ΑΠΟΨΕΙΣ
Η Ρώμη κυβερνάει τα καλοκαίρια μας
"Η Ρώμη κυβερνάει τα καλοκαίρια μας, καθιερώνοντας μέσα στο χρονικό τους διάστημα την υπενθύμιση της Δημοκρατίας, της Δικτατορίας, και της Απολυταρχίας. Πώς το κάνει αυτό; Ονοματίζοντας τους καλοκαιρινούς μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο"
Του Θανάση Γιαπιτζάκη
Ο Αλέξανδρος, με τις κατακτήσεις του, κάνοντας την επέκταση της ελληνικής γλώσσας από την Ελλάδα ως στην Ινδία, καθιέρωσε πολλές λέξεις της (πολιτισμού κυρίως) σε όλα τα λεξικά του σημερινού κόσμου (πρόβλημα, θεωρία, αστρονομία, λογική, επικό, έρως, πλανήτης, κλπ κλπ). Και μέσα από τις ελληνικές λέξεις κυβερνάει ακόμα και σήμερα.
Το ίδιο κάνει και η Ρώμη, όχι μόνο με τα λατινικά της σαν γλώσσα, αλλά και με την πολιτική της παρακαταθήκη. Για παράδειγμα - φωτεινό, μιας και μπήκαμε στο καλοκαίρι - η αποθήκευση της εξέλιξής της στους τρεις τρόπους διακυβέρνησης των δικών της κατακτήσεων. Η Ρώμη κυβερνάει τα καλοκαίρια μας, καθιερώνοντας μέσα στο χρονικό τους διάστημα την υπενθύμιση της Δημοκρατίας, της Δικτατορίας, και της Απολυταρχίας. Πώς το κάνει αυτό; Ονοματίζοντας τους καλοκαιρινούς μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο.
Συνηθισμένοι εμείς στα ονόματα που έχουν αυτοί οι τρεις μήνες, αναρωτιόμαστε γιατί υπάρχουν ερωτηματικά στο αυτονόητο. Κι όμως, οι ονομασίες, ειδικά των μηνών του καλοκαιριού, είναι μισές σκόπιμα όταν τις μαθαίνουμε και όχι ολοκληρωμένες. Έχουν τα ονόματα τριών πρωταγωνιστών της Ρωμαϊκής Ιστορίας που, όταν ζούσαν, γνωρίζονταν μεταξύ τους και με τις ζωές τους προκάλεσαν - στον δικό τους καιρό - τις ρηξικέλευθες πολιτικές μεταβολές στην τότε Ρώμη: Ιούνιος Βρούτος, Ιούλιος Καίσαρ, Αύγουστος Οκταβιανός. Δεν υπάρχει περίπτωση, όπως λένε μερικοί ανίδεοι, ο πρώτος μόνο καλοκαιρινός μήνας να έχει το όνομα της Ήρας (που στα λατινικά έτυχε να λέγεται Τζούνο και ηχητικά να μοιάζει με τον Ιούνιο) ούτε έχουν καμιά σχέση τα ονόματα των τριών καλοκαιρινών μηνών με διάφορα τραγούδια μας, όπως για παράδειγμα «Αύγουστε μήνα, μήνα και θεέ, | σ’ εσένα ορκιζόμαστε: | Πάλι του χρόνου να μας βρεις | στα βράχια να φιλιόμαστε».
Ο πιο άγνωστος από τους τρεις αυτούς κορυφαίους Ρωμαίους είναι σίγουρα ο Βρούτος. Οι άλλοι δυό έμειναν γνωστοί «με τον βίο και με την πολιτεία τους». Κι αυτό συμβαίνει, όπως πάντα, γιατί αυτός ήταν ο πιο αγνός, ο πιο ανιδιοτελής, με μια ζωή χωρίς να έχει ίντριγκες και σκάνδαλα. Κατάφωρη αδικία λοιπόν είναι που δεν τον μαθαίνουμε όπως τους άλλους δυό στο σχολείο ή στα σαλόνια μας. Μόνο ο Σαίξπηρ τον έχει σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τραγωδία του «Ιούλιος Καίσαρ» και σε περίοπτη θέση στο τέλος του θεατρικού του έργου, βάζοντας τον Μάρκο Αντώνιο να λέει για τον Βρούτο: «Αυτός ήταν ο πιο ευγενής Ρωμαίος απ’ όλους τους. Όλοι οι συνωμότες, εκτός από αυτόν, έκαναν ό,τι έκαναν από φθόνο για τον μεγάλο Καίσαρα. Μόνο αυτός, από μια τίμια γενική ιδέα και για το κοινό καλό, έγινε ένας απ’ αυτούς. Η ζωή του ήταν όμορφη, και τα στοιχεία έτσι ταιριασμένα μέσα του, που θα μπορούσε η Φύση να σταθεί και να πει σε όλο τον Κόσμο: «Αυτός ήταν Άνθρωπος!»
Ο Ιούνιος Βρούτος ήταν πολιτικός της τελευταίας Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Ήταν κοντά στον Ιούλιο Καίσαρα, όταν εκείνος ήταν στρατηγός. Οι προσπάθειες όμως του Καίσαρα να αξιώσει μεγαλύτερη δύναμη για τον εαυτό του, τον έφεραν σε μεγάλη αντιπαράθεση με τη ρωμαϊκή ελίτ και με τα μέλη της Συγκλήτου. Γι’ αυτό τον λόγο ο Βρούτος αντιτάχθηκε στον Καίσαρα και συντάχθηκε με τον Πομπήιο στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον των δυνάμεων του Καίσαρα. Ο Πομπήιος ηττήθηκε στα Φάρσαλα το 48 π.Χ. και ο Βρούτος παραδόθηκε στον Καίσαρα, που εκείνος όμως του έδωσε αμνηστία, δηλαδή τον συγχώρησε. Γιατί έγινε αυτό;
Ο Βρούτος, από τις οικογενειακές καταβολές του, ήταν βαθιά δημοκρατικός. Ανήγε την καταγωγή του στον σχεδόν μυθικό Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο που, 450 χρόνια πριν, έδιωξε τον βασιλιά Ταρκύνιο και εγκαθίδρυσε το αβασίλευτο πολίτευμα της Ρώμης. Έφτασε στο σημείο να θανατώσει τους δυο γιούς του, επειδή αναμείχθηκαν σε συνωμοσία για την επαναφορά της βασιλείας. Η μητέρα του Μάρκου Βρούτου καταγόταν από τον Σερβίλιο Αχάλα, που μαχαίρωσε στην αγορά τον Σπόριο Μαίλιο επειδή ετοίμαζε τυραννίδα, και ήταν ετεροθαλής αδελφή του Κάτωνα, που την κόρη του Πορκία παντρεύτηκε ο Βρούτος. Βλέπουμε λοιπόν τη μεγάλη αντιμοναρχική παράδοση που βάραινε τους ώμους του Βρούτου.
Ο Ιούνιος Βρούτος εκπαιδεύτηκε στην ελληνική φιλοσοφία και ήταν οπαδός της παλαιάς Ακαδημαϊκής Σχολής των Πλατωνικών. Οι επιστολές που έγραφε στα ελληνικά, διακρίνονταν για τη λακωνικότητα της έκφρασης. Νεαρός ακόμη, πήγε στην Ανατολή μαζί με τον Κάτωνα και κέρδισε τον έπαινο του θείου του για τον τρόπο που διαχειρίστηκε την αποστολή που του ανατέθηκε σχετικά με τους θησαυρούς του Πτολεμαίου της Αιγύπτου. Ύστερα ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου. Εδώ φάνηκε, για πρώτη φορά, ποιος ήταν ο Βρούτος. Όλοι πίστευαν ότι θα συνταχθεί με τον Καίσαρα, γιατί ο Πομπήιος θεωρήθηκε υπαίτιος για την θανάτωση του πατέρα του πριν λίγο καιρό. Όμως ο Βρούτος, βάζοντας τα κοινά πάνω από τα προσωπικά, συντάχθηκε με τον Πομπήιο - παρά το ότι, μέχρι τότε, ποτέ δεν του μίλησε, θεωρώντας ντροπή να συνδιαλέγεται με τον φονιά του πατέρα του. Ο Πομπήιος τον έστειλε υποδιοικητή στην Κιλικία, αλλά ο Βρούτος έσπευσε στα Φάρσαλα της Ελλάδας όπου θα δινόταν η μεγάλη μάχη ανάμεσα στον Καίσαρα και στον Πομπήιο, κάτι που ο Πομπήιος το εκτίμησε πολύ. Τον ελεύθερο χρόνο του, ο Βρούτος τον έδινε σε μελέτες και την παραμονή της καθοριστικής σύγκρουσης έγραφε, μέχρι αργά στη σκηνή του, μια επιτομή του Έλληνα ιστορικού Πολύβιου.
Και τότε ήταν που καταγράφηκε η αναπάντεχη παράμετρος στη ζωή του. Ο Ιούλιος Καίσαρ είχε δώσει ειδική εντολή στους διοικητές του: Να μη σκοτωθεί σε καμιά περίπτωση ο Ιούνιος Βρούτος - και εάν παραδοθεί καλώς, ειδάλλως να τον αφήσουν να φύγει απείραχτος. Και η αιτία αυτής της στάσης του Καίσαρα ήταν ότι πίστευε ότι ο Βρούτος ήταν γιος του! Γιατί, όταν ο Καίσαρ ήταν σε νεαρή ηλικία, είχε φλογερό και σκανδαλώδη ερωτικό δεσμό με τη μητέρα του Βρούτου Σερβιλία, και μάλιστα κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του Βρούτου.
Ο Σουητώνιος είναι κατηγορηματικός για τον δεσμό : «Πιο πολύ από κάθε άλλη γυναίκα ο Καίσαρ αγάπησε τη Σερβιλία, τη μητέρα του Βρούτου». Το ίδιο και ο Αππιανός, τοποθετώντας μάλιστα τη σχέση στο παραπάνω κρίσιμο διάστημα. Πιο κατηγορηματικός όμως είναι ο Πλούταρχος: Καθώς ο Βρούτος γεννήθηκε πάνω στη μεγάλη φλόγα του έρωτά τους, ο Καίσαρ ήταν σχεδόν βέβαιος πως ήταν γιος του. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη φροντίδα του Καίσαρα για τον Βρούτο που είδαμε κατά τη μάχη των Φαρσάλων, αλλά και από την εν συνεχεία συμπεριφορά του.
Επομένως το «και συ, τέκνον Βρούτε;» που ψέλλισε στα ελληνικά την ώρα της δολοφονίας του, ξεχωρίζοντας ανάμεσα στους συνωμότες τον Βρούτο, δεν ήταν τυχαία λόγια. Βέβαια ο Σαίξπηρ πήρε αυτά τα λόγια όπως τα βρήκε γραμμένα στον Πλούταρχο, αλλά τα έβαλε στο έργο του με ποιητικό τρόπο, εννοώντας ότι δεν τον σκοτώνουν τα είκοσι ξιφίδια που μπήγονταν συμβολικά από τους δολοφόνους του στο κορμί ενός μελλοντικού δικτάτορα, αλλά τον σκοτώνει η αχαριστία: «Κι εσύ, παιδί μου Βρούτε; Πέθανε λοιπόν, Καίσαρα!» τον βάζει να λέει σαν προέκταση του γεγονότος ο ποιητής.
Πώς έφτασε όμως ο Βρούτος να μπήξει κι αυτός μαζί με τους άλλους συνωμότες το φονικό εγχειρίδιό του στον Ιούλιο Καίσαρα;
Μετά τη μάχη των Φαρσάλων, ο Βρούτος κατέφυγε στη Λάρισα και από εκεί έγραψε στον νικητή Καίσαρα. Χάρηκε αυτός που ο Βρούτος είχε σωθεί, τον συγχώρησε και του είπε να έρθει κοντά του. Όταν ο Βρούτος στη Ρώμη συνηγόρησε υπέρ του βασιλιά των Βανδάλων Δηιοτάρου, ο Καίσαρ πήρε φανερά το μέρος του λέγοντας «Δεν ξέρω τί θέλει αυτός ο νεαρός, αλλά ό,τι θέλει, πολύ το θέλει». Ο Βρούτος ήταν σοβαρός, δεν έκανε χάρες, ούτε οπισθοχωρούσε σε κολακείες. Η αρετή ήταν ο γνώμονας των ενεργειών του, που είχαν πάντα το αποτέλεσμα που ήθελε. Όταν ο Καίσαρ επρόκειτο να εκστρατεύσει στην Αφρική εναντίον του Κάτωνα και του Σκιπίωνα, που ήταν συγγενείς και ομοϊδεάτες του Βρούτου, τον διόρισε διοικητή της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας και η διοίκηση αυτή στάθηκε ευεργετική για τον τόπο, όπως ο ίδιος ο Καίσαρ διαπίστωσε επιστρέφοντας.
Οι φίλοι του Καίσαρα τον πίεζαν να γίνει βασιλιάς, δικτάτορας δηλαδή γιατί η έννοια του ιμπερατόρε, του αυτοκράτορα, δεν υπήρχε ακόμη. Τις νύχτες έβαζαν διαδήματα στο άγαλμά του που ήταν στημένο δίπλα στα αγάλματα των αρχαίων βασιλιάδων της Ρώμης, για να υπαγορεύσουν στον λαό την αναγόρευσή του - και οι δήμαρχοι, που τα απομάκρυναν, καθαιρέθηκαν. Τρεις φορές ο Μάρκος Αντώνιος του πρόσφερε το στέμμα στη γιορτή των Λουπερκαλίων και τρεις φορές το αρνήθηκε ο Καίσαρ.
Ταυτόχρονα άρχισαν και οι πιέσεις προς τον Βρούτο, για να διαφυλάξει το πατροπαράδοτο πολίτευμα της Δημοκρατίας. Η ψυχολογική του κατάσταση δεν ήταν καλή. Έπρεπε να μισεί τον διαφθορέα της μητέρας του - που τον είχε κάνει να μη ξέρει αν είναι ένας Βρούτος ή ένας νόθος. Η οικογενειακή αντιμοναρχική παράδοση τον βάραινε αφόρητα. Στο άγαλμα του Λεύκιου Ιούνιου Βρούτου που τον θεωρούσαν πρόγονό του και που είχε διώξει τους βασιλιάδες από τη Ρώμη, τώρα που ο Καίσαρ ήταν έτοιμος να ανατρέψει το πολίτευμά του, γράφονταν συνθήματα: «Ας υπήρχες τώρα», «Μακάρι να ζούσε ο (τότε) Βρούτος». Η ίδια η έδρα του Βρούτου στο Πραιτώριο ήταν γεμάτη κάθε μέρα με γράμματα που έλεγαν: «Βρούτε, κοιμάσαι», «Δεν είσαι αληθινός Βρούτος». Από την άλλη όμως μεριά, ο Καίσαρ τον συγχώρησε, τον ανέδειξε, μπορεί να ήταν ο πατέρας του.
Κάσσιος λεγόταν αυτός που οργάνωσε τη συνωμοσία για τη δολοφονία του Καίσαρα. Αλλά οι άλλοι συνωμότες απαίτησαν να αναλάβει την αρχηγία ο Βρούτος, που το όνομά του και η αρετή του θα τους έκανε πιο τολμηρούς στην πράξη και θα εμφάνιζε ύστερα δικαιωμένη την ενέργειά τους. Ο Κάσσιος επισκέφθηκε τον Βρούτο, του παρουσίασε όλες τις ενδείξεις της βέβαιης στέψης του Καίσαρα και κατανίκησε τους ενδοιασμούς του. Ο Βρούτος δήλωσε ότι έργο του ήταν «αμύνειν και προαποθνήσκειν της ελευθερίας». Απαίτησε να μη θανατωθεί ο Αντώνιος και οι άλλοι φίλοι του Καίσαρα, όπως ήθελαν οι υπόλοιποι συνωμότες - γιατί ελατήριο της πράξης τους ήταν η τυραννοκτονία και όχι οι προσωπικές διαφορές και η εκδίκηση της παράταξης του Πομπήιου.
Μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, ακολούθησε η Μάχη στους Φιλίππους, στην πεδιάδα έξω από τη σημερινή Δράμα της Μακεδονίας, μεταξύ των δυνάμεων από τη μια πλευρά του Μάρκου Αντωνίου και του μικρανεψιού του Ιουλίου Καίσαρα Οκταβιανού (που αργότερα θα πάρει την προσωνυμία Αουγκούστους δηλαδή Αύγουστος) και από την άλλη πλευρά του Βρούτου και του Κάσσιου. Το πρωί ένας κατακόκκινος χιτώνας υψώθηκε μπροστά από τα στρατόπεδα του Βρούτου και του Κάσσιου, σημείο ότι άρχιζε η μάχη. Οι δυό τους συναντήθηκαν στον χώρο μεταξύ των στρατευμάτων τους και αντάλλαξαν αυτά τα λόγια : «Αν δεν μας ευνοήσουν σήμερα οι θεοί», είπε ο Βρούτος, «δεν θα επιζητήσω άλλες ελπίδες και άλλες προσπάθειες, αλλά θα αποχωρήσω ευγνωμονώντας την Τύχη, γιατί στις Ειδούς του Μαρτίου έδωσα στην πατρίδα τη ζωή μου, και άλλη έζησα αντί για εκείνη, ελεύθερη και ένδοξη». Ο Κάσσιος χαμογέλασε και τον αγκάλιασε : «Με αυτές τις ιδέες ας βαδίσουμε προς τους εχθρούς. Ή θα νικήσουμε ή δεν θα φοβόμαστε πια τους νικητές».
Τα πράγματα πήγαν άσχημα για τον Βρούτο από την αρχή. Ενώ επιθεωρούσε το στράτευμα για τη μάχη, εκτοξεύτηκαν κατηγορίες για προδοσία και διαπίστωσε μεγάλη επιφυλακτικότητα του ιππικού. Αναγκάστηκε να περιμένει, μέχρι που είδε ξαφνικά ένα λαμπρό του ιππέα να αυτομολεί, καλπάζοντας προς τον εχθρό. Οργισμένος και φοβούμενος μήπως η αυτομολία γενικευτεί, επιτέθηκε. Ο ίδιος ανάγκασε σε υποχώρηση την απέναντί του αριστερή πτέρυγα του εχθρού. Αλλά η δική του αριστερή πτέρυγα, που αποστολή της ήταν να αντέξει απλώς, ώστε να μη κυκλωθεί ο Βρούτος, κατέρρευσε. Και αιτία ήταν οι στρατιώτες του Κάσσιου που, ηττημένοι ήδη μια φορά, γέμισαν με ταραχή και ηττοπάθεια τον στρατό. Ο ίδιος ο Βρούτος πολέμησε λαμπρά, τόσο σαν στρατηγός όσο και σαν στρατιώτης, αλλά τελικά κυκλώθηκε. Σώθηκε από την αιχμαλωσία χάρη στο τέχνασμα του Λουκίλλιου, που παραδόθηκε σε κάποιους βαρβάρους ιππείς του Αντώνιου, λέγοντας, ότι είναι ο Βρούτος.
Ο Βρούτος αποτραβήχτηκε σε ένα ασφαλές σημείο, καθώς είχε πέσει η νύχτα. Σήκωσε ψηλά το βλέμμα του, απάγγειλε τον στίχο του Ευριπίδη «τον αίτιο αυτών των συμφορών μη τον ξεχάσεις, Δία» και πρόφερε αναστενάζοντας τα ονόματα των συντρόφων του που έπεσαν. Ύστερα άπλωσε σε όλους το χέρι και είπε, πως είναι χαρούμενος, που κανείς δεν φάνηκε άπιστος. Κατηγόρησε την τύχη για τα δεινά της πατρίδας και μόνο και είπε, πως θεωρεί τον εαυτό του ευτυχέστερο από τους νικητές, γιατί αφήνει πίσω του τη δόξα της αρετής, που τα όπλα ή τα πλούτη τους δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν. Τους παρακάλεσε τέλος να φροντίσουν να σωθούν και πήγε παράμερα με έναν αφοσιωμένο φίλο του, που σπούδαζαν μαζί ρητορική. Του έδωσε να κρατήσει το σπαθί του, απόστρεψε εκείνος το βλέμμα του, και ο Βρούτος έπεσε επάνω του.
Ποιά είναι τελικά η θέση του Ιούνιου Βρούτου στην Ιστορία; Διαβάζω, κάπου, τα λόγια κάποιου: «Ο Βρούτος ήταν μια από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της Ιστορίας. Υπόδειγμα αρετής, πιστός στο καθήκον, τυραννοκτόνος κατά τους μεν, τέρας αχαριστίας και πατροκτόνος κατ’ άλλους. Η αλήθεια είναι, ότι ο ψυχικός του κόσμος ήταν ένα πεδίο βίαιων συγκρούσεων ως προς τα αισθήματά του για τον Καίσαρα: Έπρεπε να μισεί τον εραστή της μητέρας του, που ντρόπιασε το όνομά του και τον έκανε να αμφιβάλλει για την καταγωγή του και να αγαπά τον κατά πάσαν πιθανότητα πατέρα του. Έπρεπε να εχθρεύεται τον τύραννο και να ευγνωμονεί τον ευεργέτη του.
Όλες οι πιέσεις της Ρώμης ασκούνταν επάνω του. Η αριστοκρατική παράταξη τον ήθελε αρχηγό της εναντίον της μονομανίας του Καίσαρα. Ο Καίσαρ έβλεπε στον Βρούτο τον διάδοχό του (και ίσως τον προόριζε για τη διαδοχή). Η πράξη του Βρούτου αποδείχθηκε μάταιη. Ο Οκταβιανός έγινε τελικά απόλυτος άρχοντας και το πατροπαράδοτο πολίτευμα καταλύθηκε. Αν πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ο Βρούτος γωνίστηκε για μια χαμένη υπόθεση, δεδομένου ότι το πολίτευμα της Δημοκρατίας είχε φτάσει σε αδιέξοδο».
Αυτά τα πολλά για τον λιγότερο γνωστό Ιούνιο Βρούτο, που είμαστε άλλωστε μέσα στον μήνα του - με το όνομά του. Η εποχή του ήταν τότε που η Δημοκρατία, που την υποστήριξε με τη ζωή του, μετασχηματιζότανε σιγά σιγά σε Αυτοκρατορία. Όσο για τους άλλους δυό καλοκαιρινούς μήνες και τα πρόσωπα που άφησαν σαν αποτύπωμα σ’ αυτούς τα ονόματά τους, δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα, γιατί δεν αξίζει να πούμε τίποτα. Ίσως μόνο ότι από το όνομα του ενός βγαίνουν οι λέξεις τσαρ δηλαδή τσάρος και κάιζερ, και από το όνομα του άλλου το στρογγυλό φεγγάρι, η πανσέληνος του Αυγούστου. Μετά από τόσους αιώνες, που μέσα σ’ αυτούς πολλοί άνθρωποι υπέφεραν εξαιτίας αυτών των δύο πριν βρουν τον θάνατό τους, οι ζωές αυτών των δύο γεμίζουν τα σχολικά μας βιβλία χωρίς άλλο νόημα, πέρα από το ιστορικό. Οι αποφάσεις που γέννησε τότε ο υπέρμετρος εγωισμός τους ταλανίζουν μέχρι σήμερα τις ζωές όλων μας. Ενώ ο Βρούτος, που με την αποτυχημένη προσπάθειά του να ανατρέψει τις εξελίξεις σε βάρος της Δημοκρατίας, μένει στις καρδιές όλων μας, κι ας είμαστε εμείς οι τρελοί σαν τον Βρούτο και σαν τον Σαίξπηρ οι ποιητές.
