ΑΠΟΨΕΙΣ
Η Κρήτη σαν Μοντέλο και η Κρήτη σαν «Μπορντέλο» του Νίκου Κούνδουρου
Οι συζητήσεις μαζί του ήταν συναρπαστικές. Ο ίδιος ήταν πάντα χειμαρρώδης, εκρηκτικός και ανατρεπτικός.
Του Θανάση Γιαπιτζάκη
«Παλεύω για την Κρήτη που ονειρεύτηκα» έλεγε ο αξέχαστος σκηνοθέτης ακόμα και στα τελευταία του, λόγια που έτσι κι αλλιώς έμοιαζαν με τα πρώτα του. Τον Νίκο Κούνδουρο τον ήξερα προσωπικά. Αρκεί να πω ότι ο πατέρας του ήταν ο νουνός του πατέρα μου. Με τιμούσε με την φιλία του όποτε ανταμώναμε, στον Άγιο Νικόλαο ή στην Αθήνα. Οι συζητήσεις μαζί του ήταν συναρπαστικές. Ο ίδιος ήταν πάντα χειμαρρώδης, εκρηκτικός και ανατρεπτικός.
Με παντοτινή αφορμή λοιπόν τη σκέψη μας σ’ εκείνον, σε αυτό το αφιέρωμα σταχυολογούμε αναφορές του από δύο συνεντεύξεις του. Η μια απ’ αυτές τις δύο ήταν στη χρονιά που τον είχε τιμήσει το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κρήτης.
Τότε ο Νίκος Κούνδουρος μας είχε πει: «Τα πρώτα μου κινηματογραφικά βήματα τα έκανα στη Μακρόνησο. Όπου, από παρεξήγηση, γιατί ήμουν σπουδαστής Αρχιτεκτονικής, νόμιζαν ότι ήμουν και αρχιτέκτονας. Και μου ανέθεσαν να κτίσω ένα θέατρο. Εγώ, με το θάρρος της νιότης μου και επειδή ήμουν ικανό παιδί έτσι κι αλλιώς, το ανέλαβα. Έρχομαι στην Αθήνα, παρακολουθώ τα θέατρα, καταγράφω το Θέατρο του Διονύσου και το αντιγράφω στο Μακρονήσι. Εκεί, 4.000 άνθρωποι κουβάλαγαν πέτρες από τα νταμάρια, για να κτιστεί αυτό το θέατρο. Οι 4.000 άνδρες ήταν για μένα ένας δρόμος προσέγγισης σε ένα λαό που δυστυχώς τον αγνοούσα και τον έμαθα εκεί… Κατάλαβα ότι το θέατρο ήταν βήμα λόγου και ότι πιο πολύτιμη από τις πέτρες ήταν η διαχείριση του θεάτρου. Και άρχισα πονηρά, γλιστρώντας από τη λογοκρισία και από τις παγίδες, να επεξεργάζομαι ένα είδος ουδέτερου θεάτρου, το οποίο όμως περιείχε την ιδεολογία μας, την ιδεολογία χιλιάδων ανθρώπων που ήταν στριμωγμένη σ’ εκείνο το κολαστήριο. Και έτσι βρέθηκα ξαφνικά να επιλέγω και να σκηνοθετώ έργα. Άλλα έργα περνάγανε, άλλα όχι, αλλά τα κόβανε στη μέση. Και έγινα χαλκιάς λοιπόν».
Για το έργο του το «Μπορντέλο» (1985) που αφορά την Κρήτη κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, τις Μεγάλες Δυνάμεις και την περίφημη Μαντάμ Ορτάνς, βρήκα μια αναφορά του: «Είχα μια έμμονη ιδέα, να ασχοληθώ με την Κρήτη. Έχω και μια φαμίλια με ρίζες στην Επανάσταση, αλλά γνώρισα και τον Βενιζέλο εγώ ο ίδιος, ως μωρό. Ο Βενιζέλος με κράταγε από το χέρι, πηγαίνοντάς με περίπατο. Αυτά ήταν σαλεμένες μνήμες. Και λέω, θα κάνω τάμα στην Κρήτη. Αλλά επειδή δεν είμαι εθνικόφρονας, ανακάλυψα το πιο παράδοξο, το πιο ακραίο. Να πω κάτι ενδεικτικό: Η ταινία αυτή είχε ένα όνομα, Ρόζα Βοναπάρτη λεγόταν, που ήταν το όνομα της Μαντάμ Ορτάνς. Και εγώ την ονόμασα «Το Μπορντέλο». Αποποιήθηκα δηλαδή την καλλιέπεια. Ήταν ένα μπορντέλο ιδεολογικό. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, είχαν μαζευτεί εδώ στα Χανιά για να ορίσουν τη μοίρα του νησιού. Η Μαντάμ Ορτάνς, η πόρνη, ήταν ένα άλλοθι. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν οι τέσσερις στόλοι. Και πια δραματουργικά επικέντρωσα στους αξιωματικούς, στο παζάρι το οποίο παιζόταν για τη μοίρα της Κρήτης, στο σπίτι όπου η Μαντάμ Ορτάνς και οι κοπέλες της, δεχόντουσαν όλους τους αξιωματικούς».
Με αυτή την ευκαιρία, του είπαν, τί είχε να πει για την «τάξη» και για την «αταξία»: «Ποιά τάξη; Ποιός υπερασπίζεται κάποια τάξη; Αταξία υπερασπιζόμαστε όλοι μας, ο καθένας στον χώρο που ανήκει. Αλλά με την τάξη δεν βγαίνει τίποτα. Σύμφωνα με μια παλιά ρήση, μόνο στο νεκροταφείο μπορεί κανείς να επικαλεστεί την τάξη. Το νεκροταφείο δεν μιλάει. Ό,τι χειρότερο υπάρχει στον κόσμο είναι η σιωπή. Λοιπόν φώναξε! Το δίκιο σου, το δίκιο μου. Αντιπαράθεσε τις φωνές σου στις φωνές μου. Αυτό είναι η παρηγοριά, ότι «τα πάντα ρει». Ότι σαλεύουμε. Άντε και δεν σαλέψουμε, πεθάναμε. Άντε και πεθάναμε, δεν σαλεύουμε, αντίστροφα».
Για τη μη ενεργή ενασχόλησή του με την πολιτική: «Δεν μου πήγαινε σαν διαχείριση του εαυτού μου, διότι έβλεπα τί σημαίνει να είσαι πολιτικός, έβλεπα τα συν και τα πλην, την εξουσία - που, καλώς ή κακώς, έχει δώσει ο λαός στον όποιο πολιτικό... Από τους τριακόσιους βουλευτές της Βουλής μας, οι εκατό είναι μαιευτήρες. Θέλω να πω ότι η Ελλάδα είναι ένα ιδεολογικό «μπορντέλο». Ένα «μπορντέλο» οικονομικό. Ζούμε αυτή την στιγμή την πεμπτουσία της λέξης «μεταχείριση». Και για την λέξη «μπορντέλο» δεν λυπάμαι καθόλου. Μπορεί η λέξη να μοιάζει λιγάκι χυδαία ή αντικοινωνική, όμως έτσι είναι. Έτσι είναι η Ελλάδα αυτή την ώρα, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε να το παραδεχτούμε».
Για τον Κρητικό Λαό θα πει: «Αυτός ο σωβινισμός που τα τελευταία χρόνια έχει καταγγελθεί ως πληγή της παγκόσμιας αναστάτωσης, αυτό που για άλλους λαούς αποτελεί μειονέκτημα, είναι η ευλογία του Κρητικού Λαού. Η αγάπη των Κρητικών για τον τόπο τους, η αγάπη για την κληρονομιά τους, είναι αυτό που τους σώζει. Ο Κρήτας είναι πιο έξυπνος από άλλους λαούς, έχει ένα μυαλό ευκίνητο, παιδευμένο ακόμη και μέσα στην αγραμματωσιά του. Έχει ένα μυαλό το οποίο «γέννησε» ένα είδος Αναγέννησης, την ώρα που η υπόλοιπη Ελλάδα βόγκαγε και στέναζε κάτω από το πέλμα του Τούρκου. Και έτσι επέζησε. Ποιό μέρος της Ελλάδας έχει παράξει έργο όπως την Κρητική Ποίηση του 16ου αιώνα; Ουσιαστικά ο Κρήτας δεν υποτάχτηκε ποτέ στους Τούρκους, στους Βενετσιάνους, στους Άραβες. Κράτησε την περηφάνια του. Εγώ με υπερηφάνεια αποδέχομαι τον χαρακτηρισμό του σωβινιστή. Είμαι Κρητικός και ψάχνω, όσο μπορώ πιο πίσω, την ράτσα μου».
Για το τί είναι αυτό που τον δένει με την Κρήτη: «Η ανάγκη. Μια λέξη δύσκολη. Αν δεν ήμουν Κρητικός, τί θα ήμουν δηλαδή; Αν δεν είχα αγάπη και πάθος στο χώμα μου που με γέννησε, στο σημερινό μυαλό των Κρητικών, στην κουλτούρα τους. Όμως σήμερα η Κρήτη - παρά την ανάπτυξη - είναι ένα νησί που έχει παραδοθεί στον Τουρισμό και δεν μπορεί να παινευτεί κανένας ότι είναι πια νησί μπροστάρικο στην πνευματική ζωή μας
Είναι ένα νησί καταδικασμένο σε μια πνευματική εξαφάνιση. Αυτή η εξαφάνιση έχει μια δραματικότητα κι είμαι μέρος αυτής της εξαφάνισης. Εγώ παλεύω ακόμα με την Κρήτη για την Κρήτη. Και ξέρω πως αυτή η απεγνωσμένη πάλη, στην οποία αναφέρομαι, δεν σημαίνει πολλά πράγματα, παρά το ότι αναβάλλουμε ξανά και ξανά τον τελικό θάνατο της Κρήτης που ονειρεύτηκα και βλέπω ακόμα στον ύπνο μου... (Ο Νίκος Κούνδουρος εδώ αναφέρεται στην γνωστή φράση του «Ονειρεύτηκα ότι πέθανα»). Τον θάνατο του νησιού, που παρήγαγε έργα τα οποία θα παραμείνουν και μετά τον θάνατο της δικιάς μου γενιάς - η οποία ίσως είναι η τελευταία ή η προτελευταία γενιά που προσπαθεί να διαχειριστεί την Κρήτη που ξέραμε... την Κρήτη της επανάστασης, των αγώνων, του Ερωτόκριτου, της μαντινάδας, του ριζίτικου, του λυράρη. Αυτή η Κρήτη τελειώνει... Είμαστε οι τελευταίοι υπερασπιστές της».
Για την επισήμανση ότι ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει ότι ο αριστερός είναι ο άνθρωπος που δεν συμβιβάζεται, είχε απαντήσει: «Ο δεξιός; Δεν ήταν δεξιός ποτέ, ούτε μπορούσε να είναι. Πραγματικά, τί αντιπροσωπεύει η αριστερά για μας τους αριστερούς; Έναν άκρατο φιλελευθερισμό και μια άκρατη δικαιοσύνη. Τίποτα άλλο. Ούτε κόμμα θέλουμε, ούτε τίποτα δεν θέλουμε. Θέλουμε να νιώσουμε τον άνθρωπο
ελεύθερο από τον άνθρωπο. Γι’ αυτό αγωνιζόμαστε, από πιτσιρίκια. Εγώ με θυμάμαι από δεκάξι χρονών παιδάκι με τη γροθιά ψηλά να ουρλιάζω στους δρόμους. Τώρα δεν γυρνάω στους δρόμους με τη γροθιά ψηλά, αλλά δεν άλλαξα σε τίποτα. Ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον άνθρωπο και για να το κλείσουμε ακόμα λίγο, ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Αυτό είναι όλο το ιδεολογικό πρόβλημά μας. Από κει και πέρα, αυτή η ζωή σε αναγκάζει σε συμβιβασμούς. Κάποιοι από μας συμβιβάστηκαν πιο εύκολα, κάποιοι συμβιβάστηκαν πιο δύσκολα, κάποιοι δεν συμβιβάστηκαν καθόλου. Καμιά φορά διερωτώμαι. Εγώ συμβιβασμένος είμαι ή δεν είμαι ή και πόσο είμαι. Δεν έχω δώσει απάντηση. Μα το Θεό, δεν έχω απάντηση στο ότι αυτή τη φορά αποτελώ ένα κατεστημένο, όταν κάποιες γενιές με θεωρούνε κοτζαμπάση, καθισμένο γερά πάνω στις ανατολίτικες μαξιλάρες μου, να λέω συνεντεύξεις. Αυτό δεν μ’ αρέσει. Θα ’χεις παρατηρήσει την ιστορία μου στην τηλεόραση. Έχω μια τεράστια επιτυχία ως υβριστής. Βρίζω, γαμωσταυρίζω, είμαι απρεπής - και το κάνω κι επίτηδες. Και ξέρεις γιατί το κάνω επίτηδες; Γιατί κατάλαβα ότι η ώρα της θεωρίας πέρασε».
