ΑΠΟΨΕΙΣ
«Σμιλεμένες ψυχές» σαν την ψυχή του Ζουλιέν Γκριβέλ
Του Θανάση Γιαπιτζάκη
Μετά τη Βουλή των Ελλήνων, την Ακαδημία Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ένας ακόμη βραβευμένος Γκριβέλ, ο κινηματογραφημένος αυτή τη φορά, θα δεχθεί τα εύσημα των φίλων του και των συμπατριωτών του τώρα πλέον Ελλήνων στο κινηματοθέατρο «Δαναός» της Αθήνας το ερχόμενο Σάββατο 12 Απριλίου. Μαζί του θα είναι η σύντροφος της ζωής του Κριστιάνε, ο δημιουργός του ντοκυμαντέρ στη σκηνοθεσία, στο σενάριο και στο μοντάζ Σταύρος Ψυλλάκης, ο Γιάννης Χαρούλης που έγραψε τη μουσική, ο παραγωγός Ματθαίος Φραντζεσκάκης της Πολιτιστικής Εταιρείας Κρήτης και οι εκπρόσωποι της AMKE Βιβλιοθήκης «Μανώλης Φουντουλάκης». Επ’ ευκαιρία να πούμε ότι η Κρητική πρεμιέρα της ταινίας θα γίνει στο Ηράκλειο στις 24 Απριλίου.
Ο ογδονταδυάχρονος σήμερα Julien Grivel (1943), Ελβετός οδοντίατρος, για εικοσιέξι ολόκληρα χρόνιοα της ζωής του από το1972 έως και το1998 ερχόταν ανελλιπώς από τη Γενεύη στην Αθήνα δύο φορές το χρόνο και φρόντιζε δωρεάν τα δόντια των λεπρών στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Η Αγία Βαρβάρα» στο Αιγάλεω. Στο βιβλίο του «Ελλάδα, η δική μου Ιθάκη» λέει τα εξής: «Υιοθετώντας τη γλώσσα των Ελλήνων, υιοθέτησα ασυνείδητα και τη σκέψη τους… Μια εσωτερική κατάδυση σε μια χώρα που μου έδωσε και συνεχίζει να μου δίνει το «ωραίο ταξίδι». Η φιλία του με τον Μανώλη Φουντουλάκη (πρώην χανσενικό από την Ελούντα ) ήταν καταλυτική. Του έλεγε «Ξέρεις φίλε, με αυτές τις δοκιμασίες, βγαίνει όμορφα σμιλεμένη η ψυχή του ανθρώπου».
«Σμιλεμένεςψυχές». «Όταν ζεις σε μια εποχή ιδιαίτερα δυστοπική, όπου κυριαρχούν διάφορα τοξικά πράγματα» λέει ο Σταύρος Ψυλλάκης «δύσκολα παρακάμπτεις μια τέτοια μορφή ανθρώπου, όπως είναι ο Ζουλιέν, εάν σε αφορά το ντοκιμαντέρ και η ίδια η ζωή», εξηγώντας το λόγο που ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα. Και προσθέτει: «Είναι πολύ σημαντικό να έχει κάποιος εικόνα αυτού του ανθρώπου, διότι είναι πραγματικά μια πολύ φωτεινή παρουσία», Ο Ζουλιέν Γκριβέλ την εποχή εκείνη κρατούσε ημερολόγιο, όπου κατέγραφε όλη του την εμπειρία και το αξιοποίησε αργότερα για να γράψει το βιβλίο «Ελλάδα, η δική μου Ιθάκη», που ήταν η αφορμή για τη συγκεκριμένη ταινία. Μέσα σ’ αυτό, μιλά για τους ασθενείς που τους έφτιαξε τα δόντια,και που στην ουσία ήταν η αρχή ενός τεράστιου δικτύου φιλικών σχέσεων που έχτισε στην Ελλάδα, με σημαντικότερο τον Μανώλη Φουντουλάκη, τον οποίο συνάντησε το 1973 στο νοσοκομείο, όταν νοσηλευόταν για υποτροπή της νόσου.
«Ο Μανώλης Φουντουλάκης, ένας πρώην χανσενικός, είναι το άλλο κεντρικό πρόσωπο της ταινίας. Ο Ζουλιέν τον αναφέρει πολύ συχνά στο ημερολόγιό του, ουσιαστικά σαν τον μέντορά του. Τον καθοδήγησε σε πάρα πολλά πράγματα και στ’ αλήθεια είχε αυτό το χάρισμα» αναφέρει ο σκηνοθέτης. «Εκείνος, κάποια στιγμή, του είπε τελείως φιλικά: “Ξέρεις φίλε, από αυτές τις δοκιμασίες βγαίνει όμορφα σμιλεμένη η ψυχή του ανθρώπου”. Αυτό λοιπόν που διαπραγματεύεται η ταινία, είναι το σμίλευμα της ψυχής αυτού του γιατρού, που αποφάσισε να κάνει μια τέτοια προσφορά», συμπληρώνει ο Ψυλλάκης. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον Μανώλη Φουντουλάκη - καθώς έφυγε από τη ζωή το 2010, όμως είχε την τύχη να του «παραχωρήσουν γενναιόδωρα» το υλικό που είχαν τραβήξει το 2008 και 2009 αντίστοιχα, δύο αγαπημένοι του συνάδελφοι, ο Θοδωρής Παπαδουλάκης και ο Σίλας Μιχάλακας.
«Υπάρχει λοιπόν, μέσα στην ταινία μία συνομιλία του Γκριβέλ με τον Φουντουλάκη, αλλά δεν τους τράβηξα στην πραγματικότητα να κουβεντιάζουν. Είναι ένα μονταζιακό παιχνίδι, που όμως δεν στερεί τίποτα από την πραγματικότητα. Γιατί φανταστείτε ένα πρόσωπο που έχετε αγαπήσει, που σας έχει επηρεάσει, που έχετε ζήσει πράγματα μαζί και που έχει πεθάνει, να είστε σε ένα πολύ δυνατό διάλογο μαζί του, γιατί η παρουσία του στη ζωή σας ήταν καθοριστική» εξηγεί ο Σταύρος Ψυλλάκης. Η ταινία παρουσιάζει το εσωτερικό ταξίδι του Γκριβέλ, το οποίο διαδραματίζεται με φόντο τη ζωή των χανσενικών, που ως «λεπροί» ήταν «δημόσιος εχθρός» και βίωναν ένα κοινωνικό στίγμα, πιο σκληρό ακόμα κι από την ίδια τους την ασθένεια. «Ο Ζουλιέν είχε την απορία πώς μένουν «όρθιοι», ενώ βρίσκονται στα πρόθυρα του θανάτου και χωρίς ελπίδα. Προκειμένου να τους καταλάβει, άρχισε να μαθαίνει ελληνικά, γιατί έλεγε ότι «μαθαίνοντας τη γλώσσα ενός λαού, μαθαίνεις και τη σκέψη του» επισημαίνει ο Ψυλλάκης, τονίζοντας ότι ο φιλέλληνας οδοντίατρος μιλά πλέον άψογα τη γλώσσα και σε όλη την ταινία ακούγονται ελληνικά. Η δική του άποψη σε σχέση με τον αποκλεισμό, είναι ότι «πάντα θα είναι ο μόνος τρόπος που οι κοινωνίες θα αντιμετωπίζουν το διαφορετικό», ενώ δηλώνει ότι λυπάται τους ανθρώπους που πολεμούν τόσο φανατικά τη διαφορετικότητα. «Είναι άνθρωποι που είναι πολύ φτωχοί στην εσωτερική τους ζωή. Όσο πιο πλούσια είναι η ζωή σου, τόσο λιγότερο φοβάσαι το διαφορετικό», λέει χαρακτηριστικά. Μάλιστα, επικαλείται κάτι σχετικό που λέει κάποια στιγμή ο Ζουλιέν Γκριβέλ μέσα στην ταινία, την ώρα που βρίσκεται σε μια βιβλιοθήκη: «Πολύ μου αρέσουν οι βιβλιοθήκες - γιατί εδώ συνυπάρχουν τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα, χωρίς το ένα να εμποδίζει το άλλο. Κι όλα αυτά δημιουργούν την ομορφιά του κόσμου».
Ο Ψυλλάκης χαρακτηρίζει υπεραρκετό αυτό που αποκόμισε και μόνο από τη δημιουργία του ντοκυμαντέρ, μία διαδικασία που πάντα τον γεμίζει. Το ακόμη πιο ξεχωριστό όμως που απέκτησε, σε σχέση με προηγούμενες δημιουργίες του, είναι ένας σπουδαίος φίλος. «Το να φτιάχνεις τέτοιες φιλίες με τόσους σημαντικούς ανθρώπους και να το χαίρεστε πραγματικά, δεν είναι ασήμαντο. Δεν μένουν πολλά πράγματα στη ζωή. Όταν αρχίσεις λίγο να …σκουπίζεις και να βλέπεις τί αξίζει και τί δεν αξίζει, η σχέση με τον Ζουλιέν Γκριβέλ είναι τεράστια και πολύτιμη. Και ταυτόχρονα, η δοκιμασία που μπήκα, προκειμένου να δημιουργηθεί αυτή η ταινία, ήταν πραγματικά μεγάλο κέρδος μέσα μου» αναφέρει με συγκίνηση. Βασικός του στόχος είναι αυτό που θα δώσει στους θεατές μέσα από την ταινία, να είναι «ένα γλυπτό που το βλέπει ο άλλος και θέλει να το χαϊδέψει» και «να αναζητήσουμε τον Άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται». Ένα από τα πρώτα σχόλια μάλιστα που δέχτηκε από μια γνωστή του, όταν έβλεπε το υλικό στο μοντάζ, ήταν ότι πρόκειται για ένα φιλμ - «επίθεση του καλού».
Μέσα στην ταινία ο Γιάννης Χαρούλης τραγουδάει και ένα τραγούδι, που οι στίχοι του Δημήτρη Παπαχαραλάμπους είναι κι αυτοί αναφορά στον Ζουλιέν Γκριβέλ: «Τί μ’ έφερε ως εδώ | σε τούτο τ’ ακρογιάλι, | σαν να ‘θελα να μπω | στην πρώτη την αγκάλη. | Tα κύματα θωρώ | τον βράχο να πληγώνουν, | κατάλαβα θαρρώ | αυτά που μας ενώνουν. | Σ’ έσέναν επιστρέφω, | δικός μου βράχος γίνε. | Δεν μ’ ένοιαξε τι έχω, | μα μοναχά ποιός είμαι. | Τι μ ’έκανε να ’ρθω | σ’ αυτό εδώ το μέρος, | παιδί νιώθω μικρό | κι ας έχω φτάσει γέρος. | Του χρόνου το καρφί | όποιον θα σημαδέψει, | να γιάνει δεν μπορεί, | όμως μπορεί ν΄ αντέξει. | Σ’ έσέναν επιστρέφω, | εκεί που στέκεις μείνε. | Δεν είναι ότι σ’ έχω, | μα δίπλα σου πως είμαι».
