ΑΠΟΨΕΙΣ

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο» - η Ιστορία σαν πανηγύρι και σαν εξέγερση

Τί έμεινε μετά από εκείνη την συμ-παράσταση ξεσηκωμού;

Μεγάλο μας Τσίρκο

Του Θανάση Γιαπιτζάκη

 Τώρα που έχει περάσει ο καιρός εκείνος, και μιλάμε για τον καιρό των συνταγματαρχών που το 1973 είχαν προδώσει ήδη επί έξι ολόκληρα χρόνια τον όρκο τους και σκόπευαν να παραμείνουν στην εξουσία κι άλλο, μετατρέποντας την βασιλευόμενη σε προεδρευόμενη δήθεν δημοκρατία, βλέπουμε ότι η Ιστορία γράφτηκε σε ιστορικό χώρο, όπως είναι το δεύτερο άνοιγμα της Αθήνας - στη μεγάλη έκταση που περιλαμβάνει το Αρχαιολογικό Μουσείο και το κτίσμα του Πολυτεχνείου. Το πρώτο άνοιγμα της Αθήνας, ανάμεσα σε καταστήματα και σε δημόσιες υπηρεσίες, υπήρχε ήδη πολύ πιο πριν, σαν ευκαιρία για να δημιουργηθούν, κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου, το Ιλίου Μέλαθρον (το σπίτι του Σλήμαν, που σήμερα είναι Νομισματικό Μουσείο), το Οφθαλμιατρείο, η Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο, η Εθνική Βιβλιοθήκη. Στο δεύτερο κατά σειρά λοιπόν άνοιγμα της Αθήνας η ιστορικότητά του συμπληρωνόταν (τώρα δεν υπάρχει πιά) από ένα θερινό θέατρο, σε κεντρικότερο μέρος από τα άλλα κτίρια της Λυρικής Σκηνής στην οδό Ακαδημίας και του Εθνικού Θεάτρου στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου κάτω από την Ομόνοια. 

      Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Για να καταλάβουμε ότι στο δεύτερο αυτό άνοιγμα που είχε προκύψει, επειδή τότε εκεί τελείωνε η Αθήνα κι άρχιζε η εξοχή - και η Πατησίων, σ’ αυτό το ύψος, ήταν ένας χωματόδρομος (φανταστείτε τον) γεμάτος  μαρμαράδικα, κτίστηκε το 1895 ένα και μοναδικό θέατρο, απέναντι στο Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Πολυτεχνείο. Ο δημιουργός του λεγόταν Πρίντεζης. Τον αναφέρουμε με τ’ όνομά του, γιατί στην εποχή εκείνη λίγοι επιχειρηματίες επένδυαν

Image
984767954954
Το πίσω μέρος των καθισμάτων του θεάτρου και το Αρχαιολογικό Μουσείο στο βάθος

 τα ωραία τους λεφτά στο θέμα των θεαμάτων. Ο κινηματογράφος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη. 

Image
096894043
Το θέατρο Αθήναιον γύρω στα 1895, όταν ξεκίνησε τη λειτουργία του. Η αυλαία του είχε ζωγραφισμένο το Ερέχθειο

 Από την πρώτη ημέρα της λειτουργίας του, το διαφορετικό αυτό θέατρο καθιερώθηκε σαν φυτώριο ταλέντων. Εκεί δοκίμασε τις υποκριτικές ικανότητές του ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, αλλά ευτυχώς τον κέρδισαν η δημοσιογραφία και η ποίηση. Στο Αθήναιον, την πρώτη χρονιά λειτουργίας του, παίχτηκε για πρώτη φορά έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1922, επίσης δικό του έργο θ’ ανεβάσουν ο Αιμίλιος Βεάκης και ο Χριστόφορος Νέζερ. Εκεί ανέβηκε το  «Ξημέρωμα» του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνη σε μετάφραση του Σουρή. Εκεί παρουσιάστηκαν επίσης έργα του τυφλού ποιητή Σπυρίδωνα Περεσιάδη, που ήταν ο συγγραφέας της «Γκόλφως».

Image
0980409354
Ο Πρίντεζης σε σκίτσο του Φωκίωνος Δημητριάδη

Εκεί έμελλε να ανέβουν και άλλου είδους κορυφαία έργα, ενδεικτικά αρχίζοντας από  τη γνωστή οπερέτα «Η Ριρίκα μας» του Στάθη Μάστορα το 1929, αναφέροντας για αργότερα τον «Βιολιστή στη Στέγη» το 1997 και τελειώνοντας με το «Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού» του Μίκη Θεοδωράκη το 1989. Για να επιβιώσει το «Αθήναιον», ενδιάμεσα, από τα χρόνια της Κατοχής είχε μετατραπεί σε θερινό κινηματογράφο. Για να ξαναλειτουργήσει και να ακμάσει πάλι σαν θέατρο στα κατοπινά χρόνια της μεταπολίτευσης. 

      Εκεί λοιπόν, σ’ αυτό το θέατρο του Πρίντεζη (που λεγόταν μετά από πολύμηνο διαγωνισμό ονομασίας «Αθήναιον») έμελλε ν’ ανέβη το 1973 στη διάρκεια της δικτατορίας και το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Με τη διαφορά - σε σύγκριση με τ’ άλλα - ότι αυτό ήταν μια παράσταση που χώρισε τον χώρο του θεάτρου στα τρία και ότι την είδαν μισό εκατομμύριο θεατές, εκφράζοντας έτσι την εξέγερση-διαμαρτυρία τους ενάντια στη χούντα.

       Τί έμεινε μετά από εκείνη την συμ-παράσταση ξεσηκωμού; Το 2016, στο πλαίσιο του προγράμματος Νέον Έργο στην Πόλη, ο καλλιτέχνης Ζάφος Ξαγοράρης, εμπνευσμένος από την ιστορική εκείνη θεατρική στιγμή, θα παρουσιάσει την εικαστική εγκατάσταση «Η Παράσταση» σε έναν χώρο στάθμευσης πίσω από το ερειπωμένο πλέον θέατρο «Αθήναιον», για να θυμίσει κάτι διαφορετικό που έμελλε να γράψει Ιστορία και εκτός θεάτρου.

Image
04986054043093242034

Πώς συνέβη αυτό; Είναι γιατί το «Μεγάλο μας Τσίρκο» κατάφερε από τις 22 Ιουνίου του 1973 να μεταλαμπαδεύσει την εικονική εξέγερσή του - και πολλά από τα συνθήματά του, γραμμένα από την πένα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, όπως για παράδειγμα το «Ψωμί Παιδεία Ελευθερία» ή το «Φωνή Λαού, Οργή Θεού», να τα περάσει, με τους φοιτητές λίγους μόλις μήνες αργότερα, στις 17 Νοεμβρίου του 1973, στο γειτονικό Πολυτεχνείο.

      Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, που είχα την αναπάντεχη χαρά να βρεθούμε και να τα πούμε δυό φορές μαζί γιατί ήταν προσιτός και απλός άνθρωπος, είχε σίγουρα την φαεινή ιδέα στο έργο του να χρησιμοποιήσει την αρχαία ανακάλυψη του Θουκυδίδη που τον έκανε αθάνατο. Έλεγε εκείνος στον πρόλογο της «Ιστορίας» του: «Γράφω ό,τι γράφω, γιατί αν δεν το κατανοήσουμε το γεγονός που γράφω, είμαστε υποχρεωμένοι να το ξαναζήσουμε». Τί είχε ανακαλύψει; Ότι τα πρόσωπα αλλάζουνε, αλλά τα γεγονότα παραμένουνε τα ίδια. Κι επειδή δεν λαμβάνουμε υπ’ όψη μας την ρήση του Θουκυδίδη, λέμε λαϊκά «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται». Αυτό δεν το ήξεραν οι λογοκριτές της Χούντας, το ήξερε όμως ο Καμπανέλλης. Και χρησιμοποίησε θεατρικά την Έξωση του Όθωνα για να ξεσηκώσει τον λαό για την έξωση των Συνταγματαρχών. 

Image
0585040930923

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο» ξεκινούσε με μια φωνή μόνο, που ακουγότανε: «Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω. | Περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω | και να σκεφτώ | αν πρέπει να γελάσω, | να κλάψω, να φωνάξω, | ή να σωπάσω…»

      Και τότε μπαίνανε στη σκηνή ο Καζάκος με την Καρέζη, ντυμένοι σαν παλιάτσοι που κάνανε τον Ρωμιό και το Ρωμιάκι. 

      Ρωμιός: Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Επειδή η παράστασή μας ανατρέχει σε πολλά επεισόδια, εποχές, γεγονότα, η μικρή από δω και του λόγου μου θα σας πληροφορούμε, μέσες άκρες, για το πού βρισκόμαστε και γιατί. Έλα στο έργο μας. 

      Ρωμιάκι: Α, ναι, ναι! Στο έργο μας, στο έργο μας! Το έργο μας, κυρίες και κύριοι, μόνο υπόθεση δεν έχει! Κατά τ’ άλλα όμως, έχει μουσική, χορό, τραγούδι - γιατί, λέει, είναι ένα έργο που αποφάσισε να το ρίξει όξω, να ξεθυμάνει.

      Ρωμιός: Θέλει να πει, κυρίες και κύριοι, ότι το έργο μας «ήτο αδύνατον να τεθεί υπό περιορισμόν». Τί μας συμβαίνει όταν σκεφτόμαστε κάτι που δεν το χωράει ο νους μας; Μας στρίβει!

      Ρωμιάκι: Μάλιστα. Τί κάνουμε όταν θέλουμενα πούμε κάτι και η κουβέντα μας δεν το χωράει; Το στρίβουμε στο τραγούδι. Διότι τραγούδι είναι μια κουβέντα που…τρελάθηκε. Κι όταν πάλι δεν μας φτάνει το τραγούδι, τί κάνουμε; Το στρίβουμε στο χορό. Διότι ο χορός είναι ένα τραγούδι που ξανατρελάθηκε.

      Ρωμιός: Πολλά λες!

      Ρωμιάκι: Καλώς! 

      Ρωμιός: Κυρίες και κύριοι, νομίζω ότι μπορούμε να αρχίσουμε.

(Μπαίνει ο Χορός)  

      Χορός: Καλήν εσπέραν αφεντάδες, καλώς ορίσατε κυράδες, | Καλώς ορίσατε κυράδες, καλήν εσπέραν αφεντάδες. | Μέλισσες μάζεψαν τη γύρη, τη φέρανε  πανηγύρι. | Οι μέλισσες ζυμώνουν μέλι, ήλιε μου φάε και μη σε μέλει. | Τα φίδια φέραν το φαρμάκι, τα παλικάρια το μεράκι, | κι όποιος το βράζει στο βαρέλι,, ήλιε μου πιες κα μη σε μέλει. | ΄Ο,τι κι αν πω κι ό,τι κι αν κι αν δείτε, να μη μου παραξενευτείτε. | Όσα χωράνε στην αλήθεια, δεν τα βαστάν τα παραμύθια».  

Image
958640094304

Με αυτόν τον μαστορικό τρόπο, παίζοντας δηλαδή με αφηρημένα λόγια, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης προετοίμαζε τον κόσμο ν’ ακούσει «την αλήθεια» που προσπαθούσε να κρύψει, με τα προπαγανδιστικά παραμύθια της, η δικτατορία των επίορκων συνταγματαρχών. Και επειδή προϋπήρχε ο έλεγχος της «ψειρίζουσας τη μαϊμού» λογοκρισίας, ο δημιουργός έβαλε διαφορετικά μεταξύ τους θέματα και σχόλια και λόγια, όχι μόνο για να τους μπερδεύει αλλά και για να κάνει τους λογοκριτές να τα αποδεχτούν σαν ιστορικά και λαογραφικά δεδομένα. Γι’ αυτό άλλωστε ονόμασε το έργο του «Τσίρκο»: Άλλος ανεβαίνει κι άλλος κατεβαίνει, άλλος λέει αυτό κι άλλος λέει εκείνο. Έτσι οι άνθρωποι της χούντας που ήταν μέσα, μαζί με τον απλό κόσμο και τους φοιτητές, και που παρακολουθούσαν κρυφά τις αντιδράσεις, δεν μπορούσαν να καταλάβουν για ποιό λόγο το κοινό γελούσε ή χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε σε στιγμές που υπήρχαν δρώμενα ή ιστορικά σχόλια ή ακόμα και υπαινιγμοί, όπως για παράδειγμα πάνω στο διαφημιζόμενο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» που υπέθαλπε το σημαντικότερο «των ανιστόρητων Ελλήνων» ήταν το Σύνταγμα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843:

ΡΩΜΙΟΣ: Δε μου λες. Τι είναι η 3η Σεπτεμβρίου;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Σιγά! Οδός. Την οδός 3η Σεπτεμβρίου δε ξέρουμε;
ΡΩΜΙΟΣ: Ορίστε! Γιατί τη λένε 3η Σεπτεμβρίου; Τί έγινε στις 3 του Σεπτέμβρη;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Γιορτάζει κανένας άγιος;
ΡΩΜΙΟΣ: Όχι!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Καμιά αγία;

Image
096580439509435

ΡΩΜΙΟΣ: Ούτε!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Είναι θρησκευτική εορτή ;
ΡΩΜΙΟΣ: Μωρέ άμα ήτανε θρησκευτική γιορτή, θα την ήξερες κι απ’ το σχολειό σου κι απ’ τη μαμά σου.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Είναι τίποτα σαν εθνική εορτή;
ΡΩΜΙΟΣ: Όχι σαν! 

      Αντί να απαντηθεί το ερώτημα «Τί είναι η 3η Σεπτεμβρίου;», ερχόταν η φωνή του Νίκου Ξυλούρη που αναλάμβανε να τα παρουσιάζει όλα αυτά πιο λιανά, όπως, για το παράδειγμά μας, στο πασίγνωστο πιά τραγούδι «Φίλοι κι αδέλφια» και ν’ ακούγονται μέσα στο θέατρο στον καιρό της Δικτατορίας οι στίχοι «Φίλοι κι αδέλφια, | μανάδες, γέροι και παιδιά, | στα παραθύρια βγείτε | και θωρείτε | ποιοί περπατούν στα σκοτεινά | και σεργιανούνε στα στενά | τρεις του Σεπτέμβρη | μάνες, γέροι και παιδιά. | Γράφουν σημάδια | μηνύματα στο Βασιλιά. | Σα δεν φωνάξεις, | έβγα να το γράψεις, | να μη σ’ ακούσουν τα σκυλιά | βγάλε φωνή χωρίς μιλιά, | σημάδια και μηνύματα | στο Βασιλιά. | Κι όπου φοβάται | φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό, | σ’ έρημο τόπο ζει | και βασιλεύει, | κάστρο φυλάει ερημικό | κι έχει τον φόβο φυλαχτό | όπου φωνή ν’ ακούει | φοβάται απ’ το λαό».

      Οι συντελεστές δεν ανήκαν σε μια ομοιογενή κατηγορία ούτε μπορούμε να πούμε ότι έκαναν στρατευμένο θέατρο. Η Καρέζη και ο Παπαγιαννόπουλος ήταν, στο ευρύ κοινό, ήδη γνωστοί και ιδιαίτερα δημοφιλείς από τον κινηματογράφο. Η πολιτικοποίηση, μάλιστα, της Καρέζη φαίνεται να εξελίσσεται και μέσα από τον έρωτά της με τον Κώστα Καζάκο. Ο Καζάκος και ο Περλέγκας είχαν σχέσεις με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και θα συνδεθούν στη Μεταπολίτευση με το ΚΚΕ. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, που επίσης έχει συνδεθεί με τον θίασο του Κουν και το Θέατρο Τέχνης, είχε περάσει τρία χρόνια έγκλειστος σαν πολιτικός κρατούμενος στο ναζιστικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν, όπως αποτυπώνεται και στο ομώνυμο έργο του το 1961. Ο συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος, νεότατος ακόμη τότε, είχε γίνει γνωστός από τη μουσική που έγραφε για τον κινηματογράφο, κυρίως στα «Κόκκινα Φανάρια» (1963) όπου πρωταγωνιστούσε και η Τζένη Καρέζη, ενώ αυτός στη Μεταπολίτευση θα πολιτευτεί με τη Νέα Δημοκρατία. Ο Νίκος Ξυλούρης, Κρητικός λαϊκός τραγουδιστής από τα Ανώγεια, είχε γίνει κατά κάποιον τρόπο η φωνή του αντιδικτατορικού αγώνα, αφού ηχογράφησε, μέσα στα χρόνια της Χούντας, το 1971, το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» στον δίσκο με τα «Ριζίτικα» του Γιάννη Μαρκόπουλου. Με τον Ιεραπετρίτη συνθέτη, μάλιστα, εμφανιζόταν στη μπουάτ «Λήδρα» στην Πλάκα. Όλοι αυτοί, λοιπόν, ενώνονται το καλοκαίρι του ’73 στο ανέβασμα του Μεγάλου μας Τσίρκου. 

Image
096458049032029

Από εκείνον τον καιρό ήρθε στα χέρια μου - με απρόσκλητη μεσολάβηση του φίλου μου Φίλιππα - το αλλοτινό πρόγραμμα του «Μεγάλου μας Τσίρκου». Βλέποντάς το, μου ήρθε η διάθεση να ψάξω - και να γράψω. Η ιδέα της παράστασης τότε, ήταν να ανέβει ένα έργο που θα έβριθε από ποιότητα καλλιτεχνική και από πατριωτισμό. Στην αρχή του εντύπου η Τζένη Καρέζη ανελάμβανε να πει πώς ξεκίνησαν όλα: ««Η ιστορία άρχισε εδώ κι ένα χρόνο… και κάτι παραπάνω. Από την Άνοιξη του ’72… Τότε, για πρώτη φορά, σκεφτήκαμε να ανεβάσουμε ένα έργο που να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι. Και μέσα από τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, το γέλιο και το δάκρυ, να μιλήσουμε για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, για προδομένες ελπίδες. Και, πάνω απ’ όλα, για ομορφιά. Για την ομορφιά αυτού του λαού, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται… να προδίνεται… να πιστεύει… και να συνεχίζει τον αγώνα του, διατηρώντας τις ρίζες του αναλλοίωτες - αιώνες τώρα.

      Όλα αυτά όμως θάπρεπε να ειπωθούν ρωμέικα, ζεστά. Καθόλου φιλολογικά. Καθόλου εγκεφαλικά…Θάπρεπε, δηλαδή, να γραφτεί ένα έργο, που να έχει μέσα του τους σπόρους της λαïκής μας τέχνης…Εγχείρημα δύσκολο. Άπιαστο σχεδόν. Χρειαζότανε ένας συγγραφέας με ταλέντο…πείρα και γνώση. Απευθυνθήκαμε στον Καμπανέλλη, γιατί εκτός απ’ αυτά, διαθέτει και ένα ακόμα ακριβό στοιχείο: Στα έργα του χτυπάει πάντα, πυρετικά, σπαραχτικά και γνήσια, ο σφυγμός αυτής της ράτσας. Ο Καμπανέλλης ενθουσιάστηκε. «Ήταν αυτό που περίμενα» μας είπε.

Image
Το Μεγάλο μας Τσίρκο

Και οι ατέλειωτες συζητήσεις άρχισαν. Τις νύχτες, τα μεσημέρια, βρισκόμασταν και μιλούσαμε γι’ αυτό μας το όνειρο. Σιγά σιγά, στην παρέα προστέθηκαν κι άλλοι. Ο Σταύρος Ξαρχάκος, που η συμμετοχή του υπήρξε για το έργο πολύτιμη. Ο Ευγένιος Σπαθάρης, που όταν τελείωνε να μιλάει, μέναμε να σκεφτόμαστε πώς έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα όσα μαγικά μάς είπε. Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Ξυλούρης, και οι περισσότεροι ηθοποιοί που είναι συνεργάτες μας από παλιά. Δούλεψαν πέρα από ωράρια, πέρα από κανόνες. Δούλεψαν μερόνυχτα κοντά μας, όχι μονάχα κάνοντας πρόβα, αλλά συζητώντας μια λέξη, μια σκηνή, ένα κοστούμι,  έγινε αυτή η παράσταση. Με τόση αγάπη. Με τέτοιον ενθουσιασμό. Με την ίδια ακριβώς συμμετοχή απ’ όλους. Ζήσαμε ωραίες στιγμές…Και τώρα…η αγωνία μας είναι, γι’ αυτό, πιο μεγάλη. Αυτό το όνειρό μας, θα το αγαπήσετε άραγε; Σε λίγο θα ξέρουμε».  

 Μιας και όλα αυτά είναι λόγια που περιέχονταν στο φυλλάδιο πρόγραμμα, ενδιαφέρον αφοπλιστικό έχουν, παίρνοντας τη σειρά τους, και τα λιγοστά λόγια του  Σταύρου Ξαρχάκου: «Μου ζήτησαν…δυό λόγια για το πρόγραμμα. Είπα ναί! Μου ξαναζήτησαν δυό λόγια για το πρόγραμμα. Ξανά είπα ναί!! Μου ξαναζήτησαν, για . τελευταία φορά, δυό λόγια για το πρόγραμμα. Δεν είπα ναί, αλλά εξήγησα ότι δεν ήταν η ειδικότης μου να λέω δυό λόγια. Αν μου ζητούσαν δυό νότες για το πρόγραμμα, θα τις είχαν απ’ την πρώτη στιγμή!» 

Image
0496850940934

Και με τη σκέψη στο ίδιο το έργο, έτσι κι αλλιώς, στο επίκεντρό του από μορφές δεν μπορούσε να μην ξεχωρίσει η μορφή του Παπαγιαννόπουλου. Και μάλιστα σε δύο ρόλους. Στον ένα, αν και Διονύσης στο όνομα ο ίδιος, δεν έκανε τον Νιόνιο του θεάτρου σκιών αλλά τον Καραγκιόζη. Στον άλλο του ρόλο έκανε τον Κολοκοτρώνη, αλλά σαν το γνωστό του άγαλμα στην οδό Σταδίου. Μην περιμένετε όμως εκεί να δείτε τον γνωστό καθοδηγητή, που μας δείχνει με το χέρι του τον παντοτινό αγώνα. Ο δικός του ρόλος είχε έναν Κολοκοτρώνη που σε έκανε να ξεκαρδιστείς στα γέλια! Και λες, καλά, πώς συνέβη αυτό; Συνέβη, γιατί ο Καμπανέλλης είχε την τολμηρή ιδέα να παρουσιάσει τον Γέρο του Μωριά χωρίς το άλογό του, αλλά σαν ακίνητο άγαλμα με το χέρι του να δείχνει μπροστά, όπως στην οδό Σταδίου. Σ’ αυτή τη στάση ασάλευτος, ο Παπαγιαννόπουλος ζητάει από ένα παιδί, που περνάει χορεύοντας με γουόκμαν, να του ξύσει την πλάτη, γιατί τον έχει πεθάνει η φαγούρα και γιατί έτσι που του έχει ο γλύπτης καμωμένα τα χέρια του, ούτε αυτό το απλό πράγμα δεν μπορεί να κάνει από μόνος του! Μετά, του ζητάει να τον βοηθήσει να ξεπιαστεί, κατεβάζοντάς του με τα δυό του χέρια το τεντωμένο του χέρι που πάντα δείχνει μπροστά. Μόλις τελειώσει, με τέτοιες ιλαρές στιγμές, η ακαμψία του σαν άγαλμα, ο Παπαγιαννόπουλος πάει μπροστά στη σκηνή. Και σαν πραγματικός Κολοκοτρώνης απευθύνεται κατευθείαν στο κοινό: «Για ακούτε βρε τωρινοί Έλληνες. Άμα σας φέρνουνε για παράδειγμα εμάς τους πεθαμένους, μάθετε να ξεχωρίζετε με ποιά πονηριά σάς το λένε…Κι άμα σας λένε για την ελευθεριά που πολεμήσαμε, να τη βλέπετε πρώτα αν έχει τέσσερα μάτια. Δύο μπροστά για να βλέπει τον κατακτητή και δύο πίσω για να βλέπει εκείνον που θέλει να φύγει ο κατακτητής για να γίνει αφέντης αυτός. Προσέχετε Έλληνες, εμείς οι παλιοί, όσο ζούσαμε, πολλά επικραθήκαμε κι αδικηθήκαμε. Κι αν θέτε στ’ αλήθεια να τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε το δικό σας δρόμο, πάτε μπροστά κι αγωνιστείτε! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και δεν μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς αγράμματοι, μ’ ένα ξεροκομματο και με την πίστη στο Χριστό κάναμε θαύματα! Πού’σαι, ορέ Καραισκάκη, να τα πεις καλύτερα! Εμείς επολεμήσαμε για να’χετε εσείς τα γράμματα και το ψωμί που δεν είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε μια ζωή ανθρώπινη. Αφήστε τον δικό μας αγώνα και κοιτάτε τον δικό σας».

      Ο Βεληγκέκας, ο ψηλόσωμος Τουρκαλβανός πιάνει στο τέλος έναν έναν τις ζωντανές φιγούρες του Θεάτρου Σκιών (τον Μπαρμπαγιώργο, τον Σταύρακα, τον Νιόνιο και τους άλλους) και τους σπρώχνει στη μαύρη σπηλιά «να τους τρώει ο Δράκος (η Χούντα)» και να γίνουν πραγματικά σκιές. Αλλά του ξεφεύγει ο Καραγκιόζης (το αδούλωτο πνεύμα του βασανισμένου λαού) που τον έκανε καμπουριασμένο ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Βεληγκέκας: Έλα μέσα... Καραγκιόζης: Είναι πιο βολικά εδώ. Βεληγκέκας: Έλα που σου λέω. Καραγκιόζης: Κάτω τα ξερά σου. Βεληγκέκας: Έλα να σε πιάκω ορέ, να σε πάω στο Δράκο. Καραγκιόζης: Αμάν, ο Κολοκοτρώνης! (δείχνει στα ψέματα σε μια τυχαία κατεύθυνση) Βεληγκέκας (σαστίζει): Όρε μανούλα μου, πάμε χαμένοι! (Γιατί οι Τουρκαλβανοί τρέμαν όλους τους Κολοκοτρωναίους που τους είχαν δημιουργήσει ψυχολογικό τραλαλά). Έτσι, ο Καραγκιόζης καταφέρνει και ξεφεύγει τρέχοντας.

Image
096580540943

Από το εμβληματικό σύνθημα «Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία» που ήταν αναρτημένο σαν γενικό αίτημα στο κεντρικό κτίριο του Πολυτεχνείου, οι Έλληνες μέχρι τώρα ακολουθούν μόνο το «Ψωμί». Τα υπόλοιπα δύο έχουνε μείνει στα ζητούμενα, δηλαδή στα αζήτητα. Στην παιδεία, για παράδειγμα, σήμερα όλοι βγάζουν πανεπιστήμια, αλλά δεν ξέρουν ορθογραφία. Κάποιος λέει «Αν έγινε κακή διαχείριση και υπήρξε διαφθορά από τις κυβερνήσεις και αν πολλοί πολίτες δεν ήθελαν «ψωμί» αλλά τέσσερα σπίτια και τέσσερα αυτοκίνητα ανά άτομο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Άλλο ψωμί, άλλο απληστία. Η Ελλάδα είχε όλες τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες να θρέψει πολύ καλά όλους τους κατοίκους της και να έχει ακόμα ψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Βέβαια, αυτό απαιτεί οι πολίτες να σκέφτονται και το κοινό καλό, και όχι μόνο την πάρτη τους». Με αποτέλεσμα η παιδεία, δηλαδή η σημερινή αντίληψη, να έχει καταντήσει σκυλάδικα, Παναγιά και λούμπεν, ενώ η ελευθερία να έχει περιοριστεί μόνο στο να είσαι ελεύθερος να εκφράζεσαι, χωρίς βέβαια αντίκρισμα, γιατί ο καθένας έχει τη δικιά του γνώμη κι από πίσω της το δικό του συμφέρον..

      Τελικά η ελευθερία μας δεν ήρθε με την θεατρική προτροπή του «Μεγάλου μας Τσίρκου» και με το κάλεσμα «Συμπαράσταση Λαέ» των παιδιών του Πολυτεχνείου. Η ελευθερία μας ήρθε με το αίμα της Κύπρου.

      Αλλά τα χρόνια πέρασαν και η ευρύτερη περιοχή, έως την πλατεία Βάθης, στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, βρέθηκε στο επίκεντρο της υποβάθμισης που υπέστησαν αρκετές συνοικίες των Αθηνών. Ακολούθησε η σφοδρή οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της στον χώρο του θεάματος. Σε συνδυασμό με το εξαιρετικά υψηλό ενοίκιο του θεάτρου «Αθήναιον» από τη Σχολή όπου ανήκε, οδήγησαν στο κλείσιμό του το 2011. Πού ήταν το κράτος, ναι, πού ήταν το κράτος αυτό, που η έλλειψη παιδείας (δηλαδή αντίληψης και ελευθερίας) το κάνει πάντα να λείπει, όποτε είναι μπορετό; Ο χώρος, που ποτίστηκε με όλα τα ρεύματα του νέου ελληνικού θεάτρου, απέμεινε να ρημάζει, με τη μέσα και με την έξω όψη του να γίνονται μάρτυρες της γνώριμης ανθελληνικής αδιαφορίας για την ιστορική μας μνήμη. Εν τέλει, τον Νοέμβριο του 2019, η μπουλντόζα της κατεδάφισης ανέλαβε να εξαφανίσει ό,τι είχε απομείνει - 124 χρόνια από τον πανηγυρικό καιρό της ανέγερσής του.
 

Image
765676565756


Πραγματικά το Μεγάλο μας Τσίρκο…

 

 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση