ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιωσήφ, ο Θετός Πατήρ του Ιησού Χριστού

Ο Ιωσήφ τιμάται από την Εκκλησία ως ένας από τους Αγίους της, με δύο ξεχωριστές εορτές

98746985498

 “Τιμώ Ιωσήφ Μνήστορα της Παρθένου ως εκλεγέντα φύλακα ταύτης μόνον”
Συναξάριον Κυριακής μετά την Χριστού Γέννησιν
Τω Σεβασμιωτάτω Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας κ.κ. Κυρίλλω πάνυ ευλαβώς αφιερούται.

 Του Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκη*

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο πληρέστερος τίτλος του παρόντος άρθρου, καθώς συνάγεται από όλα όσα θα αναφέρουμε στη συνέχεια είναι ως εξής: “Ιωσήφ ο Μνήστωρ: Ο κατά νόμον θετός πατέρας του Ιησού Χριστού”. Προτίμησα την παρουσίαση του προσώπου του Ιωσήφ, αντί άλλου επίκαιρου θέματος της Εορτής των Χριστουγέννων, γιατί έχω την πεποίθηση, ότι, παρόλο που κατέχει μαζί με την Παναγία Θεοτόκο πρωταρχική θέση στο μέγα και ακατάληπτο Μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, εντούτοις η ζωή και το έργο του είναι σε πολλούς άγνωστα ή ελάχιστα γνωστά. Αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους, αλλά κυρίως στις ελάχιστες πληροφορίες των Ευαγγελίων καθώς και της Εκκλησιαστικής παραδόσεως περί αυτού. Ο Ιωσήφ, πρεσβύτης τότε στην ηλικία δέχτηκε κατά χρέος έναντι του Ιουδαϊκού Νόμου την προστασία της Θεοτόκου με το θεσμό της Μνηστείας. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν μια σύνθεση της προσωπικότητάς του. 

1. Το πρόσωπο του Ιωσήφ

Η σύνθεση μιας εικόνας της προσωπικότητας του Ιωσήφ είναι ένα δύσκολο επιχείρημα, που παρουσιάζει πολλά κενά, λόγω των ελάχιστων διαθέσιμων πληροφοριών, όπως προανέφερα. Βέβαια, είναι γνωστό ότι τα Ευαγγέλια δε γράφτηκαν για την ικανοποίηση της περιέργειάς μας, ούτε αποτελούν βιογραφίες του Ιησού Χριστού, αλλά κατέγραψαν με απόλυτη σαφήνεια το σκοπό της γεννήσεως Του: τη σωτηρία του ανθρώπου από την αμαρτία, η οποία ταλαιπωρούσε τον άνθρωπο και τον οδηγούσε στο θάνατο μακριά από τον Θεό. Γι’ αυτό εξάλλου ήταν πολύ έντονη στα χρόνια εκείνα, η πανανθρώπινη προσδοκία περί της εμφανίσεως ενός θείου Λυτρωτή, ως ειδικού απεσταλμένου του Θεού, προς σωτηρία πάντων, καθώς και ο Σωκράτης προείπε. Τα κενά που παρουσιάζονται για το πρόσωπο του Ιωσήφ, προσπάθησαν να συμπληρώσουν: α) Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ιδιαίτερα εκείνοι των πρώτων μετά Χριστόν αιώνων, με την ερμηνεία των σχετικών χωρίων του Ευαγγελίου περί αυτού, βασισμένοι στη ζωντανή ιστορική παράδοση της Εκκλησίας. Αυτοί έπρεπε οπωσδήποτε να αντιμετωπίσουν τους αιρετικούς, οι οποίοι, κατασκεύαζαν συμβάντα και διαστρέβλωναν τόσο τα γεγονότα όσο και την εικόνα του Ιωσήφ και της Μαρίας. Και β) Οι συγγραφείς των ψευδεπίγραφων Αποκρύφων ευαγγελίων, οι οποίοι όμως ήταν όλοι άνευ εξαιρέσεως αιρετικοί, με βάση τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις και επιδιώξεις, ανακατεύοντας τα ιστορικά δεδομένα με φανταστικά ή ακόμη και μυθικά στοιχεία, με διηγήσεις ενίοτε αχαλινώτου φαντασίας. Εντούτοις στα Απόκρυφα αυτά κείμενα υπάρχουν και πολλές ακριβείς ιστορικές πληροφορίες ενίοτε όμως συνυφασμένες με φανταστικά στοιχεία. Γι’ αυτό και πρέπει με μεγάλη προσοχή να χρησιμοποιούνται οι παρεχόμενες πληροφορίες τους, περί του μνήστορος Ιωσήφ, προς σύνθεση της κατά το δυνατόν περισσότερο ακριβούς και πλήρους εικόνας της ζωής του. Από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς της αρχαίας Εκκλησίας αναφέρουμε αποσπάσματα από το Μέγα Βασίλειο (330-379 μ.Χ.), και τον άγιο Επιφάνιο, επίσκοπο Κύπρου (315-403 μ. Χ.). Και από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια το λεγόμενο “Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου”, το “Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου” και την “Ιστορία του Μνήστορος Ιωσήφ”, τα οποία και ασφαλώς διασώζουν κάποια ιστορικά στοιχεία για τον Ιωσήφ. Ιδιαίτερα το “Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου” θεωρείται από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα δημοφιλή λαϊκά αναγνώσματα και περιέχει πολλές πληροφορίες για τον Ιωσήφ και τη Θεοτόκο.

    Αρχίζουμε μ’ ένα σχόλιο του διάσημου Γάλλου ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Paul Claudel (1868-1955), ο οποίος λέγει ότι “ο Λόγος (δηλ. ο Ιησούς Χριστός) είναι ο υιοθετημένος υιός της σιωπής, διότι ο Ιωσήφ ο μνήστωρ (ο θετός Του πατέρας) περνά μέσα στις σελίδες του Ευαγγελίου, χωρίς να προφέρει ούτε μια λέξη”! Και πραγματικά, μέσα στα Ευαγγέλια, ιδιαίτερα στο κατά Ματθαίον και κατά Λουκάν, τα οποία περιέχουν τις Γενεαλογίες και αναφέρουν ιστορικά στοιχεία περί της Γεννήσεως, ανατροφής, νηπιακής και παιδικής ηλικίας του Χριστού, έχουμε πληροφορίες περί του επαγγέλματος, της οικογένειας και της κατοικίας του Ιωσήφ, αλλά ουδένα λόγο του, καμία συνομιλία του. Περιγράφονται μόνο οι λογισμοί του και οι ενέργειές του. Υπηρετεί το μυστήριο της Παρουσίας του Υιού και Λόγου του Θεού στον κόσμο, με δέος, περίσκεψη και σιωπή. Κι όταν λογισμοί αμφιβολίας τον κυκλώνουν, κι όταν η ταραχή τού προκαλεί αβάσταχτο ψυχικό πόνο, τότε μιλάει ο ουρανός. 

Όπως αναφέρει ο Καθηγητής Μάρκος Σιώτης (1912-2003), η επιλογή του Ιωσήφ με το θεσμό της μνηστείας από τη θεία πρόνοια ως θετού πατέρα του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό νόμο, αποδείχθηκε επιβεβλημένη για την προστασία του μυστηρίου της θείας ενσαρκώσεως, την προστασία δηλαδή του νηπιάσαντος Θεανθρώπου Ιησού, και της αειπαρθένου Μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου. Πρόκειται για τη συγκάλυψη του Μυστηρίου. Η ακαταληψία του Μυστηρίου τούτου από τους ανθρώπους δημιούργησε τις πολλές και ποικίλες τραγικές παρεξηγήσεις του προσώπου του Ιωσήφ, όπως και της Μαρίας, στο πέρασμα των αιώνων. Γι αυτό και επιβαλλόταν ήδη από την πρώτη στιγμή της κυοφορίας της Μαρίας και στη συνέχεια, κατά τον κατάλληλο τρόπο, η συγκάλυψη και προστασία της θείας ενσαρκώσεως από τα βλέμματα εκείνων, οι οποίοι δεν είχαν έκτοτε και μέχρι σήμερα τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Ιησού, την ιδιότητά Του ως Μεσσία. Κατά το Μέγα Βασίλειο “η μνηστεία του Ιωσήφ γι’ αυτό επινοήθηκε, για να ξεγελαστεί ο άρχοντας του κακού αυτού του κόσμου, δηλαδή ο Διάβολος, από την παρθενία της Μαρίας”. Η συγκάλυψη του Μυστηρίου της ενσαρκώσεως άρχισε με τη φυσιολογική εγκυμοσύνη της Μαρίας, αλλά καθ’ υπέρβαση των νόμων της φύσεως, εν Αγίω Πνεύματι, με τη δύναμη του Υψίστου, που κάλυψε τη Μαρία (Λουκ. 1,35), καθώς και με τη φυσιολογική γέννηση του Ιησού Χριστού. Και τα δύο αυτά γεγονότα ήταν φυσικό να προϋποθέτουν στη σκέψη των ανθρώπων του περιβάλλοντος της Μαρίας την ύπαρξη εκτός της φυσικής μητέρας του Χριστού και του φυσικού πατέρα Του. Για την ικανοποίηση της σκέψεως αυτής η θεία πρόνοια είχε μεριμνήσει κατά τον πλέον ασφαλή τρόπο τη μνηστεία της παρθένου Μαρίας με τον εν χηρεία υπερήλικα Ιωσήφ, ώστε να μη δημιουργηθεί καν θέμα ούτε ηθικό, ούτε κοινωνικό, ούτε και νομικό, το οποίο θα έθετε σε θανάσιμο κίνδυνο το κυοφορούμενο μέγα Μυστήριο και την Παναγία Θεοτόκο Μητέρα. Ας δούμε όμως πρώτα την καταγωγή του Ιωσήφ. 

 2.  Η καταγωγή του Ιωσήφ

Στους γενεαλογικούς καταλόγους των Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά, ο Ιωσήφ έχει διαφορετικούς πατέρες. Κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο (1, 15-16) ο Ιωσήφ ήταν γιος του Ιακώβ, κάποιου απογόνου του βασιλέως Δαβίδ. Κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά όμως (3,23), ο πατέρας του Ιωσήφ ονομαζόταν Ηλί. Άραγε πρόκειται περί λάθους ή ασυμφωνίας των Ευαγγελίων; Όπως εξηγεί και πάλι ο Καθηγητής Μ. Σιώτης, ασφαλώς όχι! Πρόκειται περί δύο εξ αίματος ομοπατρίων και ομομητρίων αδελφών. Η μεταξύ των Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά διαφορά ως προς το όνομα του πατέρα του Ιωσήφ δεν οφείλεται σε λάθος, αλλά στη μνεία από μεν το Ματθαίο του φυσικού πατέρα του Ιωσήφ, από δε το Λουκά του κατά τον νόμον πατέρα του. Δηλαδή ο Ιωσήφ είχε δύο πατέρες, τον Ιακώβ και τον Ηλί. Ο Ηλί απέθανε άτεκνος. Τη χήρα γυναίκα του έλαβε σύζυγο κατά την αυστηρή διαταγή του Ιουδαϊκού νόμου ο αδελφός του Ιακώβ, ο οποίος και εγέννησε από αυτή τον Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ δηλαδή προήλθε από το λεγόμενο ανδραδελφικό ή αλλιώς Λευιρατικό γάμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μωυσέως στην Παλαιά Διαθήκη (Δευτ. 25,5 και Ματθ. 22, 23-30). Ο Λευιρατικός ή ανδραδελφικός γάμος αποτελεί μία από τις διατάξεις του Δευτερονομίου (Δευτ. 25,5-10), το οποίο ορίζει ότι εάν συγκατοικούν αδελφοί και ένας από αυτούς έγγαμος πεθάνει χωρίς να έχει αρσενικά τέκνα, τότε μπορεί να λάβει τη χήρα του ο άλλος αδελφός για να αποκτήσει ο νεκρός αδελφός αρσενικό τέκνο, το οποίο θεωρείται νομικά απόγονος του αποθανόντος με πλήρη κληρονομικά δικαιώματα. Το καθεστώς αυτό προέρχεται από την αρχή της οικογενειακής ευθύνης και επιδιώκεται διαιώνιση του ονόματος και της οικογένειας μέσω όλων των αρσενικών μελών της οικογένειας. Για την μητέρα του Ιωσήφ, (την κοινή σύζυγο των ομοπατρίων και ομομητρίων αδελφών Ηλί και Ιακώβ), τίποτα δεν είναι γνωστό. 

    Στα ευαγγέλια παρουσιάζονται ως τόποι καταγωγής και κατοικίας του Ιωσήφ οι πόλεις Βηθλεέμ, Ιερουσαλήμ και η Ναζαρέτ. Προς την Ιερουσαλήμ συνέδεε τον Ιωσήφ η μνηστεία του με την Παρθένο Μαρία, η οποία είχε γεννηθεί εκεί και περάσει τα παιδικά χρόνια της ζωής της στο Ναό της πόλεως αυτής. Στην Ιερουσαλήμ επίσης, κοντά στο Ναό, ήταν  η οικία των γονέων της και ασφαλώς εκεί θα διέμεναν ο Ιωσήφ και η Μαρία μετά τη γέννηση του Χριστού, κατά τις αναβάσεις των στο Ναό. Η καταγωγή του από τους απογόνους του Δαβίδ και λόγοι πατρικής κληρονομίας ίσως συνέδεαν τον Ιωσήφ με την πόλη της Βηθλεέμ, αφού εκεί ήταν πολιτογραφημένος, που σημαίνει επίσης ότι  είναι πιθανό να γεννήθηκε εκεί. (Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου, καταγόταν από τη Βηθλεέμ). Προς την πόλη της Ναζαρέτ, όπου εγκαταστάθηκε με θεϊκή εντολή, συνέδεε τον Ιωσήφ η μόνιμη διαμονή της οικογένειάς του εκεί και μάλιστα πριν και μετά τη μνηστεία της Παρθένου Μαρίας. Εκεί έγινε ο Ευαγγελισμός της Μαρίας και εκεί επίσης ασκούσε το επάγγελμα του ξυλουργού ο Ιωσήφ.  

 3. Ο Γάμος και τα τέκνα του Ιωσήφ. 

Οι συγγραφείς οι οποίοι αναφέρονται στο πρόσωπο του Ιωσήφ, ομιλούν περί του γάμου του με την πρώτη του γυναίκα, από την οποία απέκτησε τέσσερις γιους και δύο θυγατέρες (υπάρχει και παράδοση περί τριών θυγατέρων) και η οποία στη συνέχεια πέθανε. Τρία ονόματα αναφέρονται ως τα ονόματα της γυναίκας αυτής του Ιωσήφ, είναι δε αυτά: Μελχά, Εσσά και το επικρατέστερο Σαλώμη. Αναφέρονται επίσης και τα ονόματα των γιων του, που είναι αυτά που υπάρχουν και στα Ευαγγέλια, ως αδελφοί του Χριστού: Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων και Ιούδας. Τα ονόματα των θυγατέρων του, αδελφών του Χριστού (Μαρκ. 6,3) όπως αναφέρει ο Επιφάνιος Κύπρου είναι Μαρία και Σαλώμη, αλλά δεν αναφέρονται στα Ευαγγέλια. (Αυτοί που δέχονται ότι ο Ιωσήφ είχε αποκτήσει τρεις θυγατέρες αναφέρουν και την Εσθήρ). Στο απόκρυφο βιβλίο “Ιστορία του μνήστορος Ιωσήφ” αναφέρονται Λυδία και Λυσία. (Μάλλον απίθανο, καθόσον πρόκειται περί ελληνικών ονομάτων). Τα παιδιά αυτά του Ιωσήφ παρουσιάζονται ηλικιωμένα κατά την παιδική ηλικία του Ιησού Χριστού. Όπως γράφουν και τα Ευαγγέλια πρωτότοκος πρέπει να ήταν ο Ιάκωβος, ο οποίος αργότερα ονομάστηκε “αδελφόθεος”, δηλαδή πήρε τον τίτλο “αδελφός” του Ιησού Χριστού. Ο Ιωσήφ ήταν ήδη σαράντα χρόνων, όταν γεννήθηκε ο Ιάκωβος. Σύμφωνα με το “Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου”, τα παιδιά του Ιωσήφ ήταν μαζί του κατά την απογραφή στη Βηθλεέμ και τη γέννηση του Χριστού. Για αυτούς που λέγουν ότι ο Ιωσήφ είχε αποκτήσει τα παιδιά αυτά από την Παρθένο Μαρία, ο Επιφάνιος απαντά: “Ουδαμού ηκούσαμεν ότι ο Ιωσήφ εγέννησεν υιούς εκ της Παρθένου Μαρίας”. 

    Η ιστορική παράδοση της Εκκλησίας ομόφωνα παρουσιάζει τον Ιωσήφ ως δίκαιο, θεοσεβή, έντιμο και αφοσιωμένο οικογενειάρχη, εκτιμώμενο από όλους τους συμπολίτες του, ο οποίος εξασκούσε το επάγγελμα του ξυλουργού εντός και εκτός Ναζαρέτ, για να ζήσει την οικογένειά του. Έτσι στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (13,55), διαβάζουμε ότι ο Ιωσήφ ήταν τέκτων, το οποίο μεταφράζεται ξυλουργός, και στο ευαγγέλιο του Μάρκου, το ίδιο επάγγελμα εξασκούσε και ο Ιησούς (6,3). Τα απόκρυφα ευαγγέλια αναφέρουν ότι ο Ιωσήφ κατασκεύαζε “ζυγούς και άροτρα”. Έτσι το “Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου”, όπως θα δούμε πιο κάτω, γράφει ότι “ο Ιωσήφ άφησε το σκεπάρνι και πήγε να συναντήσει τους ιερείς” (9,1). Δεν αποκλείεται βέβαια η απόδοση της ιδιότητας του ξυλουργού και στον Ιησού Χριστό να οφείλεται στο γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα μέχρι της ενάρξεως του διδακτικού του έργου ο Ιησούς βοηθούσε τον Ιωσήφ στη Ναζαρέτ, ενώ ο ίδιος ουδεμία επίσημη επαγγελματική ιδιότητα κατείχε. Πιθανότερη φαίνεται η εκδοχή ότι το ξυλουργικό επάγγελμα του Ιωσήφ εξασκούσαν μαζί του και οι τέσσερις γιοι του. 

4. Ο θάνατος της πρώτης γυναίκας του Ιωσήφ και η μνηστεία του με τη Μαρία. 

Για τα περιστατικά του θανάτου της γυναίκας του Ιωσήφ και περί της χηρείας του, ουδέν είναι γνωστό αλλά μόνο περί της ηλικίας του. Ο επίσκοπος Κύπρου Επιφάνιος παρουσιάζει τον Ιωσήφ, περίπου ογδοηκονταετή κατά το χρόνο της μνηστείας του, με την Παρθένο Μαρία. Κατά τον συγγραφέα του Αποκρύφου “Ιστορία του Ιωσήφ” ήταν 40 ετών όταν έγινε ο γάμος του με την πρώτη του γυναίκα και εχήρευσε σε ηλικία 89 ετών και σε ηλικία 90 ετών μνηστεύθηκε την Μαρία. Κατά πόσον οι ηλικίες αυτές ανταποκρίνονται προς την ακριβή ιστορική παράδοση είναι δύσκολο να λεχθεί. Πάντως δεν είναι μεγάλη η διαφορά μεταξύ της πληροφορίας του Επιφανίου και της Απόκρυφης “Ιστορίας του Ιωσήφ”. Η μεγάλη ηλικία του Ιωσήφ κατά το χρόνο της μνηστείας του με τη Θεοτόκο αποτελεί συνείδηση της αρχαίας Εκκλησίας διότι αυτή προβαλλόταν και βιολογικά ως ισχυρό επιχείρημα εναντίον των αιρετικών, οι οποίοι, όπως είπαμε, θεωρούσαν τα τέκνα του Ιωσήφ ως τα τέκνα και της Μαρίας. 

    Η στενή συσχέτιση της χηρείας του Ιωσήφ με τη μνηστεία του με την Παρθένο Μαρία από τους διάφορους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ερμηνεύεται από τον ιδιάζοντα αν και όχι ασυνήθιστο χαρακτήρα της μνηστείας αυτής. Ο ιδιάζων χαρακτήρας αυτής της μνηστείας κατανοείται από την υποχρέωση του ιερατείου του Ναού των Ιεροσολύμων στο περιβάλλον του οποίου έζησε η Παρθένος Μαρία τα παιδικά χρόνια της ζωής της, η οποία στο μεταξύ είχε ενηλικιωθεί και είχε μείνει ορφανή από γονείς, να ενδιαφερθεί για την κοινωνική της προστασία και αποκατάσταση.

5. Ο Ιουδαϊκός Γάμος

 Και εδώ προβάλλει το θέμα του Ιουδαϊκού γάμου, για τον οποίο θα μιλήσουμε συνοπτικά. Περιλάμβανε τρία στάδια: Το Λογόδοσμα, τη Μνηστεία και το Γάμο. Το πρώτο, το λεγόμενο Λογόδοσμα (ή Λογοδοσία), γινόταν κατά την παιδική ηλικία του ζευγαριού. Γινόταν με συμφωνία συνήθως μεταξύ των γονέων, ή από επαγγελματίες προξενητές, χωρίς καν το εμπλεκόμενο ζευγάρι να έχει δει ο ένας τον άλλο. Το δεύτερο ήταν η Μνηστεία. Ήταν το στάδιο κατά το οποίο γινόταν η επικύρωση ή επισημοποίηση της Λογοδοσίας. Διαρκούσε ένα έτος και μπορούσε να διαλυθεί, εάν το κορίτσι δεν ήθελε να συνεχίσει. Αλλά εφόσον έδινε τη συγκατάθεσή της, η μνηστεία ήταν απολύτως δεσμευτική. Το κορίτσι του οποίου ο μνηστήρας πέθαινε κατά το έτος της μνηστείας ονομαζόταν “η παρθένος που είναι χήρα”. Κατά τη διάρκειά της το ζευγάρι ήταν γνωστό ως σύζυγοι, άντρας και γυναίκα αλλά δεν είχαν τα δικαιώματα άντρα -γυναίκας. Σ’ αυτό το στάδιο ήταν ο Ιωσήφ και η Μαρία. Γι’ αυτό και ο Ιωσήφ καλείται “ανήρ αυτής”, της Παρθένου Μαρίας, η δε Μαρία καλείται “γυναίκα του Ιωσήφ”. Το τρίτο στάδιο ήταν ο Γάμος, ο οποίος γινόταν στο τέλος του έτους της Μνηστείας. 

    Επί του παρόντος με αυτές τις προϋποθέσεις, οι πληροφορίες που μας δίνει το Απόκρυφο “Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου” βασίζονται οπωσδήποτε στην καθαρή ιστορική πραγματικότητα, κατά την οποία η μνηστεία της ορφανής από γονείς Παρθένου Μαρίας με τον υπερήλικα και εν χηρεία Ιωσήφ, είχε πρωτίστως τον χαρακτήρα της προστασίας της μνηστής του. Διαβάζουμε εκεί για την Μαρία, ότι οι γονείς της την παρέδωσαν  σε ηλικία τριών χρόνων στο Ναό, αφιερώνοντάς την στο Θεό.  Στο Ναό έζησε η Μαρία επί δώδεκα χρόνια. Σε ηλικία 15 ετών, οι ιερείς του Ναού αποφάσισαν να καλέσουν τους εν χηρεία άντρες του λαού, να φέρει καθένας από ένα ραβδί και σε όποιον ο Κύριος δείξει κάποιο σημάδι αυτού θα γίνει γυναίκα η Μαρία. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρισκόταν και ο Ιωσήφ. Και τότε ο αρχιερέας Ζαχαρίας, μπήκε στα Άγια των Αγίων και προσευχήθηκε για τη Μαρία. 

Αλλά ας παραθέσουμε τη συνέχεια από το “Πρωτευαγγέλιο”: “Ο Ιωσήφ έριξε το σκεπάρνι και πήγε να τους συναντήσει. Όταν συγκεντρώθηκαν, πήγαν με τα ραβδιά στον αρχιερέα. Εκείνος πήρε τα ραβδιά όλων, εισήλθε στο Ναό και προσευχήθηκε. Αφού τελείωσε την προσευχή, πήρε τα ραβδιά, βγήκε και τους τα παρέδωσε. Κανένα όμως σημάδι δεν υπήρχε σε αυτά. Το τελευταίο ραβδί το πήρε ο Ιωσήφ και να, ένα περιστέρι ξεπήδησε από το ραβδί και πέταξε πάνω στο κεφάλι του Ιωσήφ. Ο ιερέας είπε τότε στον Ιωσήφ: «Σε σένα έλαχε ο κλήρος να παραλάβεις την παρθένο του Κυρίου υπό την προστασία σου».  Ιωσήφ όμως απάντησε: «Έχω γιους και είμαι γέρος, ενώ αυτή είναι νεαρή, θα με περιγελάσουν οι υιοί Ισραήλ». Και ο ιερέας αποκρίθηκε στον Ιωσήφ: «Φοβήσου τον Κύριο, τον Θεό σου, και θυμήσου τι έκανε ο Θεός στον Δαθάν, τον Αβειρών και τον Κορέ, πως δηλαδή σχίστηκε η γη και τους κατάπιε εξαιτίας της αντιλογίας τους. Και τώρα φοβήσου και εσύ Ιωσήφ, μήπως συμβούν αυτά στο σπίτι σου». Φοβήθηκε ο Ιωσήφ και την παρέλαβε υπό την προστασία του. Και είπε ο Ιωσήφ στη Μαρία: «Να, σε παρέλαβα από το Ναό του Κυρίου και τώρα σε αφήνω στο σπίτι μου, πηγαίνω να χτίσω τις οικοδομές μου και θα επιστρέψω κοντά σου: Ο Κύριος θα σε διαφυλάξει» (9, 1-3). 

    Εδώ παρατηρούμε ότι η εκλογή του Ιωσήφ ως προστάτη της Μαρίας γίνεται με μια εκπληκτική θεοσημία, (δηλαδή σημείο από το Θεό, με το περιστέρι, που ξεπήδησε από το ραβδί και πέταξε πάνω στο κεφάλι του Ιωσήφ) και η οποία αποκλείει το ενδεχόμενο αμφισβήτησης του ήθους και της αξίας του Ιωσήφ, ως εκλεγμένου από το Θεό. Έτσι πρέπει να κατανοηθεί η δια της μνηστείας αυτής παραλαβή της Παρθένου Μαρίας από τον Ιωσήφ απ’ ευθείας από το περιβάλλον του Ναού στο σπίτι του. Η παραλαβή αυτή δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση της επίσημης εξαγγελίας της ημέρας του γάμου τους στους αρμόδιους εκπροσώπους του ιερατείου. Στην περίπτωση αυτή ο Καθηγητής Μάρκος Σιώτης διερωτάται αν μετά από τη μνηστεία συντάχθηκε πρακτικό γάμου. Και απαντά: Μάλλον πρέπει να γίνει δεκτό, ότι τοιούτο θέμα δεν ετέθη καν ούτε από τον Ιωσήφ, ούτε από την Παρθένο Μαρία. 

    Η διαπίστωση της εγκυμοσύνης της Μαρίας από τον Ιωσήφ τον έθετε προ του διλήμματος της καταγγελίας επί μοιχεία, η οποία συνεπαγόταν το λιθοβολισμό της (Λευιτικόν, 20,10), ή της εμφανίσεώς του ως πατέρα του κυοφορουμένου (Δευτερονόμιον 22,28-29). Για τον Ιωσήφ το δίλημμα τούτο εξέλιπε από τη στιγμή που βεβαιώθηκε από το Θεό με την εμφάνιση του αγγέλου στον ύπνο του. Εδώ ας παραθέσουμε από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου: “Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις έγινε ως εξής: Η μητέρα του, η Μαρία αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ. Προτού όμως συνευρεθούν, έμεινε έγκυος με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Ο μνηστήρας της Ιωσήφ επειδή ήταν δίκαιος και δεν ήθελε να τη διαπομπεύσει, αποφάσισε να διαλύσει τον αρραβώνα, χωρίς επίσημη διαδικασία. Όταν όμως κατέληξε σ’ αυτή τη σκέψη, του εμφανίστηκε στον ύπνο του ένας άγγελος σταλμένος από το Θεό και του είπε: «Ιωσήφ, απόγονε του Δαυίδ, μη διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, τη γυναίκα σου, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει γιο, τον οποίο θα ονομάσεις Ιησούν, διότι αυτός θα σώσει τον λαόν του από τις αμαρτίες τους...Όταν ξύπνησε ο Ιωσήφ, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Κυρίου και πήρε στο σπίτι του τη Μαρία τη γυναίκα του. Και δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της ωσότου γέννησε τον γιο της τον πρωτότοκο και του έδωσε το όνομα Ιησούς» (Ματθ. 1, 18-25). Σχολιάζοντας αυτό το εδάφιο ο Μέγας Βασίλειος λέγει χαρακτηριστικά: “Σχετικά με το χωρίο πού λέει ότι: «Δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της, ωσότου γέννησε τον Υιό της», η λέξη «ωσότου» σε πολλές περιστάσεις φαίνεται πώς υποδηλώνει κάποιον χρονικό περιορισμό, στην πραγματικότητα όμως δείχνει κάτι αόριστο. Παρόμοιο είναι κι αυτό πού είπε ο Κύριος: «Κι εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα, ως τη συντέλεια του κόσμου”.

    Έτσι παρουσιάζεται ο Ιωσήφ σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες των Ευαγγελίων, ως μνηστήρ και ταυτόχρονα άντρας της Θεοτόκου, προστάτης, και ως κατά νόμον θετός πατέρας του εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού, κατά τη βρεφική, νηπιακή και παιδική του ηλικία. Οι Ευαγγελιστές πάντως αποκλείουν κατηγορηματικά τη φυσική πατρότητα του Ιησού Χριστού από τον Ιωσήφ. Αυτό δηλώνεται επίσης κυρίως και σαφώς με την έκφραση από τον Ευαγγελιστή Λουκά, “ων υιός ως ενομίζετο, του Ιωσήφ”, δηλαδή “καθώς νόμιζαν ήταν γιος του Ιωσήφ” (Λουκ.3,23). Γι’ αυτό η μνηστεία της Θεοτόκου αποτελεί βασική και ουσιαστική παράδοση και διδασκαλία της Αποστολικής Εκκλησίας. Η αλήθεια αυτή αποτυπώνεται τόσο στην Υμνολογία της, όσο και στην Ορθόδοξη εικόνα της Γεννήσεως, όπου ο δίκαιος Ιωσήφ κάθεται κάτω στο δεξιό μέρος συλλογισμένος και στεναχωρημένος. Και μπροστά του ίσταται ένας τσομπάνης γέρων, με προβιά (πρόκειται για το διάβολο), σαν να τον ρωτά τι έχει και είναι λυπημένος.

 6. Το ύδωρ της ελέγξεως

 Κατά το Απόκρυφο “Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου” η διαπίστωση της εγκυμοσύνης της Μαρίας θορύβησε και το ιερατείο, το οποίο προέβηκε στη διαπίστωση της αγνότητάς της με τη διαδικασία τελετουργικού, που ονομαζόταν “ύδωρ της ελέγξεως Κυρίου”, “ύδωρ του ελεγμού ή της ζηλοτυπίας” ή αλλιώς “πικρό νερό” (Αριθ. 5, 15-31), το οποίο δόθηκε και στους δύο. Η πόση του συγκεκριμένου νερού προκαλούσε πρήξιμο του στομάχου, εμετό και λιποθυμία, όμως ο Ιωσήφ και η Μαρία έμειναν αβλαβείς! Αλλά ας πάμε πάλι στο Πρωτευαγγέλιο:  “Είπε ο ιερέας στον Ιωσήφ: «Δώσε πίσω την παρθένο που παρέλαβες από το Ναό του Κυρίου». Τότε ο Ιωσήφ άρχισε να κλαίει. Ο ιερέας συνέχισε: «Θα σας δώσω να πιείτε το ύδωρ της ελέγξεως του Κυρίου που θα φανερώσει ενώπιόν σας τις αμαρτίες σας». Πήρε ο ιερέας και έδωσε στον Ιωσήφ να πιει, στέλνοντάς τον στο βουνό. Και επέστρεψε σώος. Έδωσε και στη Μαριάμ να πιει στέλνοντάς την στο βουνό. Και επέστρεψε σώα. Θαύμασε τότε όλος ο λαός, αφού δεν βρέθηκε αμαρτία σε αυτούς. Και είπε ο ιερέας: «Αφού ο Κύριος δεν αποκάλυψε αμαρτίες σε σας, ούτε εγώ σας κατακρίνω» και τους άφησε ελεύθερους. Πήρε ο Ιωσήφ τη Μαριάμ και επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος και δοξάζοντας το Θεό του Ισραήλ” (16, 1-3). 

    Όπως και αν έχει το πράγμα, η μη αποπομπή της Παρθένου Μαρίας από τον Ιωσήφ μετά τη διαπίστωση της εγκυμοσύνης της (και η δικαίωσή του από το ιερατείο), του παρείχε το δικαίωμα της εμφανίσεώς του ως πατέρα του Ιησού Χριστού και ως συζύγου της Θεοτόκου. Έτσι εξηγείται ότι ο Ιωσήφ αν και δεν είναι βιολογικός πατέρας του Ιησού, μπροστά όμως στο νόμο και τη δημόσια γνώμη, ήταν ο αληθινός Του πατέρας. Και ενεργεί ως αληθινός πατέρας με όλα τα δικαιώματα, που του παρέχει ο νόμος, όπως όταν δίνει το όνομα στο βρέφος, σύμφωνα με την εντολή του Αγγέλου και όταν Το παρουσιάζει στο Ναό κατά την τεσσαρακοστή μέρα της γεννήσεώς Του. Το ίδιο και η Παρθένος Μαρία αναλαμβάνει τις ευθύνες της άνευ γάμου κατά φύση και υπέρ φύση Μητέρας του Θεού.

    Αυτό ακριβώς βλέπουμε και στα λόγια της Παναγίας προς τον δωδεκαετή πλέον Ιησού, όταν τελικά τον βρήκαν – μετά από τριήμερη αναζήτηση – στο Ναό να συζητά με τους ιερείς, κατά την εορτή του Πάσχα: “Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζητούμεν σε”. “Ο πατέρας σου κι εγώ σε αναζητούσαμε με πολλή αγωνία” (Λουκ. 2, 48-49).  (Πράγματι, η Παναγία δεν είπε “ο Ιωσήφ”, αλλά “ο πατήρ σου”). Ο δε Ιησούς, αποκριθείς, αποδέχτηκε την πατρότητα του Ιωσήφ: “Τι ότι εζητείτε με; ουκ οίδειτε ότι εν τοις του πατρός μου δει είναι με;”. “Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα μου;” Και έτσι παρουσιάζεται ο Ιωσήφ σε όλο το μετέπειτα βίο του με ευλάβεια και φόβο Θεού ως ο κατά νόμον θετός πατέρας του Ιησού Χριστού και ως ο κατά νόμον οικογενειακός προστάτης της μνηστής του, Παρθένου Μαρίας. Δεν πρέπει να λησμονείται εξάλλου ότι και οι δυο τους υπήρξαν οι πρώτοι και πλέον αξιόπιστοι μάρτυρες της Θεότητας του Ιησού Χριστού. Όπως σημειώνει ο Καθηγητής Χρήστος Βούλγαρης, είναι τεραστίας σημασίας η άνευ οιασδήποτε αντιρρήσεως υπακοή του Ιωσήφ στις εντολές του Θεού, όπως φαίνεται στην παραλαβή της Παρθένου, στην περίπτωση της άμεσης αναχώρησης για την Αίγυπτο και την επιστροφή και εγκατάσταση στη Ναζαρέτ. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς ο οποίος είναι και ο μόνος πληροφοριοδότης των όσων γνωρίζουμε για την απογραφή και τα περιστατικά της γεννήσεως, ασφαλώς πληροφορήθηκε αυτά από την ίδια τη Θεοτόκο αργότερα κατά τα έτη 57-59, όταν έγραφε το Ευαγγέλιο.  

 7. Ο θάνατος του Ιωσήφ  

Σχετικά με το χρόνο και τα περιστατικά του θανάτου του μνήστορος Ιωσήφ, δεν υπάρχει καμία πληροφορία από την ιστορική παράδοση της Εκκλησίας. Μετά τη μνημόνευσή του από το Ευαγγέλιο στο γεγονός της επισκέψεως στο Ναό κατά το Πάσχα, με τον Ιησού δωδεκαετή, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (2, 41-52), σταματά κάθε αναφορά στο πρόσωπό του Ιωσήφ. Με βάση ορισμένα χωρία των Ευαγγελίων, διατυπώθηκε η πιθανότατα ορθή άποψη ότι πέθανε πριν την έναρξη της δημόσιας δράσεως του Ιησού Χριστού. Δύο γεγονότα από αυτά που τοποθετούνται από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη στην αρχή της δημόσιας δράσης του Ιησού είναι κάλλιστα δυνατό να θεωρηθούν ως έμμεσες μαρτυρίες υπέρ του θανάτου του Ιωσήφ πριν την έναρξη της  δημόσιας δράσης Του. Το πρώτο είναι η απουσία του από το γάμο της Κανά, όπου έγινε η αρχή των θαυμάτων Του. Και το δεύτερο η μετοίκηση του Χριστού από τη Ναζαρέτ στην Καπερναούμ, μετά το γάμο της Κανά, κατά την οποία ουδείς γίνεται λόγος περί του μνήστορος Ιωσήφ (Ιωαν. 2, 1-2 και 12). 

    Το απόκρυφο βιβλίο “Ιστορία του μνήστορος Ιωσήφ”, που απηχεί τις παραδόσεις χριστιανών της Αιγύπτου του 400 μ.Χ., αναφέρεται στα περιστατικά του θανάτου του, τα οποία έχουν αναντίρρητα, μυθιστορηματικό χαρακτήρα! Μάλιστα γράφεται και ακριβής ημερομηνία, ήτοι η 26η του μήνα “Επιφί”, που συμπίπτει προς τις μέρες 23 Ιουνίου-24 Ιουλίου.  Ο Ιωσήφ, γράφει, πέθανε σε ηλικία 111 ετών. Την πληροφορία αυτή δέχονται μάλιστα πολλοί μεταγενέστεροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Ο θάνατός του πριν από τη δημόσια δράση του Ιησού προβάλλει τη Ναζαρέτ ως τον τόπο της ταφής του. Εντούτοις νεώτεροι ερευνητές ομιλούν περί της ταφής του Ιωσήφ στα Ιεροσόλυμα. Αναφέρεται μάλιστα και παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Ιωσήφ είναι ένας από τους νεκρούς που αναστήθηκαν κατά τη Ανάσταση του Ιησού Χριστού, όπως αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (27, 52-53) και ο οποίος κατόπιν αναλήφθηκε στους ουρανούς.   

8. Η τιμή της Εκκλησίας στον Μνήστορα Ιωσήφ

Ο Ιωσήφ τιμάται από την Εκκλησία ως ένας από τους Αγίους της, με δύο ξεχωριστές εορτές, οι οποίες περιβάλλουν την εορτή των Χριστουγέννων, σε διαφορετικές ημερομηνίες. Την Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα και την Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα. Αυτό κατανοείται από τη δεσπόζουσα θέση την οποία κατέχει, κατά τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, στα περιστατικά της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Οι υμνογράφοι έχουν συνθέσει θεσπέσιους ύμνους προς το πρόσωπό του, στους οποίους αποτυπώνεται η θέση και ο ρόλος του στη  διακονία του Μυστηρίου της ενσαρκώσεως. Αυτό ακριβώς εκφράζεται, πιστεύω, στο παρακάτω τροπάριο, από την ακολουθία των Ωρών της παραμονής των Χριστουγέννων.

“Ιωσήφ, ειπέ ημίν, πώς εκ των αγίων ην παρέλαβες Κόρην, έγκυον φέρεις εν Βηθλεέμ; Εγώ φησι, τους Προφήτας ερευνήσας, και χρηματισθεὶς υπὸ Αγγέλου, πέπεισμαι, ότι Θεὸν γεννήσει η Μαρία ανερμηνεύτως· ού εις προσκύνησιν, Μάγοι εξ Ανατολών ήξουσι, συν δώροις τιμίοις λατρεύοντες. Ο σαρκωθεὶς δι' ημάς, Κύριε, δόξα σοι”. 

     Η παρουσίαση του Ιωσήφ άρχισε με μια φράση από τον ποιητή Paul Claudel, “ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο υιοθετημένος Υιός της σιωπής…” και κλείνει με μια παρόμοια, του Καθηγητού Βασιλείου Καλλιακμάνη, την οποία ας προσέξουμε ιδιαίτερα: “Εάν είναι αληθές ότι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος θα είναι η σιωπή, τότε ο Ιωσήφ, ο Μνήστωρ της Παρθένου, είναι τύπος του ανθρώπου του μέλλοντος αιώνος”.

(*) Ο κ. Εμμανουήλ Αθ. Λουκάκης είναι καθηγητής Β΄θμιας Εκπαίδευσης. 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση