ΑΠΟΨΕΙΣ
Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος και το Ευαγγέλιό του
Το κείμενο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου ουδεμία αναφορά, άμεση ή έμμεση, περιέχει για το συγγραφέα του.
Του Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκη (*)
Τω Αιδεσιμολογιωτάτω Πρωτοπρεσβυτέρω Νικολάω Βουκυκλάρη, πάνυ ευλαβώς αφιερούται.
1. Συγγραφέας
Η χρονική περίοδος από το 45-65 μ. Χ. είναι, κατά τον Καθηγητή Βιβλικής Θεολογίας Χ. Σ. Βούλγαρη, εκείνη κατά την οποίαν γράφτηκαν τα τέσσερα Ευαγγέλια, από τα οποία τα δύο από Αποστόλους (Ματθαίος και Ιωάννης) και τα άλλα δύο από πρόσωπα του ευρύτερου κύκλου των μαθητών του Χριστού και στενών συνεργατών των πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (Μάρκος και Λουκάς).
Το κείμενο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου ουδεμία αναφορά, άμεση ή έμμεση, περιέχει για το συγγραφέα του. Η αρχαία όμως εκκλησιαστική παράδοση αποδίδει ομόφωνα την πατρότητά του στον Ματθαίο, ο οποίος ανήκει στον κύκλο των δώδεκα μαθητών του Ιησού Χριστού. Οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Παπίας (Επίσκοπος Ιεραπόλεως της Φρυγίας (60/70-150 μ.Χ.) και Ειρηναίος (130-202 μ.Χ.) μαρτυρούν ότι επί των ημερών τους υπήρχε η αναντίρρητη παράδοση ότι συγγραφέας του Ευαγγελίου αυτού είναι ο Ματθαίος. Το όνομα Ματθαίος είναι μεταγραφή του σημιτικού Matanja και συνεπτυγμένως Mataja, που μεταφράζεται “Θεόδωρος”.
Ο Ματθαίος, ο και Λευί επονομαζόμενος – Λευί φαίνεται να ήταν το αρχικό του όνομα το δε δεύτερο, πιθανώς να του εδόθη μετά την κλήση του από το Χριστό – γιος του Αλφαίου, ήταν εγκαταστημένος στην πόλη Καπερναούμ, η οποία φαίνεται να ήταν και η πατρίδα του. Εξασκούσε δε το επάγγελμα του τελώνη, ήταν δηλαδή εκμισθωτής της εισπράξεως των φόρων για λογαριασμό του Ρωμαϊκού κράτους. Ως εισπράκτωρ των φόρων ο Ματθαίος ήταν ειδικός στη φορολόγηση συγκεκριμένου προϊόντος. Κατά τη Ρωμαϊκή νομοθεσία ένας ιδιώτης μπορούσε να αναλάβει, για λογαριασμό των Ρωμαϊκών αρχών και με την έγκρισή τους, την είσπραξη φόρου συγκεκριμένου προϊόντος σε μια περιοχή. Προφανώς η παρουσία του στη Β.Δ. παραλία της λίμνης Γεννησαρέτ αποσκοπούσε στη συλλογή φόρων από το εμπόριο της αλιείας. Σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια τελώνες διαφόρων ειδικοτήτων κάθονταν σε συγκεκριμένο σημείο κάποιας περιοχής, ενώπιον ειδικού τραπεζίου και οι άνθρωποι προσέρχονταν να πληρώσουν τον αναλογούντα φόρο, ο δε τελώνης ελάμβανε ως αμοιβή το 10% περίπου της αξίας του προϊόντος, η οποία καθοριζόταν από τις Ρωμαϊκές αρχές. Κατά τη σχετική διαδικασία όμως υπήρχε πάντοτε τρόπος και ευχέρεια στον τελώνη να παρακρατήσει μέρος του φόρου για τον εαυτό του ή να εισπράξει μεγαλύτερο ποσό σε βάρος του φορολογουμένου. Γι’ αυτό οι τελώνες είχαν κακή φήμη ως κλέπτες και καταχραστές χρημάτων των πολιτών, εξισούμενοι με πόρνες και γενικά τους αμαρτωλούς.
Η κλήση του Ματθαίου στο Αποστολικό αξίωμα έγινε καθημένου αυτού “επί το τελώνιον” της Καπερναούμ, όταν ο Ιησούς διερχόταν από την παραλιακή οδό της Θάλασσας της Γαλιλαίας και τον κάλεσε με την απλή φράση “ακολούθησέ με”. Το γεγονός αυτό, καθώς και την αρίθμησή του στον κατάλογο των Δώδεκα, αναφέρουν και οι άλλοι δύο Συνοπτικοί, Μάρκος και Λουκάς. Όπως δε προηγουμένως ο Ανδρέας και Πέτρος άφησαν τα δίκτυα τους και ακολούθησαν τον Ιησού έτσι και ο Ματθαίος “τα εγκατέλειψε όλα, σηκώθηκε και τον ακολούθησε”: “Πάντα αφέμενος, και ταραχώδους συγχύσεως, αναχωρήσας, αυτώ συντόνως επηκολούθησας” κατά το β΄ στιχηρό του Εσπερινού της εορτής του, στο Μηναίο της 16ης Νοεμβρίου. Μάλιστα κατά την ίδια μέρα παρέθεσε τραπέζι στον Κύριο, όπου εκάλεσε και πολλούς φίλους του και τέως συνεργάτες ή συνεταίρους του τελώνες. Τότε εγόγγυσαν οι Φαρισαίοι και οι μαθητές Ιωάννου του Βαπτιστού γιατί ο Ιησούς συντρώγει με αμαρτωλούς, Εκείνος δε απαντώντας ανέπτυξε τη διδασκαλία του περί παλαιών και νέων ασκών και ιματίων. Εξαιτίας δε του Ματθαίου κυρίως οι Φαρισαίοι επικόλλησαν στον Ιησού το υβριστικό επώνυμο “φίλος τελωνών και αμαρτωλών” (Ματθ. 11, 19). Ουδεμία άλλη μνεία υπάρχει περί αυτού στο Ευαγγέλιο. Στις Πράξεις των Αποστόλων, που έγραψε ο Λουκάς, μνημονεύεται μαζί με τους υπόλοιπους δέκα μαθητές, τη Μαριάμ, μητέρα του Ιησού και τους αδελφούς Του, μετά την Ανάληψη (Πραξ.1, 13-14). Όπως φαίνεται δε, ήταν ο εγγράμματος της δωδεκάδας των μαθητών του Χριστού.
Αλλά και για την ιεραποστολική δραστηριότητα του Ματθαίου, η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση είναι φειδωλή και αβεβαία. Από αυτήν γνωρίζομε ότι εκήρυξε καταρχάς το Ευαγγέλιο στους Ιουδαίους της Παλαιστίνης, χάριν των οποίων έγραψε Αραμαϊστί – η Αραμαϊκή ήταν η γλώσσα που μιλούσαν οι Ιουδαίοι στην εποχή του Ιησού, μαζί με την Εβραϊκή – το πρώτο Ευαγγέλιο και εν συνεχεία μετέβη σε άλλες χώρες για τον ίδιο σκοπό. Ορισμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς (π.χ. Ρουφίνος, Γρηγόριος ο Μέγας) αναφέρουν ότι μετέβη στην Αιθιοπία. Ο δε Συμεών ο Μεταφραστής αναφέρει ότι ο Ματθαίος εκήρυξε στους Πάρθους και Αιθίοπες. Περί του θανάτου του Ματθαίου ουδεμία πληροφορία έχομε. Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 16 Νοεμβρίου και η Ρωμαιοκαθολική στις 21 Σεπτεμβρίου.
2. Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
Το κατά Ματθαίον, συγκαταλέγεται πρώτο στον κανόνα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης και αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το συνδετικό κρίκο μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Η διάταξη αυτή εκφράζει την πρωταρχική του θέση και τη σημασία του στη ζωή της Εκκλησίας. Η κανονικότητα ενός βιβλίου και εν προκειμένω του Ευαγγελίου, εξαρτόταν από την αναγνώριση της Αποστολικότητάς του από την Εκκλησία, η οποία και το καθιέρωνε για ανάγνωση στις συνάξεις της.
Είναι το εκτενέστερο όλων των Ευαγγελίων. Το Ευαγγέλιο αυτό επεγράφη από το συγγραφέα του “Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού υιού Δαβίδ υιού Αβραάμ”. Ελέχθη η γνώμη ότι ο τίτλος αυτός ανήκει μόνο στη γενεαλογία ή στα δύο πρώτα κεφάλαια της νηπιότητας του Κυρίου. Αλλά, όπως αναφέρει ο Καινοδιαθηκολόγος Καθηγητής Σ. Σάκκος, “γένεσις” σημαίνει γενικώς “ιστορία” και όχι “γέννηση” ή “καταγωγή”. Έτσι ο τίτλος ανήκει σε όλο το Ευαγγέλιο. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι ο Ματθαίος αρχίζει το Ευαγγέλιο με την παράθεση της γενεαλογίας του Ιησού κατά κατιούσα γραμμή, αρχόμενη από τον Αβραάμ (περ. 2000 π.Χ.) για να δείξει την Ισραηλιτική καταγωγή του Μεσσία και την εκπλήρωση των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης στο πρόσωπό Του. Η αλήθεια αυτή γίνεται πραγματικότητα στους τελευταίους στίχους του Ευαγγελίου, μετά την Ανάσταση, όταν ο Ιησούς, στο όρος της Γαλιλαίας, είπε στους μαθητές “ο Θεός μου έδωσε όλη την εξουσία στον ουρανό και τη γη”, προτρέποντάς τους να κάνουν με το Βάπτισμα μαθητές Του όλα τα έθνη (28, 16-20).
Όπως γράψαμε πιο πάνω Ο Ματθαίος έγραψε πρώτα στην Αραμαϊκή γλώσσα το Ευαγγέλιό του (περί το 33-40 μ.Χ.) για τους Ιουδαίους της Παλαιστίνης. Το κείμενο αυτό δε φαίνεται να επέζησε πέραν της μιας δεκαετίας, διότι ενωρίτατα μεταφράστηκε στην Ελληνική από τον ίδιο το Ματθαίο, ο οποίος το πλούτισε με την προσθήκη νέου υλικού. Το ελληνικό κείμενο δεν παρουσιάζει μεταφραστική απόχρωση ως προς το γλωσσικό του ύφος – είναι οπωσδήποτε πρωτότυπο – και αυτό προσδιορίζει την παιδεία του συγγραφέα. Επιπλέον, υπό την παρούσα μορφή και φραστικότητα το Ευαγγέλιο προδίδει την άνεση και ελευθερία του συγγραφέα κατά τη σύνταξη αφενός και την ομοιογένεια της ευαγγελικής παραδόσεως κατά το χρόνο της συγγραφής, αφ’ ετέρου. Παρουσιάζει επίσης ευχάριστη γλώσσα, αρμονία και συμμετρία, ζωηρότητα και σαφήνεια ύφους. Το κείμενο αποτελείται από το μεγαλύτερο μέρος του κατά Μάρκον Ευαγγελίου, από διάφορες άλλες πηγές στην Αραμαϊκή γλώσσα, τα λεγόμενα Λόγια και από το αποκλειστικό στον Ευαγγελιστή υλικό, γραπτό ή προφορικό, το οποίο και προσδιορίζει κυρίως τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα του Ευαγγελίου. Καθώς παρατηρεί ο Καθηγητής Χ. Βούλγαρης, “στο κείμενο του Ευαγγελίου παρατηρείται η παράθεση ιστορικών γεγονότων από τη ζωή του Ιησού Χριστού, αναμεμιγμένων με την αποτίμηση της σωτηριολογικής των αξίας και της ερμηνευτικής των εμβαθύνσεως σε αδιάρρηκτη ενότητα, συνυφασμένη και με κηρυγματικούς, ιεραποστολικούς και κατηχητικούς σκοπούς”. Και συνεχίζει: “Γι’ αυτό και υπήρξε το κατ’ εξοχήν Ευαγγέλιο της αρχαίας Εκκλησίας, η δε επί του Όρους Ομιλία, οι Μακαρισμοί και η Κυριακή προσευχή καταλέγονται μεταξύ των γνωστοτέρων θησαυρών της Χριστιανικής παραδόσεως. Η αριστοτεχνική διάταξη του περιεχομένου, η σαφήνεια του ύφους και η συνθετική ικανότητα του συγγραφέα, προσέδωσαν απ’ αρχής προτεραιότητα στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ως διδακτικό εγχειρίδιο της Εκκλησίας”. Με βάση τα θεολογικά και φιλολογικά αυτά χαρακτηριστικά, ο Γάλλος ιστορικός Θρησκειών και μελετητής Ernest Renan (1823-1892) έγραψε ότι “το Ευαγγέλιο του Ματθαίου είναι το σπουδαιότερο βιβλίο της Χριστιανοσύνης, το σπουδαιότερο που έχει γραφεί ποτέ”.
Ο Ματθαίος γράφει σε καλύτερη Ελληνική γλώσσα από εκείνη του Μάρκου και υποδεέστερη εκείνης του Έλληνα Λουκά. Παραθέτει διάφορους σημιτισμούς, οι οποίοι είναι χαρακτηριστικό της Ιουδαϊκής σκέψεως, όπως οι παραβολές, οι παρομοιώσεις και τα αποφθέγματα, η κατ’ αριθμητικές ομάδες διάταξη του υλικού κλπ. Από τις σημιτικές λέξεις και εκφράσεις αναφέρουμε τις εξής: Ρακά, μαμωνάς, γέενα, ωσαννά, κορβανάς, αίρειν τον ζυγόν, δεσμείν και λύειν, βασιλεία των ουρανών, αγία πόλις, σκότος το εξώτερον, σάρξ και αίμα κ.ά. Στο κείμενο επίσης συναντούμε παρηχήσεις, όπως “αφανίζουσιν-όπως αν φανώσι”, “κακούς κακώς απολέσει αυτούς”, “κόψονται και όψονται” κ.ά. Το αποκλειστικό υλικό του περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την παράθεση της κατά σάρκα καταγωγής του Ιησού με τα ονόματα των προπατόρων Του, την επίσκεψη των Μάγων, τη φυγή στην Αίγυπτο και τη θηριωδία του Ηρώδη, το δισταγμό του Ιωάννου να βαπτίσει τον Ιησού, την μοναδική στο είδος της “επί του Όρους ομιλία” (κεφ. 5-7), τη διδασκαλία περί του Γάμου και διαζυγίου, τον ταλανισμό των γραμματέων και των Φαρισαίων (κεφ. 23, 13-39), τη μεγαλειώδη παρουσίαση του φοβερού τελικού δικαστηρίου των εθνών (25, 31-46), τον απαγχονισμό του Ιούδα, το ενύπνιο της συζύγου του Πιλάτου, τη νίψη των χειρών του Πιλάτου, τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβηκαν μετά τον θάνατο του Ιησού (αναστάσεις νεκρών και εμφανίσεις τους στα Ιεροσόλυμα) και τη διήγηση της φρουράς στον τάφο του Ιησού και, τέλος, την προτροπή προς τους μαθητές μετά την Ανάσταση να μαθητεύσουν όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αναφέρονται επίσης δεκαεννέα θαύματα του Ιησού Χριστού και διάφορες θεραπείες επί πολλών ασθενών.
Σ’ ολόκληρο το Ευαγγέλιο κυριαρχεί η διδασκαλία του Ιησού περί της Βασιλείας του Θεού και της πραγματοποιήσεώς της στο πρόσωπο του Ιησού, του Μεσσία. Χρησιμοποιεί δε εναλλάξ τους όρους “Βασιλεία του Θεού”, “Βασιλεία των ουρανών”, “Βασιλεία του Πατρός”, “Βασιλεία του υιού του ανθρώπου” ή απλώς “Βασιλεία”. Ο όρος δηλώνει την απόλυτη εξουσία του Θεού εφ’ όλης της δημιουργίας, με την επικράτηση του θελήματός Του. Ως τοιαύτη η Βασιλεία τυγχάνει ορατή, εγκόσμια πραγματικότητα, με την ανακαίνιση και την πνευματική προαγωγή όλων των ανθρώπων.
Ως τόπος συγγραφής του Ευαγγελίου έχουν προταθεί διάφορες πόλεις (Καισάρεια, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια) αλλά η Αντιόχεια της Συρίας συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από την αρχαιότερη μαρτυρία του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας (περ. 50-117 μ.Χ.) , ο οποίος και το παραθέτει στα έργα του. Ως χρόνο συγγραφής δε ο Καθηγητής Χ. Βούλγαρης δέχεται με ισχυρά και αξιόπιστα επιχειρήματα το διάστημα 55-60 μ. Χ.
Και κλείνουμε με μια παράθεση από τη διδασκαλία του Ιησού, την οποία και θεωρούμε ως την “πεμπτουσία” της διδασκαλίας Του, εν μέσω χαλεπών καιρών που διαβαίνουμε: “Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία. Και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών. Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστίν”. Μετάφραση: Ελάτε σ’ εμένα όλοι όσοι κοπιάζετε κι είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας ξεκουράσω. Σηκώστε πάνω σας το ζυγό μου και διδαχτείτε από το δικό μου παράδειγμα, γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και οι ψυχές σας θα βρουν ξεκούραση. Γιατί ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό (Ματθ. 11, 28-30).
(*) Ο κ. Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκης είναι καθηγητής Β΄θμιας Εκπαίδευσης.