αλλοτινές εποχές της ζήσης του. Ένα τελευταίο κανάκεμα και ας μην είναι η μάνα του. Να μη νιώθει μόνος, να μη φοβάται. «Μαμά, έρχομαι…». Ένα λευκό σεντόνι, ένα άδειο κρεβάτι.
Και είναι και εκείνη η πολυτραυματίας με τα ράστα που την συναρμολόγησαν στο χειρουργείο καθώς το κορμί της είχε γίνει …βίδες στο τροχαίο. Ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου. Μέσα στο σκοτάδι, το όνειρο. Εκείνη στη μέση μιας γαλαζοπράσινης λίμνης. «Σε περιμένω στο φως αγαπημένη». Φοράει ακόμα τα ματωμένα ρούχα όταν καταφέρνει πια με μεγάλο κόπο να σταθεί όρθια αλλά υποβασταζόμενη. Με την βοήθεια νοσηλεύτριας και ενός περιπατητήρα αποφασίζει να διασχίσει με κόπο τον μεγάλο λευκό νοσοκομειακό διάδρομο για να φθάσει στο κόκκινο τηλέφωνο. Σχηματίζει τους αριθμούς. Καλεί. Καμία απόκριση. Το ακουστικό πέφτει από τα ανήμπορα χέρια της. Η μοναξιά πονάει περισσότερο από τα τραύματα στο κορμί της.
Μόνο αυτό: ας γίνουμε καλύτεροι, επαγγελματίες, άνθρωποι, συνάνθρωποι…
